Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

† Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης, Η μαρτυρία της αληθείας

† Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης, Η μαρτυρία της αληθείας

θεοφανης ο κρης η σταυρωση.jpg
 Ἡ μαρτυρία τῆς ἀληθείας
«Ἐγὼ εἰς τοῦτο γεγέννημαι καὶ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον, ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ. Πᾶς ὁ ὢν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει μου τῆς φωνῆς» (Ἰω. 18,37)
Χαρακτηριστικὸ γνώρισμα, ἀγαπητοί μου, εἶνε τὸ ἑξῆς· ἡ ἀλήθεια διαιρεῖ τὸν κόσμο σὲ δύο ἀντίθετα στρατόπεδα· ἄλλοι τάσσονται ὑπὲρ τῆς ἀληθείας καὶ ἄλλοι κατὰ τῆς ἀληθείας.
Ὅσοι ἀγαποῦν τὸ φῶς ἑλκύονται ἀπὸ τὴν ἀλήθεια, ποὺ τὴν ἐκτιμοῦν καὶ τὴ θεωροῦν ὡς τὸ πολυτιμότερο ἀπόκτημα τῆς ὑπάρξεώς τους. Γιὰ χάρι της εἶνε ἕτοιμοι νὰ κακοπαθήσουν, ἀκόμα καὶ νὰ μαρτυρήσουν. Αὐτοὶ προτιμοῦν νὰ ὑποστοῦν τὰ πάνδεινα, μέχρι καὶ νὰ σταυρωθοῦν γυμνοὶ μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, παρὰ νὰ θυσιάσουν ἔστω καὶ ἕνα μόριο ἀπὸ τὴν ἀλήθεια γιὰ νὰ βασιλεύσουν μαζὶ μὲ τὸν διάβολο καὶ νὰ κυριαρχήσουν πάνω στὰ πέρατα τῆς γῆς· γιατὶ γιὰ τὴν ἀλήθεια ἀξίζει κάθε κόπος, κάθε θυσία.
Ὅσοι ὅμως ἀγαποῦν τὸ σκοτάδι, ὅσοι σὰν νυκτόβια πουλιὰ ἀρέσκονται νὰ κυλιῶνται μέσα στὰ ἐρέβη τῆς πλάνης, αὐτοὶ μισοῦν θανάσιμα τὴν ἀλήθεια· γιατὶ ἡ ἀλήθεια εἶνε φῶς, εἶνε κρυστάλλινος καθρέφτης ποὺ δείχνει τὶς ἠθικὲς ἀσχημίες, καὶ οἱ κακοὶ δὲν ἀνέχονται τὶς ὑποδείξεις της. Προτιμοῦν νὰ σπάσουν αὐτὸ τὸν καθρέφτη, ποὺ ἔχει τὸθάρρος νὰ δείχνῃ τὴν ἀπαίσια μορφὴ τῆς κακίας, παρὰ νὰ διορθώσουν τὸν ἑαυτό τους. Μιμοῦνται σ᾽ αὐτὸ τὴν αἰσχρὴ ἐκείνη γυναῖκα τῆς ἀρχαιότητος, τὴν Λαΐδα, γιὰ τὴν ὁποία λένε ὅτι, ὅταν πέρασαν τὰ χρόνια καὶ διέκρινε τὶς πρῶτες ῥυτίδες τοῦ γήρατος ν᾿ αὐλακώνουν τὸ ἄλλοτε γυαλιστερὸ μέτωπό της, ἅρπαξε τὸν καθρέφτη, ποὺ τόλμησε νὰ τὴν παρουσιάσῃ ὅπως εἶνε, καὶ τὸν ἔσπασε σὲ μύρια κομμάτια.
Ἡ ἀλήθεια γίνεται δυσάρεστη στοὺς κακοὺς καὶ ἐπισύρει διωγμό.
* * *
Ὅσοι, ἀγαπητοί μου, θέλουν νὰ δοῦν τὸ δρᾶμα τῆς ἀληθείας, πῶς διώκεται ἀπὸ τὶς λεγεῶνες τῆς κακίας καὶ τοῦ ψεύδους, ἀλλὰ καὶ πῶς στὸ τέλος νικᾷ ὁλόκληρο τὸν κόσμο τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων τοῦ αἰῶνος τούτου, ἂς σταθοῦν σήμερα κάτω ἀπὸ τὸ σταυρό. Ὅσοι παραγκωνίσθηκαν, ὅσοι διώχθηκαν καὶ διώκονται ἀκόμη ἕνεκεν δικαιοσύνης καὶ ἀληθείας, ὅσοι ἤπιαν πικρὰ ποτήρια ὑποστηρίζοντας τὴν ἀλήθεια, ἂς παρηγορηθοῦν τώρα. Ὅσοι θέλουν νὰ συνεχίσουν τοὺς εὐγενεῖς ἀγῶνες τους κρατώντας ψηλά, μέσα σ᾽ ἕνα δάσος ἀπὸ σταυρούς, τὸ λάβαρο τῆς χριστιανικῆς πίστεώς τους, ἂς ἀτενίζουν πάντοτε μὲ κατάνυξι τὸν ἐσταυρωμένο Λυτρωτή.
Διότι ὁ Ἰησοῦς μας, τοῦ ὁποίου προσκυνοῦμε τὰ σεπτὰ πάθη, ὑπῆρξε ὁ κήρυκας τῶν ὑψηλοτέρων ἀληθειῶν ποὺ ἀκούστηκαν ποτὲ πάνω στὸ πρόσωπο τῆς γῆς, εἶνε ἡ ἐνσάρκωσι τῆς ἀληθείας, αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ Ἀλήθεια ποὺ ἀξίζει νὰ γράφεται μὲ ἄλφα κεφαλαῖο. Ποτέ ἄλλοτε ἡ ἀλήθεια δὲν κηρύχθηκε μὲ τόση πρωτοτυπία, μὲ τόση ζωηρότητα, μὲ τόση σαφήνεια, μὲ τόση σοφία καὶ αὐθεντία, ὅπως κηρύχθηκε ἀπὸ τὸν Χριστό. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἦταν ὁ μόνος ποὺ εἶχε τὸ θάρρος, μέσα σὲ μιὰ γενεὰ ποὺ λέει ψέματα σὲ κάθε δευτερόλεπτο, νὰ βροντοφωνήσῃ ἐκεῖνο τὸ αἰώνιο «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀλήθεια», ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀλήθεια (Ἰω. 14,6). Καὶ μπροστὰ στοὺς δικαστάς του καὶ ἐν ὄψει τῶν πιὸ τρομερῶν κινδύνων ποὺ τὸν περίμεναν, δὲν ἔκανε καμμία ὑποχώρησι ἀπὸ τὶς ἀρχές του, κανέναν ἑλιγμό, καμμιά προσπάθεια νὰ διασωθῇ, ἀλλὰ ὀρθὸς καὶ εὐθυτενής, αὐτὸς ὁ βασιλεὺς τῶν μαρτύρων τῆς ἀληθείας ὅλων τῶν γενεῶν, διεκήρυξε μὲ ἄφθαστη παρρησία· «Ἐγὼ εἰς τοῦτο γεγέννημαι καὶ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον, ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ»· ἐγὼ γι᾽ αὐτὸ γεννήθηκα καὶ γι᾽ αὐτὸ ἦρθα στὸν κόσμο, γιὰ νὰ δώσω μαρτυρία γιὰ τὴν ἀλήθεια, γιὰ νὰ κηρύξω τὴν ἀλήθεια (Ἰω. 18,37).
Καὶ ἔδωσε μαρτυρία γιὰ τὴν ἀλήθεια. Ἐπὶ μία τριετία ὁλόκληρη στὶς παραλίες τῆς λίμνης Τιβεριάδος, στὰ δρομάκια καὶ τὶς πλατεῖες, στὰ σπίτια καὶ τὶς συναγωγές, στὶς πόλεις, ἀλλὰ καὶ στὸ μικρότερο χωριό, στὶς μᾶζες ἀλλὰ καὶ στὰ ἄτομα, στοὺς φτωχοὺς ἀλλὰ καὶ στοὺς πλουσίους, παντοῦ καὶ σὲ ὅλους, ἐλάλησε τὴν ἀλήθεια.
Ἡ διδασκαλία του στηλίτευσε τὸ ψέμα, καυτηρίασε τὶς κακίες καὶ τὰ ἐλαττώματα, χτύπησε τὶς αἰωνόβιες προλήψεις καὶ δεισιδαιμονίες, ἐκσφενδόνισε μύδρους –τὰ τρομερὰ «οὐαί» (Ματθ. κεφ. 23ο)– κατὰ τῶν ἀναξίων ἐκπροσώπων τῆς θρησκείας, ὑπέδειξε τὴν «στενὴν πύλην» καὶ τὴν «τεθλιμμένην ὁδὸν» τοῦ καθήκοντος (ἔ.ἀ. 7,14), συνέταξε μὲ τὴν περίφημη Ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία του τὸν αἰώνιο χάρτη τῶν δικαιωμάτων ἀλλὰ καὶ τῶν καθηκόντων τῶν ἀνθρώπων κάθε γενεᾶς καὶ ἐποχῆς, καὶ ἵδρυσε ἐπάνω στὴ γῆ τὴν ἰδεώδη πολιτεία, τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τὴν Ἐκκλησία του.
Ἀλλὰ ἕνας κόσμος ὁλόκληρος, ποὺ τὰ ἄνομα συμφέροντά του ἐπλήττοντο, συνωμότησε ἐναντίον τῆς ἀληθείας. Καὶ σήμερα βλέπουμε ὅτι ἡ Ἀλήθεια - ὁ Χριστὸς ὡδηγήθηκε ἀπὸ αὐτοὺς στὸ Γολγοθᾶ καὶ ὑψώθηκε στὸ σταυρό. Γύρω ὅμως ἀπὸ τὸν σταυρό του δόθηκε ἡ μεγαλύτερη μάχη, ἡ μάχη μεταξὺ τοῦ ψεύδους καὶ τῆς ἀληθείας, τοῦ σκότους καὶ τοῦ φωτός. Καὶ ὁ Γολγοθᾶς ἔγινε τὸ Βατερλὼ τοῦ σατανᾶ, ὁ θρίαμβος τοῦ Χριστοῦ.
* * *
Ἀδελφοί μου· τὸ αἷμα τοῦ Θεανθρώπου δὲν χύθηκε ματαίως. Τὸ αἷμα αὐτὸ καὶ σήμερα καὶ πάντοτε θὰ ἐξαγνίζῃ τὸν κόσμο ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες του. Γύρω ἀπὸ τὸ σταυρό, ἐπάνω στὸν ὁποῖο μαρτύρησε ὁ μεγάλος Μάρτυρας τῆς ἀληθείας, σὲ κάθε γενεὰ καὶ σὲ κάθε ἐποχὴ θὰ ὑπάρχουν ψυχὲς εὐγενεῖς, οἱ ὁποῖες μὲ ἱερὴ συγκίνησι καὶ ἱερὸ ῥῖγος θὰ παρακολουθοῦν τὸ θεῖο δρᾶμα, τὸ ὁποῖο καὶ μέχρι σήμερα συνεχίζεται.
Συνεχίζεται στὸ πρόσωπο κάθε πιστοῦ δούλου τοῦ Ἐσταυρωμένου, σὲ κάθε ψυχὴ ποὺ ἀκολουθεῖ τὰ ἴχνη του. Οἱ ψυχὲς αὐτὲς δὲν ἀπελπίζονται, ἔστω καὶ ἂν ἀποτελοῦν μιὰ μειονότητα, ἔστω καὶ ἂν ἀκοῦνε ἀπὸ παντοῦ τὸ «Σταύρωσον σταύρωσον αὐτόν»(Λουκ. 23,21. Ἰω.19,6). Διότι κάθε ἀδικία ποὺ γίνεται ἐδῶ στὴ γῆ εἶνε καὶ μία νέα καταδίκη τοῦ Ἰησοῦ εἰς θάνατον. Δὲν πτοούμεθα ἐμεῖς, ὅσοι πιστεύουμε στὸν Χριστό. Γνωρίζουμε ὅτι ἡ νίκη θὰ εἶνε δική μας. Τὸ αἷμα τοῦ Ἰησοῦ δὲν χύθηκε ματαίως. Αὐτὸ θὰ θριαμβεύσῃ στὰ πέρατα τοῦ κόσμου. Καὶ ἂν σήμερα τὸ πνεῦμα τοῦ ὀλέθρου ἐξαπέλυσε τὴν τρομερὴ καταιγίδα του ἐπάνωστὴ γῆ, καὶ ἂν οἱ ἄνθρωποι τοῦ αἰῶνος τούτου κατὰ 95% ζοῦν ἀντιχριστιανικὴ ζωὴ καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ σταυρώνουν στὴν καθημερινὴ ἰδιωτικὴ καὶ δημοσία ζωὴ τὸν γλυκύτατο Ναζωραῖο, δὲν ὑπάρχει κανένας φόβος, κανένας δισταγμός, καμμιά ἀπογοήτευσις! Τὸ αἷμα τοῦ Ἰησοῦ θὰ ζωογονήσῃ καὶ πάλι τὴ μαραμένη συνείδησι τῆς ἀνθρωπότητος.
Τὸ μέλλον –ὁ,τιδήποτε καὶ ἐὰν συμβῇ– ἀνήκει στὸν Ἰησοῦν, σ᾽ ἐκεῖνον ποὺ μὲ τὴν ἀσύγκριτη διδασκαλία του, μὲ τὸ ὑπέροχο παράδειγμά του, μὲ τὴν ὑπερτάτη θυσία του ὑπὲρ τῶν αἰωνίων συμφερόντων τοῦ ἀνθρώπου, κατέκτησε δικαίως τὸν τίτλο τοῦ μοναδικοῦ ὁδηγοῦ τοῦ κόσμου σὲ καλύτερες ἡμέρες. Ποιός δὲν θὰ τὸν λατρεύσῃ; Μόνο χυδαῖες ψυχὲς δὲν μποροῦν νὰ ἀγαπήσουν τὸν Ἰησοῦν, ὁ ὁποῖος ἦταν, εἶνε καὶ θὰ εἶνε πάντοτε «ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή»(Ἰω. 14,6).
Κυριακή Σύντομον Κήρυγμα. Ἄρθρο σὲ καθαρεύουσα γλῶσσα γιὰ τὴ Μ. Παρασκευὴ ἀπὸ τὸ βιβλίο Πρὸς τὸν Γολγοθᾶν. Πρώτη δημοσίευσις τὸ 1945, μεταγλώττισις μὲ μικρὲς προσθῆκες 12-3-2014.

† Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης, Ο Χριστός έπαθε υπέρ ημών και αντί ημών

† Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης, Ο Χριστός έπαθε υπέρ ημών και αντί ημών

cf83cf84ceb1cf85cf81cf89cf83ceb9cf83.jpg
Ὁ Χριστὸς ἔπαθε ὑπὲρ ἡμῶν καὶ ἀντὶ ἡμῶν
Θὰ προσπαθήσω, ἀγαπητοί μου, νὰ πῶ ἕνα λόγο στὴν σταύρωσι τοῦ Χριστοῦ.
Τί εἶνε ἡ σταύρωσις; Μέγα μυστήριο. Τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ ἀκοῦμε τὸν ἀπόστολο Παῦλο, ποὺ ἀνέβηκε μέχρι «τρίτου οὐρανοῦ» καὶ «ἤκουσεν ἄρρητα ῥήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι» (Β΄ Κορ. 12,2,4), νὰ λέῃ, ὅτι οἱ Ἕλληνες (δηλαδὴ οἱ εἰδωλολάτρες), ὅταν ἄκουγαν γιὰ σταυρὸ καὶ ἐσταυρωμένο, τὸ θεωροῦσαν «μωρίαν», ἀνοησία (Α΄ Κορ. 1,18). Δὲν μποροῦσαν νὰ ἐμβαθύνουν στὸ νόημα ποὺ περικλείει ἡ σταύρωσις τοῦ Χριστοῦ. Καὶ σήμερα, ἂν ρωτή σετε μερικοὺς διανοουμένους, θὰ σᾶς ποῦν μόνο, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ἕνας μεγάλος ἀλτρουϊστὴς ποὺ θυσιάστηκε γιὰ τοὺς ἄλλους.
Ἐμεῖς, ἔχον τας ὁδηγὸ τὰ Εὐαγγέλια καὶ τὸν θεῖο λόγο, τολμοῦμε καὶ λέμε ὅτι ἡ φράσι αὐτή, ὅτι εἶνε ἕνας ἀλτρουϊστής, δὲν εἶνε ἐπαρκής. Οὐδεὶς ἀμφιβάλλει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶχε ἀγάπη κι ὅτι ἀπὸ ἀγάπη ἀπέθανε «ὑπὲρ ἡμῶν» (Α΄ Πέτρ. 2,21). Ἀλ λὰ κάτι τέτοιο κάνουν καὶ οἱ ἄνθρωποι· ἡ μάνα λ.χ. πεθαίνει γιὰ τὸ παιδί της, ὁ φίλος πεθαίνει γιὰ τὸν φίλο του, ὁ ἀξιωματικὸς κι ὁ στρατιώτης στὴν πρώτη γραμμὴ τοῦ πυρὸς θυσιάζονται διότι «μητρός τε καὶ πατρὸς καὶ τῶν ἄλλων προγόνων ἁπάντων τιμιώτερόν ἐστιν ἡ πατρίς» (γνώμη Σωκρ.· Πλάτ. Κρίτ. 12). Ἡ ἀγάπη ὅμως τοῦ Χριστοῦ ἔχει πολὺ μεγαλύτερο βάθος. Ποιό βάθος· ὅτι ὁ Χριστὸς ἀπέθανε ὄχι μόνο «ὑπὲρ ἡμῶν» ἀλλὰ καὶ «ἀντὶ ἡμῶν». Τὸ πρῶτο τὸ καταλαβαίνουν καὶ τὸ δέχονται ὅλοι, γιὰ τὸ δεύτερο ὡρισμένοι δυσκολεύονται. Ἐμεῖς, ὅσοι πιστεύουμε σ᾽ αὐτόν, νὰ λέμε ὄχι μόνο «ὑπὲρ ἡμῶν » ἀλλὰ καὶ «ἀντὶ ἡ μῶν». Ὑπάρχει δὲ μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ «ὑπὲρ ἡμῶν» καὶ τοῦ «ἀντὶ ἡμῶν».
Τί θὰ πῇ τὸ «ἀντὶ ἡμῶν»; Ἀκοῦμε τὸν προφήτη Ἠσαΐα, ὀχτακόσα χρόνια πρὸ Χριστοῦ, νὰ λέῃ γι᾽ αὐτόν· «Οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται. Αὐτὸς ἐτραυματίσθη διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν…Τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν»(Ἠσ. 53,4-5). Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Μεσσίας εἶνε ὁ ἀντικαταστάτης μας ἐπὶ τοῦ σταυροῦ. Καὶ ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος στὸ Κεκραγάριό του(Μελέτ. κεφ. Ζ΄, μτφρ. Εὐγ. Βουλγ., σ. 12) λέει· «Ἐγὼ ἠνόμησα, καὶ σὺ ἐκάθησες εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ κατηγορουμένου ·ἐγὼ ἔκανα τὸ πονηρόν, καὶ σὺ κατεδικάσθης ·ἐγὼ ἡμάρτησα, καὶ σὺ ἐμαστιγώθης μὲ τὸ φραγγέλλιον ·ἐγὼ ὑπερηφανεύθην, καὶ σὺ ἐταπεινώθης· ἐγὼ παρήκουσα εἰς τὰς ἐντολὰς τοῦ Πλάστου, καὶ σὺ διὰ τῆ ςἰδικῆς σου τελείας ὑπακοῆς εἰς τὸ θέλημα τοῦ οὐρανίου Πατρὸς ἐξώφλησες τὸ ἁμάρτημα τῆς ἰδικῆς μου παρακοῆς » (ἡμέτ. βιβλ. Πρὸς τὸν Γολγοθᾶν, Ἀθῆναι 19894, σ. 283). Αἰτία τοῦ πάθους σου εἶμαι ἐγὼ ὁ ἁμαρτωλός! αὐτό, ἂν δὲν τὸ αἰσθανθοῦ με σήμερα καὶ δὲν θὰ κλάψουμε, δὲν θὰ προσεγγίσουμε τὸ μυστήριο τοῦ σταυροῦ.
Αὐτὰ ποὺ ἔπαθε ὁ Χριστός, ἔπρεπε νὰ τὰ πάθουμε ἐμεῖς. Ἡ δική μας κεφαλή, ποὺ φιλοξενεῖ τόσες πονηρὲς ἔννοιες καὶ τόσους ἀθλίους διαλογισμούς, ἔπρεπε νὰ φορέσῃ ἀγκάθινο στεφάνι, καὶ ὄχι ἡ δική του ἀκήρατη κεφαλή, ποὺ κυβερνᾷ μὲ σοφία καὶ ἀγαθότητα τὰ σύμπαντα. Ἡ δική μας γλῶσσα, ποὺ ψεύδεται, διαβάλλει, συκοφαντεῖ, βλασφημεῖ, «κόκκαλα δὲν ἔχει καὶ κόκκαλα τσακίζει», αὐτὴ ἔπρεπε νὰ γευθῇ τὸ ὄξος καὶ τὴ χολή, καὶ ὄχι ἡ γλῶσσα τοῦ Χριστοῦ ποὺ πάντοτε ἐλάλησε τὴν ἀλήθεια. Τὰ δικά μας χέρια, ποὺ καθημερινῶς διαπράττουν τόσες ἁμαρτωλὲς πράξεις, ἔπρεπε νὰ καρφωθοῦν στὸ ξύλο, καὶ ὄχι τὰ χέρια τοῦ Χριστοῦ, ποὺ σκόρπιζαν παν τοῦ μύρα ἀγάπης, εὐλογίες, θεραπεῖες, εὐεργεσίες.
Τὰ δικά μας πόδια, ποὺ ἀφήνουν τὴν εὐθεῖα ὁδὸ καὶ ξεμακραίνουν σὲ μονοπάτια σκοτεινὰ καὶ σκολιά, ἔπρεπε νὰ ἀκινητοποιηθοῦν πάνω στὸ σταυρό, καὶ ὄχι τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ, ποὺ βάδισαν χιλιόμετρα γιὰ νὰ βροῦν τὸ ἀπολωλὸς πρόβατο καὶ νὰ φέρουν τὸ μήνυμα τῆς σωτηρίας κι ὅπου πάτησαν εὐωδίασαν τὴ γῆ.
Ἐμεῖς λοιπὸν εἴμαστε οἱ ἔνοχοι, κ᾽ ἐκεῖνος ὁ ἀθῷος. Ἐμεῖς φορτώσαμε τὴ γῆ ἁμαρτίες, κ᾽ ἐκεῖνος εἶνε«ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου », ὅπως εἶπε ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος (Ἰω. 1,29). Φορτώθηκε τὰ βάρη μας καὶ μᾶς ἀπήλλαξε ὅλους, ἀπὸ Ἀδὰμ μέχρι συντελείας τοῦ αἰῶνος, ἀπὸ τὴν καταδίκη. Ἐὰν αὐτὸ δὲν τὸ συν αισθανθοῦμε, ὅτι δηλαδὴ ὁ Χριστὸς σταυρώθηκε «ἀντὶ ἡμῶν», ἀντὶ γιὰ ἐμένα τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ ἀντὶ γιὰ σᾶς καὶ ἀντὶ γιὰ ὅλους μας, εἰς μάτην ἑορτάζουμε. Καὶ ὅμως αὐτὴ ἡ ἀλήθεια σήμερα ἀπὸ πολλοὺς θεωρεῖται μωρία, ἀνοησία. Πῶς νὰ τὸ ἐξηγήσω ἀκόμη ἁπλούστερα;
Θὰ χρησιμοποιήσω τὸ ἑξῆς παράδειγμα ποὺ εἶχα διαβάσει. Κάποιος σκότωσε καὶ τὸν κυνηγοῦσαν νὰ τὸν συλλάβουν. –Πιάστε τον πιάστετον, φώναζαν, εἶνε ἔνοχος, σκότωσε ἄνθρωπο!…
Αὐτός, μὲ τὰ ροῦχα του ματωμένα ὅπως ἦταν, ἔτρεχε ἔξαλλος νὰ ξεφύγῃ. Σὲ μιὰ στιγμὴ βλέπει μιὰ πόρτα ἀ νοιχτή, προλαβαίνει καὶ μπαίνει μέσα χωρὶς νὰ ξέρῃ ποῦ βρίσκεται. Ποιός νὰ τὸ φανταστῇ· ἦταν τὸ σπίτι τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ θύματος! Ὁ σπιτονοικοκύρης, ὅταν τὸν εἶδε ἔτσι, κατάλαβε ὅτι αὐτὸς εἶνε ὁ φονιᾶς τοῦ ἀδελφοῦ του. Καὶ τί ἔκανε; τὸν παρέδωσε; Δὲν τὸν παρέδωσε. Ἀλλὰ τί· βγάζει τὰ ροῦχα του, ντύνει μ᾽ αὐτὰ τὸν φονιᾶ, καὶ παίρνοντας τὰ ματωμένα ροῦχα ἐκείνου τὰ φοράει ὁ ἴδιος.
Ὅταν σὲ λίγο χτύπησε τὴν πόρτα ἡ ἀστυνομία, ἔκρυψε τὸν φονιᾶ καὶ παρουσιάστηκε αὐτὸς ὡς ἔνοχος! –Ἐγὼ τὸν σκότωσα, λέει· πιάστεμε… Καὶ ἔπιασαν αὐτὸν καὶ τὸν ὡδήγησαν στὸ κρατητήριο νὰ τιμωρηθῇ. Τὸ παράδειγμα αὐτό, ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ἀπὸ ὑπερβολικὴ ἀγάπη παρέστησε τὸν ἑαυτό του ὡς ἔνοχο γιὰ νὰ ἀθῳωθῇ ὁ ὄντως ἔνοχος, ζωντανεύει ἐμ - πρός μας τὰ λόγια «Οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται…»καὶ«Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου ». Ποιός εἶνε ὁ αἴτιος τῆς καταδίκης τοῦ Ἰησοῦ; Ἐμεῖς. Ἂν ἐμεῖς στὴν ἀρχὴ δὲν ἁμαρτάναμε, θὰ ἤμασταν τώρα ὅλοι στὸν παράδεισο καὶ ὁ Χριστὸς δὲν θὰ σταυρωνόταν.
Ἡ ἱστορικὴ ἀλήθεια εἶνε, ὅτι οἱ Ἑβραῖοι σταύρωσαν τότε τὸν Χριστό. Ἀλλὰ ἡ πνευματικὴ ἀλήθεια, ποὺ πρέπει νὰ παραδεχθοῦμε, εἶνε κάτι ἄλλο σπουδαιότερο· ὅτι κ᾽ ἐμεῖς σήμερα τὸν σταυρώνουμε. Ποῦ; Παντοῦ. Δὲν ὑπάρχει γωνία τῆς Ἑλλάδος –γιὰ νὰ περιοριστοῦμε στὴν πατρίδα μας–, ποὺ δὲν σταυρώνεται ὁ Χριστός· στὰ σπίτια, στὰ σχολεῖα, στὸ στρατό, στὶς συγκοινωνίες, στὰ τηλέφωνα, στὰ γήπεδα, στὰ κέντρα, στοὺς σταθμούς, στὸν τύπο, στὸ κοινοβούλιο, στὰ δικαστήρια; (σπανίως θὰ βρεθῇ κάποιος νὰ πῇ· Κύριε πρόεδρε, δὲν μπορῶ νὰ παλαμίσω τὸ Εὐαγγέλιο· ὁ Κύριος εἶπε «μὴ ὀμόσαι ὅλως »(Ματθ. 5,34). Δὲν τὸν σταυρώνουμε λοιπὸν κ᾽ ἐμεῖς, ὅπως οἱ Ἰουδαῖοι, ὅταν ὁρκιζώμαστε, ὅταν περιφρονοῦμε καὶ καταπατοῦμε τὶς ἐντολές του, ὅταν βλασφημοῦμε τὰ θεῖα;
Στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο ὁ Χριστὸς λέει· «Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον » (Ἰω. 3,16). Καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ἀλλοῦ γράφει· «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν» (Α΄ Ἰω.4,8). Ὁ κόσμος ὁλόκληρος ζῇ καὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ· καὶ καθένας ἀπὸ μᾶς μύριες ἀποδείξεις τῆς ἀγάπης του ἔχουμε. «Ἐν αὐτῷ γὰρ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν» (Πράξ. 17, 28). Τί νὰ πρωτοαναφέρῃ κανείς; Ἀγάπη δὲν εἶνε ὁ ἥλιος ποὺ φωτίζει καὶ ζεσταίνει τὴ γῆ; (ὡς διαμαρτυρία τοῦ ἡλίου ἦταν ὅτι ἐπὶ τρεῖς ὧρες, «ἀπὸ ἕκτης ὥρας σκότος ἐγένετο ἐπὶπᾶσαν τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης» Ματθ. 27,45). Δωρε ὰν ὁ ἥλιος, δωρεὰν τὸ νερὸ ποὺ μᾶς ποτίζει, δωρεὰν τὰ νέφη, δωρεὰν οἱ θάλασσες, δωρεὰν οἱ πηγές, δωρεὰν οἱ ποταμοί, δωρεὰν τὰ δέντρα, δωρεὰν τὰ πουλιὰ ποὺ κελαηδοῦν, δωρεὰν τὰ πάντα. Πῶς νὰ ὑμνήσουμε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ; ἡ γλῶσσα εἶνε ἀδύνατη.
Ἀλλὰ ἡ ὑψίστη ἀγάπη του, τὸ ζενὶθ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, εἶνε ὅτι ἔδωσε τὸν Υἱόν του γιὰ τὴν σωτηρία μας. Δὲν ὑπῆρχε ἄλλο μέσο; Μποροῦσε νὰ χρησιμοποιήσῃ καὶ ἄλλο μέσο, ἀλλὰ ἐξέλεξε αὐτό, τὴν σταυρικὴ θυσία, γιὰ νὰ δείξῃ τὸ μέγεθος τῆς ἀγάπης του· «οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν… ». Δὲν ὑπάρχει ἄλλη μεγαλύτερη ἀγάπη.
Λένε, ἀγαπητοί μου, γιὰ ἕνα βασιλιᾶ τῆς Γαλλίας ὅτι ὅταν ἄκουσε πρώτη φορὰ γιὰ τὸ Χριστό, ὅτι οἱ Ἑβραῖοι τὸν σταύρωσαν, εἶπε αὐθόρμητα· Ἄχ, νὰ ἤμουν ἐκεῖ μὲ τοὺς στρατιῶτες μου! θὰ μποροῦσα νὰ τοὺς διαλύσω…
Καὶ ὅμως ὁ Χριστός, ἡ Ἀγάπη, ἐνῷ μποροῦσε, δὲν τοὺς διέλυσε. «Ὑπέμεινε σταυρὸν» γιὰ ἐμᾶς (Ἑβρ. 12,2). Αὐτὸ εἶνε ἔνδειξις τῆς ἀγάπης του. Ἐν τούτοις ἐμεῖς εἴμαστε ἀχάριστοι, μοχθηροί, βλάσφημοι, ἐπίορκοι, πόρνοι, μοιχοί, ἐλεεινοί· στὸν τόπο μας γίνονται τετρακόσες χιλιάδες ἐκτρώσεις τὸ ἔτος. Θεέ μου, πῶς μᾶς ἀνέχεσαι; «Δόξα τῇ μακροθυμίᾳ σου, Κύριε ».
Αὐτὸ λοιπὸν ποὺ ἔχουμε νὰ κάνουμε, εἶνε νὰ συναισθανθοῦμε ὅτι ἐ μεῖς εἴ μαστε οἱ ὑπεύθυνοι τῆς σταυρώσεως καὶ νὰ φωνάξουμε· Χριστὲ ἐλέησέ με, συγχώρεσέ με· «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42).
Κυριακή Σύντομον Κήρυγμα. Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 28-4-1994. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 17-3-2014.

Ὁ θρίαμβος τῆς Ἐκκλησίας

Ὁ θρίαμβος τῆς Ἐκκλησίας

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος
untitled (9)Πῶς ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός; Στὸ βασικὸ αὐτὸ ἐρώτημα ἂς μὴν προσπαθήσουμε ν’ ἀπαντήσουμε μὲ τὸ ἐπιχείρημα τῆς δημιουργίας τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, γιατί ὁ ἄπιστος δὲν θὰ τὸ παραδεχθεῖ. Ἂν τοῦ ποῦμε ὅτι ἀνέστησε νεκρούς, θεράπευσε τυφλούς, ἔδιωξε δαιμόνια, οὔτε τότε θὰ συμφωνήσει. Ἂν τοῦ ποῦμε ὅτι ὑποσχέθηκε ἀνάσταση νεκρῶν, βασιλεία οὐρανῶν καὶ ἀνέκφραστα ἀγαθά, τότε ὄχι μόνο δὲν θὰ συμφωνήσει, ἀλλὰ καὶ θὰ γελάσει.
Πῶς λοιπὸν θὰ τὸν ὁδηγήσουμε στὴν πίστη, καὶ μάλιστα ὅταν δὲν εἶναι πνευματικὰ καλλιεργημένος; Ἀσφαλῶς μὲ τὸ νὰ στηριχθοῦμε σὲ ἀλήθειες, ποὺ κι ἐμεῖς καὶ αὐτὸς παραδεχόμαστε χωρὶς καμιὰ ἀντίρρηση καὶ ἀμφιβολία.
Σὲ ποιὸ λοιπὸν σημεῖο συμφωνοῦμε μαζί του ἀπόλυτα; Στὸ ὅτι ὁ Χριστὸς φύτεψε τὴν Ἐκκλησία. Ἀπ’ αὐτὸ θὰ φανερώσουμε τὴ δύναμη καὶ θ’ ἀποδείξουμε τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Θὰ δοῦμε ὅτι εἶναι ἀδύνατο ν’ ἀποτελεῖ ἀνθρώπινο ἔργο ἡ διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ σ’ ὅλη τὴν οἰκουμένη μέσα σὲ τόσο σύντομο χρονικὸ διάστημα. Καὶ μάλιστα, ὅταν ἡ χριστιανικὴ ἠθικὴ προσκαλεῖ στὴν ἀνώτερη ζωὴ ἀνθρώπους μὲ κακὲς συνήθειες, δούλους τῆς ἁμαρτίας. Καὶ ὅμως, ὁ Κύριος κατόρθωσε νὰ ἐλευθερώσει ἀπ’ ὅλα αὐτὰ ὄχι μόνο ἐμᾶς, μὰ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος.
Κι αὐτὸ τὸ κατόρθωσε χωρὶς νὰ χρησιμοποιήσει ὅπλα, χωρὶς νὰ ξοδέψει χρήματα, χωρὶς νὰ κινητοποιήσει στρατούς, χωρὶς νὰ προκαλέσει πολέμους. Τὸ κατόρθωσε ξεκινώντας μὲ δώδεκα μόνο μαθητές, ποὺ ἦταν ἄσημοι, ἀμόρφωτοι, φτωχοί, γυμνοί, ἄοπλοι…
Μὲ τέτοιους ἀνθρώπους κατόρθωσε νὰ πείσει τὰ ἔθνη νὰ σκέφτονται σωστά, ὄχι μόνο γιὰ τὴν παροῦσα ζωή, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ μέλλουσα. Μπόρεσε νὰ καταργήσει προγονικοὺς νόμους, νὰ ξεριζώσει ἀρχαῖες συνήθειες καὶ νὰ φυτέψει νέες. Μπόρεσε ν’ ἀποσπάσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν εὔκολο τρόπο ζωῆς καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὸ δύσκολο. Καὶ ὅλ’ αὐτὰ τὰ κατόρθωσε, ἐνῶ ὅλοι Τὸν πολεμοῦσαν, ἐνῶ ὁ ἴδιος εἶχε ὑπομείνει ἐξευτελιστικὴ σταύρωση καὶ ταπεινωτικὸ θάνατο!
Ἀσφαλῶς δὲν συμβαίνουν αὐτὰ στοὺς ἀνθρώπους. Μᾶλλον τὰ ἀντίθετα τοὺς συμβαίνουν. Ὅσο δηλαδὴ ζοῦν καὶ εὐδοκιμοῦν οἱ ἴδιοι, τὸ ἔργο τους προοδεύει. Ὅταν ὅμως πεθάνουν, καταστρέφεται μαζί τους ὅ,τι δημιούργησαν. Καὶ αὐτὸ τὸ παθαίνουν ὄχι μόνο οἱ πλούσιοι οὔτε μόνο οἱ ἄρχοντες, ἀλλὰ καὶ οἱ κυβερνῆτες ἀκόμα. Γιατί καὶ οἱ νόμοι τους καταλύονται καὶ ἡ μνήμη τους σβήνει καὶ τ’ ὄνομά τους ξεχνιέται καὶ οἱ ἔμπιστοι ἄνθρωποί τους παραγκωνίζονται.
Αὐτὰ συμβαίνουν σ’ ἐκείνους, ποὺ πρῶτα μ’ ἕνα νεῦμα κυβερνοῦσαν λαοὺς καὶ ὁδηγοῦσαν στὸν πόλεμο ὁλόκληρες στρατιές. Σ’ ἐκείνους, ποὺ καταδίκαζαν σὲ θάνατο καὶ ἀνακαλοῦσαν ἐξόριστους.
Στὸν Κύριο ὅμως ἔγινε ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο. Θλιβερὴ ἦταν ἡ κατάσταση τοῦ ἔργου Του πρὶν ἀπὸ τὴ σταύρωση: Ὁ Ἰούδας Τὸν πρόδωσε, ὁ Πέτρος Τὸν ἀρνήθηκε, οἱ ὑπόλοιποι μαθητὲς ἔφυγαν γιὰ νὰ σωθοῦν καὶ πολλοὶ πιστοὶ Τὸν ἐγκατέλειψαν. Μόνος ἔμεινε ἀνάμεσα στοὺς ἐχθρούς. Ὅμως, μετὰ τὴ σφαγὴ καὶ τὸ θάνατο, γιὰ νὰ μάθεις ὅτι δὲν ἦταν ἁπλὸς ἄνθρωπος ὁ Σταυρωμένος, ἔγιναν ὅλα λαμπρότερα, φαιδρότερα, ἐνδοξότερα.
Ὁ Πέτρος, ὁ κορυφαῖος ἀπόστολος, αὐτὸς ποὺ πρὶν ἀπὸ τὴ σταύρωση δὲν ἄντεξε τὴν ἀπειλὴ μίας ὑπηρετριούλας, ἀλλά, μετὰ ἀπὸ τόσες οὐράνιες διδασκαλίες καὶ τὴ συμμετοχή του στὰ θεία μυστήρια, εἶπε ὅτι δὲν γνωρίζει τὸν Κύριο, αὐτὸς ὁ ἴδιος, μετὰ τὴ σταύρωση, Τὸν κήρυξε στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης. Ἀναρίθμητα πλήθη μαρτύρων θυσιάστηκαν, γιατί προτίμησαν νὰ θανατωθοῦν παρὰ ν’ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό, ὅπως τὸν εἶχε ἀρνηθεῖ ὁ κορυφαῖος ἀπόστολος, τρομοκρατημένος ἀπὸ τὴν ἀπειλὴ ἑνὸς κοριτσιοῦ. Ὅλες τώρα οἱ χῶρες, ὅλες οἱ πόλεις, τὰ ἐρημικὰ καὶ τὰ κατοικημένα μέρη, τὸν Σταυρωμένο ὁμολογοῦν. Σ’ Αὐτὸν πιστεύουν οἱ βασιλιάδες κι οἱ στρατηγοί, οἱ ἄρχοντες καὶ οἱ ὕπατοι, οἱ δοῦλοι καὶ οἱ ἐλεύθεροι, οἱ ἀγράμματοι καὶ οἱ μορφωμένοι, οἱ βάρβαροι καὶ τὰ διάφορα ἔθνη τῶν ἀνθρώπων.
Ἀκόμα κι ὁ μικρὸς καὶ ἀσήμαντος ἐκεῖνος τάφος, ποὺ δέχθηκε τὸ αἱμόφυρτο μαρτυρικὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, εἶναι τιμιότερος ἀπὸ χίλια βασιλικὰ παλάτια καὶ σεβαστὸς ἀκόμα καὶ στοὺς βασιλιάδες.
Τὸ παράδοξο μάλιστα εἶναι, ὅτι αὐτὸ ποὺ συνέβη στὸν Κύριο, συνέβη καὶ στοὺς μαθητές Του. Γιατί αὐτοὺς ποὺ περιφρονοῦσαν καὶ φυλάκιζαν, αὐτοὺς ποὺ βασάνιζαν σκληρὰ μὲ ἀναρίθμητα μαρτύρια, αὐτοὺς ἀκριβῶς τοὺς ἴδιους, μετὰ τὸ θάνατό τους, τοὺς τιμοῦσαν περισσότερο κι ἀπὸ τοὺς βασιλιάδες.
Καὶ πῶς φαίνεται αὐτό; Στὴ Ρώμη, οἱ αὐτοκράτορες καὶ οἱ ὕπατοι καὶ οἱ στρατηγοὶ τὰ πάντα ἐγκαταλείπουν, καὶ τρέχουν νὰ προσκυνήσουν τοὺς τάφους τοῦ ψαρά Πέτρου καὶ τοῦ σκηνοποιοῦ Παύλου. Στὴν Κωνσταντινούπολη, αὐτοὶ ποὺ φοροῦν τὰ στέμματα, θέλουν νὰ ἐνταφιαστοῦν ὄχι κοντὰ στοὺς τάφους τῶν ἀποστόλων, ἀλλὰ στὰ πρόθυρα τῶν ναῶν τους. Κι ἔτσι γίνονται οἱ βασιλιάδες θυρωροὶ τῶν ψαράδων! Μάλιστα δὲν ντρέπονται γι’ αὐτό, ἀλλὰ καὶ καυχῶνται. Καυχῶνται ὄχι μόνο οἱ ἴδιοι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀπόγονοί τους.
Ὅταν οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ ἦταν μόνο δώδεκα καὶ δὲν ὑπῆρχε στὴ σκέψη κανενὸς ἡ Ἐκκλησία, ὅταν ἀκόμα ἡ ἰουδαϊκὴ συναγωγὴ ἀνθοῦσε καὶ ἡ ἀσεβὴς εἰδωλολατρία κυριαρχοῦσε σ’ ὁλόκληρη σχεδὸν τὴν οἰκουμένη, ὁ Κύριος εἶχε προφητέψει: «Πάνω σ’ αὐτὴ τὴν πέτρα (δηλαδὴ πάνω στὴν ὁμολογία πίστεως τοῦ Πέτρου) θὰ οἰκοδομήσω τὴν Ἐκκλησία μου, καὶ δὲν θὰ τὴν κατανικήσουν οἱ δυνάμεις τοῦ ἅδη» (Ματθ. 16:18).
Διαπιστώνεις τὴν ἀλήθεια αὐτῆς τῆς προφητείας; Βλέπεις τὴν ἐκπλήρωσή της; Σκέψου πόσο σημαντικὸ γεγονὸς εἶναι ἡ ἐξάπλωση τῆς Ἐκκλησίας σχεδὸν σ’ ὅλη τὴ γῆ μέσα σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα. Σκέψου πῶς ἄλλαξε τὴ ζωὴ τόσων ἐθνῶν καὶ ὁδήγησε στὴν πίστη τόσους λαούς, πῶς κατάργησε προγονικὰ ἔθιμα, πῶς ἀπελευθέρωσε ἀπὸ μακροχρόνιες συνήθειες, πῶς σκόρπισε σὰν σκόνη τὴν κυριαρχία τῆς ἡδονῆς καὶ τὴ δύναμη τῆς ἁμαρτίας, πῶς ἐξαφάνισε σὰν καπνὸ τὴν ἀκάθαρτη τσίκνα τῶν θυσιῶν, τὶς εἰδωλολατρικὲς τελετές, τὶς βδελυκτὲς ἑορτές, τὰ ξόανα, τοὺς βωμοὺς καὶ τοὺς ναούς, πὼς οἰκοδόμησε παντοῦ ἅγια θυσιαστήρια, στὴν πατρίδα μας καὶ στὶς χῶρες τῶν Περσῶν, τῶν Σκυθῶν, τῶν Μαύρων, τῶν Ἰνδῶν. Τί λέω; Ἀκόμα καὶ στὰ Βρετανικὰ νησιά, ποὺ βρίσκονται μακριὰ ἀπὸ τὴ Μεσόγειο, στὸν ὠκεανό, ἁπλώθηκε ἡ Ἐκκλησία καὶ χτίστηκαν θυσιαστήρια.
Τὸ ἔργο τῆς ἀπελευθερώσεως τόσων λαῶν ἀπὸ μακροχρόνιες αἰσχρὲς συνήθειες, καθὼς καὶ ἡ μεταβολὴ τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς ἀπὸ τὸν εὔκολο στὸν πολὺ δύσκολο, εἶναι πράγματι θαυμαστό, μᾶλλον ὑπερθαύμαστο. Ἀποδεικνύει θεία ἐνέργεια, ἀκόμα κι ἂν κανεὶς δὲν τὸ εἶχε ἐμποδίσει, ἀκόμα κι ἂν ἐπικρατοῦσε εἰρήνη καὶ πολλοὶ τὸ εἶχαν βοηθήσει. Γιατί ἡ ἐξάπλωση τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἐρχόταν σὲ σύγκρουση μόνο μὲ τὴν ἀρχαία συνήθεια, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἡδονή, τὸν εὐχάριστο τρόπο ζωῆς. Εἶχε δηλαδὴ δύο ἰσχυροὺς ἀντιπάλους, ποὺ τυραννοῦσαν τοὺς ἀνθρώπους: τὴ συνήθεια καὶ τὴν ἡδονή.
Ὅσα εἶχαν παραλάβει, πολλοὺς αἰῶνες πρίν, ἀπὸ τοὺς πατέρες, τοὺς παπποῦδες καὶ τοὺς ἀρχαιότερους προγόνους, ἀκόμα κι ὅσα εἶχαν παραλάβει ἀπὸ φιλοσόφους καὶ ρήτορες, ὅλα αὐτὰ συμφώνησαν νὰ τὰ περιφρονήσουν, πράγμα ἐξαιρετικὰ δύσκολο. Ἔπρεπε ἀκόμα νὰ δεχθοῦν ἕναν νέο τρόπο ζωῆς, καὶ μάλιστα πολὺ δυσκολοτερο. Γιατί ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴν τρυφὴ καὶ ὁδηγοῦσε στὴ νηστεία. Ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴ φιλαργυρία καὶ ὁδηγοῦσε στὴν ἀκτημοσύνη. Ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴν ἀσέλγεια καὶ ὁδηγοῦσε στὴν ἁγνεία. Ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὸ θυμὸ καὶ ὁδηγοῦσε στὴν πραότητα. Ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὸ φθόνο καὶ ὁδηγοῦσε στὴ φιλία. Ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴν ἄνετη κι εὐχάριστη ζωὴ καὶ ὁδηγοῦσε στὴ δύσκολη, τὴ σκληρή, τὴ γεμάτη θλίψεις. Καὶ μάλιστα ὁδηγοῦσε σ’ αὐτὴν ἐκείνους, ποὺ εἶχαν συνηθίσει στὴ ζωὴ τῶν ἀνέσεων. Γιατί δὲν ἔγιναν, βέβαια, χριστιανοί, ἄνθρωποι ποὺ ζοῦσαν σ’ ἄλλους κόσμους καὶ δὲν εἶχαν ἁμαρτωλὲς συνήθειες, ἀλλὰ ἔγιναν ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν σαπίσει μέσα σ’ αὐτὲς καὶ εἶχαν γίνει πιὸ μαλακοὶ κι ἀπὸ τὸν πηλό. Αὐτοὺς κάλεσε νὰ βαδίσουν τὸν σκληρὸ καὶ τραχὺ δρόμο. Καὶ τοὺς ἔπεισε νὰ τὸν βαδίσουν!
Πόσους ἔπεισε; Ὄχι μόνο δύο ἢ δέκα ἢ εἴκοσι ἢ ἑκατό, ἀλλ’ ἀμέτρητους. Καὶ μὲ ποιοὺς τοὺς ἔπεισε; Μὲ δώδεκα ἀνθρώπους ἀμόρφωτους, ἀκαλλιέργητους, ἄσημους, φτωχούς, χωρὶς περιουσία, χωρὶς σωματικὴ δύναμη, χωρὶς δόξα, χωρὶς λαμπρὴ καταγωγή, χωρὶς ρητορικὴ ἱκανότητα. Μὲ δώδεκα ἀνθρώπους ποὺ ἦταν ψαράδες, σκηνοποιοί, ἀλλὸγλωσσοι. Γιατί οὔτε καν τὴν ἴδια γλώσσα δὲν εἶχαν μὲ τοὺς εἰδωλολάτρες. Μιλοῦσαν τὴν ἑβραϊκή, ποὺ ἦταν πολὺ διαφορετικὴ ἀπ’ ὅλες τὶς ἄλλες γλῶσσες. Μ’ αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς δώδεκα οἰκοδομήθηκε ἡ Ἐκκλησία καὶ ἁπλώθηκε στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης.
Καὶ δὲν εἶναι μόνο τοῦτο τὸ θαυμαστό, ἀλλὰ καὶ τὸ ὅτι αὐτοὶ οἱ λίγοι, οἱ φτωχοί, οἱ ἀμόρφωτοι καὶ περιφρονημένοι, ποὺ βάλθηκαν ν’ ἀλλάξουν τὴν ἀνθρωπότητα, δὲν ἔκαναν ἀνενόχλητοι τὸ ἔργο τους. Ἀπὸ παντοῦ ἀντιμετώπιζαν ἀναρίθμητους πολέμους. Τοὺς πολεμοῦσαν σὲ κάθε ἔθνος καὶ σὲ κάθε πόλη. Ἀλλὰ τί λέω γιὰ ἔθνη καὶ πόλεις; Σὲ κάθε σπίτι ξεσηκωνόταν πόλεμος ἐναντίον τους. Ἡ διδασκαλία τοὺς χώριζε πολλὲς φορὲς τὸ παιδὶ ἀπὸ τὸν πατέρα, τὴ νύφη ἀπὸ τὴν πεθερά, τὸν ἕνα ἀδελφὸ ἀπὸ τὸν ἄλλο, τὸ δοῦλο ἀπὸ τὸν ἀφέντη, τὸν ὑπήκοο ἀπὸ τὸν ἄρχοντα, τὸν ἄνδρα ἀπὸ τὴ γυναίκα καὶ τὴ γυναίκα ἀπὸ τὸν ἄνδρα. Στὴν κάθε οἰκογένεια δὲν πίστευαν ὅλοι ταυτόχρονα, κι ἔτσι οἱ χριστιανοὶ ὑπέμεναν καθημερινὲς διαμάχες, ἀκατάπαυστες ἐχθρότητες, μύριους θανάτους.
Σὰν κοινοὺς ἀντιπάλους καὶ ἐχθροὺς ὅλοι τούς πολεμοῦσαν. Τοὺς καταδίωκαν οἱ βασιλιάδες, οἱ ἄρχοντες, οἱ ὑπήκοοι, οἱ ἐλεύθεροι, οἱ δοῦλοι, οἱ ὄχλοι, οἱ πόλεις. Καὶ δὲν καταδίωκαν μόνο τοὺς ἴδιους, ἀλλὰ -πράγμα φοβερὸ- καταδίωκαν ἀκόμα καὶ τοὺς νεόφυτους κατηχούμενους, ἐκείνους δηλαδὴ ποὺ μόλις εἶχαν πιστέψει.
Προξενοῦσε φρίκη καὶ ὀργὴ στοὺς εἰδωλολάτρες ἡ σκέψη νὰ ἐγκαταλείψουν τοὺς βωμούς, νὰ περιφρονήσουν τὶς θυσίες, ποὺ ὅλοι οἱ πατέρες καὶ οἱ πρόγονοί τους τελοῦσαν, καὶ νὰ πιστέψουν στὸν Κύριο. Νὰ πιστέψουν σ’ αὐτὸν ποὺ ἔλαβε ἀνθρώπινη σάρκα ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία, ποὺ δικάστηκε ἀπὸ τὸν Πιλάτο, ποὺ ἔπαθε ἀναρίθμητα δεινὰ κι ἐξευτελισμούς, ποὺ ὑπέμεινε τὸν ἀτιμωτικὸ θάνατο, ποὺ ἐνταφιάστηκε καὶ ἀναστήθηκε.
Τὸ παράδοξο μάλιστα εἶναι, ὅτι, ἐνῶ τὰ πάθη τοῦ Κυρίου ἦταν ἀναμφισβήτητα -πολλοὶ εἶχαν δεῖ τὶς μαστιγώσεις, τὰ χτυπήματα, τὰ φτυσίματα, τὰ ραπίσματα, τὸ σταυρό, τοὺς χλευασμούς, τὸν τάφο-, δὲν συνέβαινε τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὴν ἀνάσταση. Ὁ Κύριος, μετὰ ἀπὸ τὴν ἀνάστασή Του, ἐμφανίστηκε μόνο σὲ μαθητές. Παρὰ τὸ γεγονὸς αὐτό, μιλοῦσαν γιὰ τὴν ἀνάσταση καὶ ἔπειθαν τοὺς λαοὺς καὶ οἰκοδομοῦσαν τὴν Ἐκκλησία. Πῶς; Μὲ ποιὸν τρόπο; Μὲ τὴ δύναμη τοῦ Κυρίου, ποὺ τοὺς ἔστειλε νὰ κηρύξουν τὸ εὐαγγέλιό Του στὰ ἔθνη. Αὐτὸς ἦταν ποὺ τοὺς ἄνοιξε τὸ δρόμο. Αὐτὸς διευκόλυνε τὸ δύσκολο ἔργο τους. Ἂν δὲν τοὺς βοηθοῦσε ἡ θεία δύναμη, οὔτε καν θ’ ἄρχιζε ἡ διάδοση τοῦ χριστιανισμοῦ.
Γιατί ἐνῶ οἱ τύραννοι ὁπλίζονταν ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ οἱ στρατιῶτες πρότειναν τὰ ὅπλα τους, ἐνῶ οἱ ὄχλοι μαίνονταν σὰν ἀγριεμένη φωτιά, ἐνῶ ἡ κακὴ συνήθεια ἀντιπαρατασσόταν, ἐνῶ ρήτορες, σοφιστές, πλούσιοι, ἰδιῶτες καὶ ἄρχοντες ξεσηκώνονταν, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, πιὸ ἰσχυρὸς κι ἀπὸ φλόγα, ἔκανε στάχτη τ’ ἀγκάθια, καθάρισε τοὺς ἀγροὺς κι ἔσπειρε τὸ λόγο τοῦ κηρύγματος. Ἄλλοι ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ρίχνονταν στὶς φυλακές, ἄλλοι ἐξορίζονταν, ἄλλων οἱ περιουσίες δημεύονταν, ἄλλοι φονεύονταν, ἄλλοι διαμελίζονταν. Καὶ μολονότι οἱ χριστιανοὶ ἀντιμετωπίζονταν σὰν κοινοὶ ἐγκληματίες, ὑπομένοντας κάθε εἶδος τιμωρίας, ἀτιμώσεως καὶ διωγμοῦ, ὅλο καὶ περισσότεροι ἔρχονταν στὴν Ἐκκλησία. Μάλιστα, ὄχι μόνο δὲν ἀποθαρρύνονταν οἱ νέοι πιστοὶ ἀπὸ τὰ βασανιστήρια ποὺ ἔβλεπαν νὰ ὑπομένουν οἱ παλαιότεροι, ἀλλὰ γίνονταν προθυμότεροι! Μόνοι τους ἔτρεχαν, ἀβίαστα, εὐγνωμονώντας τοὺς βασανιστές τους. Γίνονταν θερμοτεροι στὴν πίστη, βλέποντας τοὺς χειμάρρους τῶν αἱμάτων τῶν πιστῶν.
Εἶδες τὴν ἀσύγκριτη δύναμη Ἐκείνου πού ἔκανε ὅλα αὐτὰ τὰ θαύματα; Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ μὴ λυπᾶται κανείς, ὑποφέροντας τέτοια φρικτὰ μαρτύρια; Ὅμως αὐτοὶ χαίρονταν, σκιρτοῦσαν! Αὐτὸ ὁμολογεῖ, σὰν παράδειγμα, ὁ ἅγιος εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, πὼς ἔγινε καὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους, τότε ποὺ «ἔφυγαν ἀπὸ τὸ συνέδριο χαρούμενοι, γιατί ἀξιώθηκαν νὰ κακοποιηθοῦν γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ» (Πράξ. 5:41).
Κι ἐνῶ οὔτε ἕνα τοῖχο δὲν μπορεῖ νὰ χτίσει κανεὶς μὲ πέτρες καὶ ἀσβέστη ὅταν καταδιώκεται, οἱ ἀπόστολοι ἔχτιζαν τὴν Ἐκκλησία σ’ ὅλη τὴν οἰκουμένη ὑποφέροντας διωγμούς, φυλακίσεις, ἐξορίες καὶ μαρτυρικοὺς θανάτους. Καὶ δὲν τὴν ἔχτιζαν μὲ πέτρες, ἀλλὰ μὲ ψυχές, πράγμα πολὺ δυσκολότερο. Γιατί δὲν εἶναι τὸ ἴδιο νὰ χτίζεις ἕνα τοῖχο μὲ τὸ νὰ πείθεις διεφθαρμένες ψυχὲς ν’ ἀλλάζουν τρόπο ζωῆς, νὰ ἐγκαταλείπουν τὴ δαιμονικὴ μανία τους καὶ ν’ ἀκολουθοῦν τὴ ζωὴ τῆς ἀρετῆς.
Τὸ κατόρθωσαν ὅμως αὐτό, γιατί εἶχαν μαζί τους τὴν ἀκαταμάχητη δύναμη τοῦ Κυρίου, ποὺ εἶχε προφητέψει: «Θὰ οἰκοδομήσω τὴν Ἐκκλησία μου, καὶ δὲν θὰ τὴν κατανικήσουν οἱ δυνάμεις τοῦ ἅδη»(Ματθ. 16:18).
Συλλογίσου πόσοι τύραννοι πολέμησαν τὴν Ἐκκλησία καὶ πόσους φοβεροὺς διωγμοὺς ξεσήκωσαν ἐναντίον της… Ὁ Αὔγουστος, ὁ Τιβέριος, ὁ Γάϊος, ὁ Νέρων, ὁ Βεσπασιανός, ὁ Τίτος καὶ οἱ διάδοχοί τους μέχρι τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο, ἦταν ὅλοι εἰδωλολάτρες. Καὶ ὅλοι -ἄλλος ἠπιότερα, ἄλλος σκληρότερα- πολεμοῦσαν τὴν Ἐκκλησία. Τὴν πολεμοῦσαν ὅλοι. Κι ἂν μερικοὶ δὲν ξεσήκωναν οἱ ἴδιοι διωγμούς, ὅμως ἡ προσήλωσή τους στὴν εἰδωλολατρία ὑποκινοῦσε στὸν ἀγώνα ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας ὅσους ἤθελαν νὰ τοὺς κολακέψουν.
Παρ’ ὅλα αὐτά, τὰ κακόβουλα σχέδια καὶ οἱ ἐπιθέσεις τῶν εἰδωλολατρῶν διαλύθηκαν σὰν ἱστοὶ ἀράχνης, σκορπίστηκαν σὰν σκόνη, ἐξαφανίστηκαν σὰν καπνός. Ἀλλὰ καὶ ὅσα σχεδίαζαν ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, ἔγιναν ἀφορμὴ νὰ προκύψει μεγάλη ὠφέλεια στοὺς χριστιανούς. Γιατί δημιούργησαν τὶς χορεῖες τῶν μαρτύρων, ποὺ ἀποτελοῦν τὸ θησαυρό, τοὺς στύλους, τοὺς πύργους τῆς Ἐκκλησίας.
Βλέπεις λοιπὸν τὴ θαυμαστὴ ἐκπλήρωση τῆς προφητείας; Πραγματικά, «οἱ δυνάμεις τοῦ ἅδη δὲν θὰ τὴν κατανικήσουν». Ἀπὸ τὰ παρελθόντα ὅμως, πίστευε καὶ γιὰ τὰ μέλλοντα. Καὶ στὸ μέλλον κανεὶς δὲν θὰ μπορέσει νὰ νικήσει τὴν Ἐκκλησία. Γιατί ἂν δὲν κατόρθωσαν νὰ τὴ συντρίψουν ὅταν ἀριθμοῦσε λίγα μέλη, ὅταν ἡ διδασκαλία τῆς φαινόταν καινούργια καὶ παράξενη, ὅταν τόσοι φοβεροὶ πόλεμοι καὶ τόσοι πολλοὶ διωγμοὶ ἀπὸ παντοῦ ξεσηκώνονταν ἐναντίον της, πολὺ περισσότερο δὲν θὰ μπορέσουν νὰ τὴ βλάψουν τώρα, ποὺ κυριάρχησε σ’ ὅλη τὴν οἰκουμένη, ποὺ κυρίεψε ὅλα τὰ ἔθνη καὶ ποὺ ἐξαφάνισε τοὺς βωμοὺς καὶ τὰ εἴδωλα, τὶς γιορτὲς καὶ τὶς τελετές, τὸν καπνὸ καὶ τὴν τσίκνα τῶν αἰσχρῶν θυσιῶν.
Πῶς πέτυχαν οἱ ἀπόστολοι ἕνα τόσο μεγάλο, ἕνα τόσο σπουδαῖο κατόρθωμα, ἔπειτα ἀπὸ τόσα ἐμπόδια; Ἀσφαλῶς μὲ τὴ θεϊκὴ καὶ ἀκαταμάχητη δύναμη Ἐκείνου, ποὺ προφήτεψε τὴ δημιουργία καὶ τὸ θρίαμβο τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἀρνηθεῖ, ἐκτὸς κι ἂν εἶναι ἀνόητος καὶ ἐντελῶς ἀνίκανος νὰ σκέφτεται.
«Ἡ φωνὴ τῶν Πατέρων», τ. Ἃ΄ σ.65-74, ἔκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου Ὠρωπὸς Ἀττικῆς.)

Ἐξήγηση μερικῶν ρητῶν τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ πού βρίσκονται μέσα σέ τροπάρια πού ψάλλονται τό Ἅγιο Πάσχα

Ἐξήγηση μερικῶν ρητῶν τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ πού βρίσκονται μέσα σέ τροπάρια πού ψάλλονται τό Ἅγιο Πάσχα

ΙΣΤ΄ Διδασκαλία
166.—. Μέ πολλή εὐχαρίστηση θά σᾶς μιλοῦσα λίγο γιά τό νόημα τῶν ψαλμῶν πού ψάλλουμε στήν Ἐκκλησία, γιά νά μήν σᾶς ἀπορροφᾶ ἡ μελωδία, ἀλλά νά συμμετέχει ἀνάλογα καί ὁ νοῦς μας στή δύναμη καί τό βάθος τῶν λόγων. Τί λοιπόν ψάλαμε τώρα μόλις;
Εἶναι ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως˙
Ἄς προσφέρουμε σάν δῶρο τούς ἴδιους τούς ἑαυτούς μας.
Ἐπειδή στήν παλιά ἐποχή οἱ Ἰσραηλίτες στίς γιορτές, δηλαδή στά θρησκευτικά πανηγύρια, προσέφεραν, σύμφωνα μέ τό νόμο, διάφορα δῶρα στόν Κύριο, ὅπως «θυσίες», «ὁλοκαυτώματα», «ἀπαρχές» καί ἄλλα παρόμοια, συμβουλεύει καί ἐμᾶς ὁ ἅγιος Γρηγόριος νά γιορτάσουμε γιά τόν Κύριο ὅπως ἀκριβῶς ἐκεῖνοι καί μᾶς προτρέπει λέγοντας.
Εἶναι ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως1α.
Ἀντί τῆς ἁγίας ἡμέρας πού γιόρταζαν οἱ Ἰσραηλίτες, ἔχουμε τώρα ἡμέρα θεϊκοῦ πανηγυριοῦ, τήν ἡμέρα τοῦ χριστιανικοῦ Πάσχα. Τί εἶναι ὅμως τό Πάσχα τοῦ Χριστοῦ; Οἱ Ἰσραηλίτες γιόρταζαν τό «Φασέχ» ὅταν ἔφυγαν ἀπό τή γῆ τῆς Αἰγύπτου. Τό Πάσχα ὅμως πού μᾶς προτρέπει τώρα ὁ Ἅγιος νά πανηγυρίσουμε, τό γιορτάζει ἡ ψυχή, πού βγαίνει ἀπό τή νοητή Αἴγυπτο, δηλαδή ἀπό τήν ἁμαρτία. Γιατί, ὅταν διαβαίνει ἡ ψυχή ἀπό τήν ἁμαρτία στήν ἀρετή, τότε γιορτάζει τό «Φασέχ» τοῦ Κυρίου, ὅπως εἶπε καί ὁ Εὐάγριος: «Τό Πάσχα τοῦ Κυρίου εἶναι διάβαση, δηλαδή πέρασμα ἀπό τό χῶρο τῆς κακίας στόν χῶρο τῆς ἀρετῆς».
167.—. Σήμερα λοιπόν εἶναι Πάσχα τοῦ Κυρίου, ἡμέρα λαμπρῆς γιορτῆς, ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, πού πέθανε καί ἀναστήθηκε καί κάρφωσε στό σταυρό γιά χάρη μας τήν ἁμαρτία. Ἄς προσφέρουμε λοιπόν καί έμεῖς στόν Κύριο δῶρα, θυσίες καί ὁλοκαυτώματα, ὄχι βέβαια ἀλόγων ζώων, πού δέν τά θέλει ὁ Χριστός. Γιατί «θυσία καί προσφορά ἀλόγων ζώων δέν θέλησε καί ὁλοκαυτώματα μοσχαριῶν καί προβάτων δέν σοῦ εἶναι εὐάρεστα» (Ἑβρ. 10, 5-6: Ψαλμ. 39, 7). Καί ὁ Ἡσαΐας λέει: «Τί νά τίς κάνω τίς πολλές θυσίες σας; λέει ὁ Κύριος κ.τ.λ.» (Ἡσ. 1, 11). Ἀλλ’ ἐπειδή ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ θυσιάστηκε γιά μᾶς -ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος, «γιατί τό δικό μας Πάσχα εἶναι ὁ Χριστός πού θυσιάστηκε γιά μᾶς» (Α΄ Κορ. 5, 7)– γιά ν’ ἀπαλλάξει τόν κόσμο ἀπό τήν ἁμαρτία καί «ἔγινε κατάρα γιά μᾶς» -ὅπως λέει ἡ Ἁγ. Γραφή «καταραμένος εἶναι ὅποιος κρεμιέται στό ξύλο», γιά νά μᾶς ἐξαγοράσει ἀπό τήν κατάρα τοῦ νόμου (Γαλ. 3, 13) καί «γιά ν’ ἀποκτήσουμε τήν υἱοθεσία» (Γαλ. 4, 5)- ὀφείλουμε καί ἐμεῖς νά τοῦ προσφέρουμε σάν δῶρο κάτι ἀπό ἐκεῖνα πού τοῦ εἶναι εὐάρεστα. Ποιό λοιπόν δῶρο καί ποια θυσία ὀφείλουμε νά προσφέρουμε στόν Χριστό τήν Ἀναστάσιμη αὐτή ἡμέρα, γιά νά εὐαρεστηθεῖ, ἀφοῦ δέν θέλει θυσίες ἀλόγων ζώων; Πάλι ὁ ἅγιος Γρηγόριος μᾶς τό διδάσκει. Γιατί ἀφοῦ εἶπε:
Ἀναστάσεως ἡμέρα
πρόσθεσε:
Ἄς προσφέρουμε δῶρα τούς ἑαυτούς μας
ὅπως λέει καί ὁ Ἀπόστολος: «Προσφέρετε σάν δῶρο στόν Θεό τά σώματά σας, θυσία ζωντανή, ἅγια, εὐάρεστη στόν Θεό, τή λογική λατρεία σας» (Ρωμ. 12, 1).
168.—. Πῶς ὅμως ὀφείλουμε νά προσφέρουμε στόν Θεό τά σώματά μας θυσία ζωντανή καί ἅγια; Μέ τό νά μήν κάνουμε τά θελήματα πού μᾶς ὑπαγορεύει ἡ σάρκα μας καί ὁ λογισμός μας, ἀλλά ζώντας πνευματικά καί μή ἐκπληρώνοντας κανένα σαρκικό μας θέλημα (Ἐφεσ. 2, 3). Γιατί αὐτό ἀκριβῶς σημαίνει τό νά νεκρώσουμε τά μέλη τοῦ σώματος ποῦ μᾶς σπρώχνουν σέ γήινες ἐπιθυμίες (Κολ. 3, 5). Αὐτό θεωρεῖται ζωντανή θυσία, ἅγια καί εὐάρεστη στόν Θεό. Γιατί ὅμως ὀνομάζεται ζωντανή θυσία; Ἐπειδή τό ἄλογο ζῶο πού ὁδηγεῖται γιά θυσία, τήν ἴδια στιγμή πού θυσιάζεται, πεθαίνει. Οἱ ἅγιοι ὅμως πού προσφέρουν τούς ἑαυτούς τους στόν Θεό, θυσιάζονται καθημερινά, ἐνῶ ταυτόχρονα παραμένουν στή ζωή, ὅπως λέει ὁ Δαυΐδ: «Γιά χάρη Σου θανατωνόμαστε ὅλη τήν ἡμέρα, θεωρηθήκαμε σάν πρόβατα πού προορίζονται γιά σφαγή» (Ψαλμ. 43, 22). Αὐτό σημαίνει ἐκεῖνο πού λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος:
Ἄς προσφέρουμε τούς ἑαυτούς μας,
Δηλαδή, ἄς θυσιάσουμε τούς ἑαυτούς μας, ἄς τούς θανατώνουμε ὅλη τήν ἡμέρα, ὅπως ὅλοι οἱ ἅγιοι, γιά τόν Χριστό καί Θεό μας, γι’ αὐτόν πού πέθανε γιά χάρη μας. Πῶς ὅμως οἱ Ἅγιοι θανάτωσαν τούς ἑαυτούς τους; Ἔπαυσαν νά ἀγαποῦν τόν κόσμο καί τά ἐγκόσμια, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης στίς Καθολικές ἐπιστολές (Α΄ Ἰωάν. 2, 15) «ἀρνήθηκαν ἐντελῶς τή σαρκική ἐπιθυμία, τήν ἐπιθυμία τῶν ματιῶν καί τήν ὑπερηφάνεια τῆς κοσμικῆς ζωῆς, δηλαδή τή φιληδονία, τή φιλαργυρία, τήν κενοδοξία, σήκωσαν τό σταυρό τους, ἀκολούθησαν τόν Χριστό» (Ματθ. 16, 24) καί «σταύρωσαν ὄχι μόνο τούς ἑαυτούς τους γιά τόν κόσμο, ἀλλά καί ὅ,τι κοσμικό εἶχαν μέσα τους» (Γαλ. 6, 14). Γι’ αὐτό λέει κι ὁ Ἀπόστολος: «Αὐτοί πού ἀνήκουν στόν Ἰησοῦ Χριστό σταύρωσαν τή σάρκα μαζί μέ τά πάθη καί τίς ἐπιθυμίες» (Γαλ. 5, 24). Νά λοιπόν, ἔτσι θανάτωσαν τούς ἑαυτούς τους οἱ Ἅγιοι.
169.—. Πῶς ὅμως πρόσφεραν τούς ἑαυτούς τους; Ζώντας, ὄχι σύμφωνα μέ τίς ἐπιθυμίες τους, ἀλλά σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ ὑποτάσσοντας καί ἐγκαταλείποντας τά θελήματά τους γιά χάρη τῆς ἐντολῆς καί τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί τοῦ πλησίον, ὅπως εἶπε καί ὁ Ἀπόστολος Πέτρος: «Νά, ἐμεῖς τ’ ἀφήσαμε ὅλα καί Σέ ἀκολουθήσαμε» (Ματθ. 19, 27). Τί ἄφησε; Μήπως εἶχε χρήματα ἤ κτήματα ἤ χρυσάφι ἤ ἀσήμι; Μόνο τό δίχτυ εἶχε καί αὐτό παλιό, ὅπως εἶπε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος2. Ἄφησε ὅμως, ὅπως εἶπε, ὅλα τά θελήματἀ του3, ὅλη τήν «προσπάθεια» αὐτοῦ τοῦ κόσμου —και, ὅπως φαίνεται, καί ἄν ἀκόμη εἶχε χρήματα ἤ περιουσία καί ἐκεῖνα θά τά περιφρονοῦσε— καί ἀφοῦ σήκωσε τό σταυρό, ἀκολούθησε τόν Χριστό, σύμφωνα μ’ αὐτό πού λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Δέν ζῶ πιά ἐγώ, ἀλλά μέσα μου ζεῖ ὁ Χριστός (Γαλ. 2, 20). Νά, ἔτσι πρόσφεραν γιά δῶρα τούς ἑαυτούς τους οἱ Ἅγιοι. Ἀφοῦ νεκρώθηκαν, ὅπως εἴπαμε, ἀπό κάθε «προσπάθεια» καί κάθε προσωπικό θέλημα, ἔζησαν δοσμένοι μόνο στόν Χριστό καί στίς ἐντολές Του.
170.—. Ἔτσι λοιπόν καί ἐμεῖς «ἄς προσφέρουμε τούς ἑαυτούς μας»,
ὅπως διδάσκει ὁ ἅγιος Γρηγόριος. Γιατί ἐμᾶς ἐννοεῖ ὅταν λέει:
«τό πιό πολύτιμο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ».
Ἀληθινά, τό πολυτιμότερο, ἀπ’ ὅλα τά ὁρατά κτίσματα, εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Γιατί ἐκεῖνα μέν τά δημιούργησε ὁ Θεός μόνο μέ τό λόγο Του λέγοντας: «Νά γίνει αὐτό» καί ἔγινε. Καί πάλι: «Νά φυτρώσει στή γῆ αὐτό» καί φύτρωσε ἤ «νά βγάλουν τά νερά τῆς θάλασσας ψάρια» καί ἔβγαλαν» (Γεν. 1, 3, 11, 20) καί ὅλα τ’ ἄλλα. Τόν ἄνθρωπο ὅμως τόν ἔπλασε μέ τά ἴδια Του τά χέρια4 καί τόν καταστόλισε. Καί ὅλα τά κτίσματα τά δημιούργησε μέ τό σκοπό νά ὑπηρετοῦν καί ν’ ἀναπαύουν τόν ἄνθρωπο. Τόν ἄνθρωπο ὅμως τόν ὅρισε βασιλιά ὅλων αὐτῶν τῶν δημιουργημάτων καί τόν ἔπλασε γιά ν’ ἀπολαμβάνει τήν τρυφή τοῦ παραδείσου. Καί τό πιό ἀξιοθαύμαστο εἶναι ὅτι, ὅταν αὐτός ξέπεσε ἀπό τή θέση του, ἀπό δικό του λάθος, πάλι τόν ἀποκατέστησε στήν πρώτη του κατάσταση, μέ τό Αἷμα του Υἱοῦ Του τοῦ Μονογενοῦς, ὥστε νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος τό πολυτιμότερο ἀπ’ ὅλα τά ὁρατά δημιουργήματα. Καί ὄχι μόνο τό πολυτιμότερο, ἀλλά καί τό τιμιότερο καί τό πιό οἰκεῖο.
Γιατί εἶπε: «Ἄς δημιουργήσουμε τόν ἄνθρωπο, ‘κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ’ ὁμοίωσιν’» (Γεν. 1, 26). Καί ἀκόμα ἡ Ἁγ. Γραφή συμπληρώνει: «Δημιούργησε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο, ‘κατ’ εἰκόνα’ Θεοῦ τόν δημιούργησε, καί φύσηξε πάνω στό πρόσωπό του πνοή ζωῆς» (Γεν. 2, 7). Καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας, ὅταν σαρκώθηκε, πῆρε ἀνθρώπινη μορφή, σάρκα ἀνθρώπου καί ψυχή ἀνθρώπου5. Καί μέ λίγα λόγια, ἔγινε σ’ ὅλα ἄνθρωπος, ἐκτός ἀπό τήν ἁμαρτία, φέρνοντας μ’ αὐτόν τόν τρόπο κοντά Του τόν ἄνθρωπο, κάνοντάς τον, ὅπως θά λέγαμε, δικό Του. Γι’ αὐτό λοιπόν πολύ καλά καί ταιριαστά εἶπε ὁ ἅγιος Γρηγόριος: «Τό πιό πολύτιμο καί τό πιό οἰκεῖο δημιούργημα γιά τόν Θεό εἶναι ὁ ἄνθρωπος».
171.—. Μετά πιό καθαρά προσθέτει: Ἄς ἀποκαταστήσουμε τήν εἰκόνα πού μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός στήν ἀρχική της κατάσταση.
Πῶς ὅμως θα γίνει αὐτό; Μᾶς λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ἄς καθαρίσουμε τούς ἑαυτούς μας ἀπό κάθε σωματικό καί πνευματικό μολυσμό» (Β΄ Κορ. 7, 1). Ἄς ξανακάνουμε καθαρή τήν εἰκόνα μας, ὅπως τήν παραλάβαμε. Ἄς τήν ἁπαλλάξουμε ἀπό τή βρωμιά τῆς ἁμαρτίας, γιά νά φανεῖ μέ τίς ἀρετές ἡ ὀμορφιά της. Γι’ αὐτή τήν ὀμορφιά προσευχόταν καί ὁ Δαυΐδ λέγοντας: «Κύριε, Σύ θέλησες καί ἔδωσες τόση δύναμη σέ κάθε ἀγαθό καί ὡραῖο πού ἔχω μέσα μου» (Ψαλμ. 29, 8). Ἄς καθαρίσουμε λοιπόν τό «κατ’ εἰκόνα» μας. Γιατί ὁ Θεός, τό θέλει ἀπό μᾶς ὅπως ἀκριβῶς μᾶς τό ἔδωσε, χωρίς κηλίδες ἤ ρυτίδες, ἤ κάτι παρόμοιο.
Ἄς ἀποκαταστήσουμε στό ἀρχαῖο κάλλος του τό «κατ’ εἰκόνα»
Ἄς συνειδητοποιήσουμε τή μεγάλη ἀξία πού μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός.
Ἄς μάθουμε πόσα μεγάλα ἀγαθά μᾶς δωρήθηκαν. Ἄς μάθουμε «κατ’ εἰκόνα» τίνος πλαστήκαμε. Ἄς μήν παραγνωρίσουμε τά μεγάλα δῶρα πού μᾶς δωρήθηκαν ἀπ’ Αὐτόν, ὄχι γιά τήν ἀξία μας, ἀλλά μόνο καί μόνο ἀπό τήν ἀγαθότητά Του. Ἄς μάθουμε ὅτι δημιουργηθήκαμε «κατ’ εἰκόνα» τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ πού μᾶς ἔπλασε.
Ἄς τιμήσουμε τό Ἀρχέτυπο. Ἄς μήν προσβάλλουμε τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μέ τήν ὁποία πλαστήκαμε. Ποιός ἀπό ἐκείνους, πού θέλουν νά ζωγραφίσουν τήν εἰκόνα τοῦ βασιλιᾶ, τολμάει νά χρησιμοποιήσει φθηνό καί ἄχρηστο χρῶμα καί νά προσβάλει τό βασιλιά μέ κίνδυνο νά τιμωρηθεῖ; Ἀντίθετα, χρησιμοποιεῖ ὅλα τά πολύτιμα καί λαμπρά χρώματα, πού εἶναι ἀντάξια τῆς εἰκόνας τοῦ βασιλιά6. Πολλές φορές μάλιστα τοποθετεῖ στήν εἰκόνα τῶν βασιλιάδων φύλλα χρυσοῦ καί φροντίζει ν’ ἀπεικονίζει, ὅσο εἶναι δυνατόν, ὅλα τά ἐνδύματα τοῦ βασιλιᾶ, ὥστε νά περιέχει ἡ εἰκόνα ὅλα τά βασιλικά χαρακτηριστικά καί ὅποιος τή βλέπει νά νομίζει ὅτι βλέπει τόν ἴδιο τό βασιλιά, τό ἴδιο τό Ἀρχέτυπο. Καί τότε ἡ εἰκόνα εἶναι πολύ ὄμορφη καί λαμπρή. Καί ἐμεῖς λοιπόν ἄς μήν ἀτιμάσουμε τό Ἀρχέτυπό μας. Δημιουργηθήκαμε «κατ’ εἰκόνα» τοῦ Θεοῦ, ἄς φτιάξουμε τήν εἰκόνα μας καθαρή καί ἔντιμη, ἀντάξια τοῦ Ἀρχέτυπου. Γιατί, ἄν, τιμωρεῖται ἐκεῖνος πού πρόσβαλε τήν εἰκόνα τοῦ βασιλιᾶ πού εἶναι καί αὐτός ἄνθρωπος τί πρέπει νά πάθουμε ἐμεῖς πού καταφρονοῦμε τη θεία εἰκόνα πού βρίσκεται μέσα μας, ὅπως εἶπε ὁ Ἅγιος «δέν ξαναδίνουμε στήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πού ἔχουμε μέσα μας ὁλόκληρη τήν ἀρχική της δόξα; Ἄς τιμήσουμε λοιπόν τό Ἀρχέτυπο»7;
172.—. Ἄς μάθουμε τοῦ μυστηρίου τή δύναμη
Καί γιά χάρη τίνος πέθανε ὁ Χριστός.
Ἡ δύναμη τοῦ μυστηρίου τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ εἶναι αὐτή: Ἐπειδή ἀφανίσαμε μέσα μας μέ τήν ἁμαρτία τό «κατ’ εἰκόνα» καί γι’ αὐτό νεκρωθήκαμε, ὅπως λέει καί ὁ Ἀπόστολος, «μέ τά παραπτώματα καί τίς ἁμαρτίες» (Ἐφες. 2, 1), γι’ αὐτό καί ὁ Θεός –πού μᾶς ἔπλασε «κατ’ εἰκόνα» Του- ἐπειδή σπλαγχνίστηκε τό πλάσμα καί τήν ἴδια τήν «εἰκόνα» Του, ἔγινε γιά μᾶς ἄνθρωπος, καί καταδέχθηκε νά ὑποστεῖ τό θάνατο γιά χάρη ὅλων τῶν ἀνθρώπων, γιά νά ἐπαναφέρει ἐμᾶς, τούς νεκρωμένους, στή ζωή, ἀπό τήν ὁποία ξεπέσαμε μέ τήν παράβαση τῆς ἐντολῆς. Ἔτσι, ἀφοῦ ἀνέβηκε καί σταύρωσε πάνω στόν ἅγιο σταυρό Του τήν ἁμαρτία, πού ἐξαιτίας της βγήκαμε ἀπό τόν Παράδεισο, «αἰχμαλώτησε τήν αἰχμαλωσία μας» (Ψαλμ. 67, 19: Ἐφες. 4, 8).
Τί σημαίνει ὅμως αὐτό; Σημαίνει ὅτι ἀπό τότε πού ὁ Ἀδάμ παρέβηκε τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, μᾶς αἰχμαλώτισε ὁ ἐχθρός καί μᾶς εἶχε ὑπόδουλους. Ὅταν λοιπόν οἱ ψυχές χωρίζονται ἀπό τά σώματα τῶν ἀνθρώπων πήγαιναν στόν Ἄδη, ἐπειδή ἦταν κλεισμένος ὁ Παράδεισος. Ὅταν ὅμως ὁ Χριστός ἀνέβηκε στό ὕψος τοῦ ἁγίου καί ζωοποιοῦ Σταυροῦ, μᾶς λύτρωσε μέ τό ἴδιο Του τό Αἷμα, ἀπό τή σκλαβιά πού μᾶς εἶχε δεμένους ὁ ἐχθρός μας, ὁ διάβολος, ἐξαιτίας τῆς παραβάσεως τῆς έντολῆς. Δηλαδή μᾶς ἄρπαξε πάλι ἀπό τά χέρια τοῦ ἐχθροῦ καί, κατά κάποιο τρόπο μᾶς πῆρε ἀπό τήν πρώτη σκλαβιά στή δική Του δουλεία, ἀφοῦ νίκησε καί κατατρόπωσε τόν διάβολο, πού μᾶς εἶχε πρίν σκλαβώσει. Γι’ αὐτό λέγεται «αἰχμαλώτισε αἰχμαλωσία». Αὐτή εἶναι ἡ δύναμη τοῦ μυστηρίου. Γι’ αὐτό ὁ Χριστός πέθανε γιά χάρη μας, γιά νά ξαναφέρει στή ζωή ἐμᾶς, πού εἴχαμε ἀπονεκρωθεῖ, ὅπως εἶπε ὁ Ἅγιος8. Λυτρωθήκαμε λοιπόν ἀπό τόν Ἄδη μέ τή φιλανθρωπία τοῦ Χριστοῦ καί τώρα εἶναι στό χέρι μας νά γυρίσουμε στόν Παράδεισο. Γιατί δέν μᾶς τυραννάει πιά, οὔτε μᾶς ἔχει δούλους ὅπως πρῶτα ὁ ἐχθρός.
173.—. Μόνο ἄς φροντίσουμε, ἀδελφοί μου, καί ἄς φυλάξουμε τούς ἑαυτούς μας ἀπό τήν ἔμπρακτη ἁμαρτία. Γιατί, ὅπως πολλές φορές σᾶς εἶπα, κάθε ἁμαρτία, πού γίνεται ἔμπρακτα, μᾶς ξανακάνει ὑπόδουλους στόν ἐχθρό, ἐπειδή μέ τή θέλησή μας παραδίνουμε καί ὑποδουλώνουμε τούς ἑαυτούς μας. Γιατί δέν εἶναι, ἀλήθεια, ντροπή καί μεγάλη ταλαιπωρία, ἀφοῦ ὁ Χριστός μᾶς λύτρωσε ἀπό τόν Ἄδη μέ τό πανάγιο Αἷμα Του καί ἀφοῦ τ’ ἀκοῦμε ὅλα αὐτά, νά ξαναγυρίσουμε καί νά ρίξουμε πάλι τούς ἑαυτούς μας στόν Ἄδη; Ἄραγε, δέν εἴμαστε τότε ἄξιοι γιά πιό χειρότερη καί ἐλεεινότερη κόλαση; Ὁ φιλάνθρωπος Θεός ἄς μᾶς ἐλεήσει καί ἄς μᾶς δώσει πνευματική ἀγρύπνια, γιά νά ἔρθουμε σέ συναίσθηση, νά βοηθήσουμε τούς ἑαυτούς μας καί νά βροῦμε λίγο ἔλεος τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως.
Ἀπό τό βιβλίο,
«Ὁ Ἀββᾶς Δωρόθεος, ἔργα ἀσκητικά»
Ἐκδ. «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ»
Ἱ.Μ. Τιμίου Προδρόμου Καρέα

“Για νὰ μὴν λυπᾶσθε….”

“Για νὰ μὴν λυπᾶσθε….”

Ἰωάννου Χρυσοστόμου
“Δέν θέλω, ἀδελφοί μου, νὰ ἀγνοεῖτε τά σχετικὰ μὲ ἐκείνους ποὺ ἔχουν κοιμηθεῖ, γά νά μὴν λυπᾶσθε, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα. “Γιατί ἂν πιστεύουμε ὅτι ὁ Ἰησοῦς πέθανε καί ἀναστήθηκε, ἔτσι καί ὁ Θεός, ἐκείνους ποὺ ἔχουν κοιμηθεῖ, ὄντας ἑνωμένοι μαζί του μὲ τὴν πίστη στὸν Ἰησοῦ, θά τοὺς πάρει κοντά του”2.
1.- Ἂς δοῦμε λοιπόν, πρῶτα ἀπ’ ὅλα αὐτό: Γιατί ὁ Ἀπόστολος, ὅταν μιλάει γιὰ τὸν Χριστὸ λέει τό θὰνατό Του, “θάνατο”, ἐνῶ ὅταν μιλάει γιὰ τὸ τέλος τοῦ ἀνθρώπου, ὀνομάζει τό θὰνατο “κοίμηση”, καὶ ὂχι “θάνατο”. Μιλάει γιὰ ὅσους ἔχουν “κοιμηθεῖ” καὶ ὄχι γιά ὅσους “πέθαναν”. Αὐτοὺς ποὺ ἔχουν κοιμηθεῖ μὲ πίστη στὸν Ἰησοῦ νά φέρει μαζί Του. Καὶ στὴ συνέχεια λέει: “ἐμεῖς οἱ ζωντανοὶ ποὺ θὰ μείνουμε πὶσω καὶ θὰ εἲμαστε στὴ ζωὴ ὅταν ἔρθει ὁ Κύριος, δὲν θὰ προφθάσουμε ὅσους θά ἔχουν κοιμηθεῖ”3. Οὔτε ἐδῶ βέβαια, εἶπε “αὐτοὺς ποὺ ἔχουν πεθάνει”, ἀλλὰ μολονότι μιλάει τρίτη φορὰ γι’ αὐτό, πάλι τὸ ὀνόμασε “κοίμηση”. Ὅταν ὅμως μιλάει γιὰ τὸ Χριστὸ λέει: “Ἂν πιστεύουμε ὅτι ὁ Χριστὸς πέθανε”. Δὲν λέει “κοιμήθηκε, ἀλλὰ “πέθανε”.
Γιατί λοιπόν, τὸ θὰνατό τοῦ Χριστοῦ τὸν ὀνόμασε θὰνατο, ἐνῶ τὸν θὰνατο τοῦ ἀνθρώπου τὸν ὀνόμασε κοίμηση; Δὲν χρησιμοποίησε ἀσφαλῶς, ὁ Ἀπόστολος ἄσκοπα καὶ ἐπιπόλαια αὐτὲς τὶς λέξεις, ἀλλὰ θέλησε μὲ αὐτὴ τὴ διάκριση, νὰ διδάξει κάτι πολὺ σπουδαῖο καὶ μεγάλο.
Γιὰ τὴν περίπτωση τοῦ Χριστοῦ, χρησιμοποίησε τὴ λέξη “θάνατο”, γιὰ νὰ βεβαιώσει τό πάθος Του. Γιὰ τούς ἀνθρώπους ὅμως χρησιμοποίησε τὴ λέξη “κοίμηση” γιὰ νὰ παρηγορήσει τὸν πόνο μας.
Ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος χρησιμοποιεῖ μὲ ἄνεση τὴ λέξη “θάνατος”. Γιὰ τὴν περίπτωση ὅμως τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος στηρίζεται στὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεώς Του, χρησιμοποιεῖ ὁ Ἀπόστολος τὴ λέξη “κοίμηση”, προσπαθώντας ἔτσι, νὰ παρηγορήσει τούς δικοὺς γιὰ τὴν στέρηση τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἔφυγε καὶ ταυτόχρονα νά τοὺς ἐνισχύσει μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως. Γιατί, ὅποιος ἔχει κοιμηθεῖ, σίγουρα θά ἀναστηθεῖ, ἐφόσον ὁ θάνατος δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο, παρὰ ὕπνος μακρύς.
Μπορεῖς βέβαια, νὰ πεῖς ὅτι αὐτὸς ποὺ πέθανε οὔτε αἰσθάνεται, οὔτε ἀκούει, οὔτε βλέπει τίποτα. Καὶ σ’ αὐτὸν ὅμως, ποὺ κοιμᾶται συμβαίνει τό ἲδιο. Θὰ μπορούσαμε μάλιστα, νὰ σημειώσουμε ἐδῶ κάτι ἀξιοθαύμαστο. Ἡ ψυχὴ δηλαδή, ἐκείνου ποὺ κοιμᾶται συμμετέχει κατὰ κάποιο τρόπον στὸν ὕπνο τοῦ σώματος. Ἡ ψυχὴ ὅμως ἐκείνου ποὺ ἔχει πεθάνει, παραμένει σὲ ἐγρήγορση.
Θᾶ μποροῦσε ἴσως κάποιος νά πεῖ: Ναί, καλὰ ὅλα αὐτά, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ πεθαίνει, σὲ λίγο σαπίζει, διαλύεται καὶ γίνεται σκόνη καὶ στάχτη. Τί σημασία ἔχει ὅμως αὐτό, ἀγαπητέ μου; Αὐτὸ εἶναι ἀκριβῶς, ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὀποῖο πρέπει νᾶ χαίρεσαι. Γιατί αὐτὸ κάνει καὶ ὁ ἄνθρωπος ὅταν θέλει νᾶ ξαναφτιάξει ἕνα σπίτι, ποὺ πάλιωσε. Βγάζει δηλαδή, πρῶτα ἔξω τοὺς ἐνοίκους του καὶ μετά, ἀφοῦ γκρεμίσει τό παλιὸ χτίζει καινούργιο καὶ ὀμορφότερο. Φυσικά, καθόλου δὲν λυποῦνται οἱ ἔνοικοι ποὺ βγῆκαν γιά λίγο ἀπὸ τὸ παλιὸ σπίτι, ἀλλὰ χαίρονται πάρα πολύ. Γιατί δὲν τοὺς ἀπασχολεῖ ἡ κατεδάφηση, ἀλλὰ χαίρονται προκαταβολικά γιά τὴν νέα οἰκοδομὴ ποὺ θὰ ξαναχτιστεῖ.
Τὸ ἲδιο ἀκριβῶς, κάνει καὶ ὁ Θεός. Ἐπειδὴ θέλει νά μᾶς ἀνακαινίσει, διαλύει τό σῶμα μας, ἀφοῦ πρῶτα βγάλει ἔξω ἀπὸ αὐτὸ τὴν ψυχή μας, γιὰ νὰ ἀνακαινίσει το σῶμα καὶ μετὰ νὰ ἐγκαταστήσει μέσα τὴν ψυχή, μὲ περισσότερη λαμπρότητα καὶ δόξα.
2.- Τὸ ἲδιο θά ’κανε καὶ ἂν κάποιος εἶχε ἕνα μεταλλικὸ ἀντικείμενο ποὺ ἔχει σκουριάσει ἀπὸ τὸ χρὸνο. Θὰ τὸ ἔσπαζε σὲ μικρὰ κομμάτια, θὰ τὸ ἔλιωνε στὸ καμίνι καὶ θὰ τὸ ξανάχυνε, φτιάχνοντας ἒτσι ἕνα καινούργιο πιὸ λαμπρὸ καὶ ὄμορφο. Ὅπως λοιπόν, ἡ διάλυση τοῦ μετάλλου στὸ καμίνι δὲν εἶναι ἀφανισμός, ἀλλὰ ἀνάπλαση τοῦ ἀντικειμένου, ἔτσι καὶ ὁ θάνατος τοῦ ἀνθρώπινου σώματος δὲν εἶναι καταστροφή, ἀλλὰ ἀνακαίνηση. Ὅταν λοιπόν, δεῖς νά διαλύεται τό σῶμα καὶ νὰ σαπίζει, ὅπως λυώνει τό μὲταλλο στὸ καμίνι, μὴ σταματήσεις σ’ αὐτὸ ποὺ βλέπεις, ἀλλὰ νά προσδοκᾶς τὴν ἀνακαίνηση. Οὔτε πάλι, νὰ σταθεῖς στὴν ἀναλογία τοῦ παραδείγματος μὲ τὴν ἀνοικοδόμηση, ἀλλὰ γύρισε πάλι τὴ σκέψη σου στὸ παράδειγμα τοῦ μεταλλουργοῦ.
Ὁ μεταλλουργὸς ὅταν χύνει τό παλιὸ μὲταλλο δὲν ξαναφτιάχνει γιὰ παράδειγμα, χρυσὸ καὶ ἀθάνατο ἀνδριάντα, ἀλλὰ μεταλλικὸ καὶ ἄψυχο. Ὁ Θεὸς ὅμως, δὲν κάνει ἔτσι, ἀλλὰ ἐνῶ βάζει στὴ γῆ πήλινο καί θνητό σῶμα, ἀνασταίνει χρυσὸ καὶ ἀθάνατο ἀνδριάντα. Δέχεται ἡ γῆ φθαρτό καί θνητό σῶμα καί σοῦ ἐπιστρέφει ἄφθαρτο καὶ ἀθάνατο.
Μὴν στέκεσαι λοιπόν, σὲ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει πιά κλείσει τά μάτια του καὶ κείτεται βουβὸς καὶ ἄφωνος, ἀλλὰ σκέψου ἐκεῖνον ποὺ θὰ ἀναστηθεῖ. Σκέψου ἐκεῖνον ποὺ θὰ ἀπολαύση δόξα ἀνέκφραστη, θαυμαστὴ καὶ ἐξαίσια. Στρέψε τά μάτια σου ἀπὸ αὐτὸ ποὺ βλέπεις, σὲ ἐκεῖνο ποὺ θὰ γίνει.
Ὀδύρεσαι βέβαια καὶ θρηνεῖς, γιατί ἔχασες τὴν συντροφιὰ ἑνὸς δικοῦ σου ἀνθρώπου. Δὲν εἶναι ὅμως λίγο παράλογο, ἀγαπητέ μου, νὰ παντρεύεις γιὰ παράδειγμα, τὴν κόρη σου σὲ ξένο τόπο, καὶ νὰ μὴν στεναχωριέσαι ποὺ εἶναι μακριά σου, ἀφοῦ περνάει καλὰ καὶ εἶναι ἐκεὶ εὐτυχισμένη κι ἐδῶ ποὺ ὄχι κανένας ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος πῆρε κοντά Του τὸν ἂνθρωπό σου νὰ θρηνεῖς σπαρακτικὰ καὶ νὰ ὀδύρεσαι;
Θά μοῦ πεῖς βέβαια, πῶς μπορῶ νὰ μὴν πονάω, ἄνθρωπός μου εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔφυγε. Οὔτε ἐγὼ ὅμως, σοῦ λέω κάτι τέτοιο. Δὲν σοῦ μιλάω γιὰ τὴ λύπη ἀλλὰ γιὰ τὴν ὑπερβολή. Γιατί, τὸ νὰ λυπᾶται κανεὶς εἶναι φυσικό. Τὸ νὰ χτυπιέται ὅμως, πὰνω ἀπὸ τὸ μὲτρο, εἶναι δεῖγμα μανίας, παραφροσύνης καὶ ἀδυναμίας ποὺ συνήθως ἐκδηλώνει ἡ γυναικεία ψυχή.
Πόνεσε, κλάψε, ἀλλὰ μὴν ἀπογοητεύεσαι, μὴν θυμώνεις καὶ μὴν ἀγανακτεῖς. Εὐχαρίστησε τόν Θεὸ ποὺ παίρνει τὸν ἂνθρωπό σου. Ἔτσι θὰ τιμήσεις ἐκεῖνον ποὺ ἔφυγε ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωὴ καὶ ἔτσι, θὰ τὸν ἐφοδιάσεις μὲ λαμπρά, ἐντάφια δῶρα. Ἂν ὅμως ἀπελπιστεῖς καὶ ἐκεῖνον ποὺ ἔφυγε δυσκολεύεις καὶ Ἐκεῖνον ποὺ τὸν πῆρε βλασφημεῖς καὶ τὸν ἑαυτό σου βλάπτεις. Ἀντίθετα, ἂν εὐχαριστεῖς γι’ αὐτὸ τὸν Θεό, καὶ τὸν ἂνθρωπό σου ἐτίμησες καὶ τὸν Θεὸ ποὺ τὸν πῆρε δόξασες καὶ τὸν ἑαυτό σου ἔχεις ὠφελήσει.
Δάκρυσε, στὸ μέτρο ποὺ δάκρυσε κι ὁ Κύριος σου γιὰ τὸ Λάζαρο καὶ ἒτσι μὲ τὸ παράδειγμά Του, ἔχει θέσει μέτρα, ὅρους καὶ κανόνα τῆς λύπης καὶ σὲ μᾶς. Αὐτά τά ὅρια, δὲν πρέπει ποτὲ νά τὰ ὑπερβαίνουμε. Τὸ ἲδιό μᾶς διδάσκει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: “Γιὰ ἐκείνους” λέει, “ποὺ ἔχουν κοιμηθεῖ, θέλω νά ξέρετε, τί ἀκριβῶς συμβαίνει, γιά νά μὴν λυπόσαστε, σάν τούς ἄλλους ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα”. Νά λυπᾶσαι, λέει ὁ Ἀπόστολος, ἀλλὰ ὄχι σάν τούς εἰδωλολάτρες, ποὺ δὲν ἔχουν ἰδέα γιὰ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, καὶ γι’ αὐτὸ δὲν ἐλπίζουν γιὰ τὴν μέλλουσα ζωή.
Σᾶς λέω εἰλικρινὰ πὼς ντρέπομαι καὶ κοκκινίζω, ὅταν περπατάω ἔξω καὶ συναντῶ γυναῖκες νὰ κλαῖνε γοερά, νὰ χτυπιοῦνται, νὰ τραβοῦν τὰ μαλλιά τους, νὰ ξεσκίζουν τό πρὸσωπό τους. Καὶ τὸ χειρότερο αὐτά τά κάνουν μπροστά στὰ μάτια τῶν ἄλλων ποὺ εἶναι εἰδωλολάτρες. Πολὺ δίκιο θὰ ἔχουν αὐτοὶ νὰ ποῦν: Αὐτοὶ εἶναι οἱ χριστιανοί, ποὺ πιστεύουν στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν; Αὐτοὶ εἶναι ἀσφαλῶς, ἀλλὰ δὲν συμφωνοῦν τά λόγια τους μὲ τὰ ἔργα τους. Μὲ τὰ λόγια πιστεύουν στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, στὴν πράξη ὅμως, συμπεριφέρονται σάν ἐκείνους ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα. Ἂν πίστευαν πραγματικά, ὅτι ὑπάρχει ἀνάσταση, δὲν θά ἔκαναν ὅσα τώρα κάνουν. Ἆν ἦταν βέβαιοι, ὅτι ὁ ἄνθρωπός τους ἔφυγε, γιά νά κληρονομήσει τὴν ἐπουράνια δωρεά, δὲν θὰ θρηνοῦσαν ἀπαρηγόρητα.
Αὐτὰ καὶ πολὺ περισσότερα μᾶς καταμαρτυροῦν οἱ ἄπιστοι, ὅταν ἀκοῦν τὰ μοιρολόγια μας. Ἂς ντραποῦμε λὶγο καὶ ἄς σοβαρευτοῦμε, γιὰ νὰ μὴν βλὰπτουμε καὶ τὸν ἑαυτό μας καὶ ὅσους μᾶς βλέπουν νά συμπεριφερόμαστε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο.
Ἐξήγησέ μου λίγο, γιὰ ποιὸ λόγο σπαράζεις καὶ μοιρολογᾶς ἐκεῖνον ποὺ ἔφυγε; Ἂν ἦταν κακός, πρέπει νά εὐχαριστεῖς τὸν Θεό, γιατί ἔδωσε τέλος στὴν κακία του. Ἂν ἦταν καλόγνωμος πρέπει νά χαίρεσαι, γιατί τὸν πῆρε ἔγκαιρα κοντά Του ὁ Θεός, πρὶν ἀλλάξει καὶ χάσει τή σύνεσή του ἐξαιτίας τῆς κακίας. Ἔφυγε πιά σὲ τόπο ποὺ εἶναι ἀσφαλισμένος καὶ δὲν κινδυνεύει νά χάσει τή σωφροσύνη του.
Ἴσως μοῦ πεῖς ὅτι κλαῖς γιατί αὐτὸς ποὺ ἔφυγε ἦταν νέος. Δόξασε λοιπόν, τὸν Θεὸ ποὺ τὸν πῆρε νωρίς, στὴν ἐπουράνια κληρονομιά. Ἀλλὰ κι ἂν ἦταν γέρος, θὰ ἔπρεπε νά εὐχαριστεῖς καὶ νά δόξασεις τὸν Θεὸ ποὺ τὸν ξεκούρασε.
Νὰ σεβαστεῖς, σὲ παρακαλῶ, τὴν ὥρα τῆς ἐξόδιας ἀκολουθίας. Ψάλλονται τόσα πολλὰ καὶ ὡραῖα τροπάρια, διαβάζονται τόσες εὐχές. Εἶναι συγκεντρωμένος μεγάλος κύκλος πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καὶ πνευματικῶν ἀδελφῶν χριστιανῶν, ὄχι γιὰ νὰ βλέπουν ἐσένα νὰ κλαῖς καὶ νὰ ὀδύρεσαι μὲ ἀγανάκτηση, ἀλλὰ γιά νά εὐχαριστεῖς τὸν Θεὸ ποὺ τὸν ἀνέπαυσε. Γιατί, ὅπως γίνεται ὅταν πρόκειται νά ἀναλάβει ἕνα σπουδαῖο ἀξίωμα, ποὺ τὸν προπέμπουν μὲ ἐπευφημίες καὶ ζητωκραυγές, ἒτσι γίνεται καὶ στὴν κηδεία. Φεύγει ὁ πιστός, γιὰ νὰ δεχθεῖ τὴν ἐπουράνεια κληρονομία καὶ νὰ δεχθεῖ μεγαλύτερη τιμὴ· καὶ σύσσωμη ἡ Ἐκκλησία τὸν προπέμπει μὲ εὐχὲς καὶ ψαλμωδίες.
Ὁ θάνατος εἶναι ἀνάπαυση, εἶναι ἀπαλλαγὴ ἀπὸ κόπους καὶ μέριμνες βιωτικές. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν δεῖς κάποιον δικό σου, νὰ φεύγει ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή, μὴν ἀγανακτεῖς, ἀλλὰ στρέψου μὲ κατάνυξη στὸν ἑαυτό σου. Ἐξέτασε τὴ συνείδησή σου. Ἀναλογίσου ὅτι μετὰ ἀπὸ λίγο, τὸ ἲδιο τέλος περιμένει κι ἐσένα. Σοβαρέψου καὶ κάνε τό θὰνατο τοῦ ἄλλου ἀφορμὴ γιὰ δική σου ἀνάνηψη. Σταμάτησε νὰ ζεῖς ἀδιάφορα, σκέψου τί ἔχεις ἐσὺ μέχρι τότε κάνει. Διόρθωσε τά λάθη σου, ἄλλαξε τὴ ζωή σου. Αὐτὸ ἀκριβὼς εἶναι, ἐκεῖνο ποὺ ξεχωρίζει τοὺς χριστιανοὺς ἀπὸ τοὺς ἀπίστους. Ἀλλιῶς κρίνουν οἱ χριστιανοί τά πράγματα. Ὁ ἄπιστος κυττάζει τὸν οὐρανὸ καὶ τὸν προσκυνάει, γιατί νομίζει πὼς ὁ οὐρανὸς εἶναι Θεός. Στρέφει στὴ γῆ καί τὴν λατρεύει καὶ θαυμάζει ὅτι ὑλικὸ ὑπάρχει πάνω σ’ αὐτή.
Οἱ χριστιανοὶ ὅμως, δὲν κάνουν τό ἲδιο. Βλὲπουν τὸν οὐρανὸ καὶ δοξάζουν τὸν Δημιουργό του, γιατί πιστεύουν ὅτι ὁ οὐρανὸς εἶναι δημιούργημα καὶ ὄχι Θεός. Ἡ θέα τῆς δημιουργίας χειραγωγεῖ τὸν πιστὸ πρὸς τὸν Δημιουργό της. Ὁ ἄπιστος βλέπει τὸν πλοῦτο καὶ τὰ ἐπίγεια ἀγαθὰ καὶ σαγηνεύεται. Βλέπει κι ὁ χριστιανὸς τὸν πλοῦτο καὶ τὸν περιφρονεῖ. Εἶναι φτωχὸς ὁ ἄπιστος καὶ ὀδύρεται. Ζεῖ φτωχικὰ ὁ χριστιανὸς καὶ χαίρεται. Διαφορετικά βλέπει ὁ χριστιανός τά πράγματα κι ἀλλιῶς ὁ ἄπιστος.
Τὸ ἲδιο ἀκριβῶς κάνουμε καὶ μὲ τὸ θὰνατο.Βλέπει τὸν νεκρὸ ὁ ἄπιστος καὶ τὸν θεωρεῖ ὁριστικὰ χαμένο. Τὸν βλέπει κι ὁ χριστιανὸς καὶ τὸν θεωρεῖ σάν νά βρίσκεται σὲ βαθὺ ὕπνο. Συμβαίνει καὶ στὴν περίπτωση τοῦ θανάτου, ὅτι γίνεται καὶ μὲ τὰ γράμματα. Ὅλοι ἔχουμε τά ἴδια μάτια καὶ βλέπουμε τά γράμματα. Ἐκεῖνοι ποὺ ξέρουν νὰ διαβάζουν, εἰσπράττουν τό μήνυμα ποὺ ἔχουν μέσα τους, καθὼς διαβάζονται τά γράμματα. Ὅσοι ὅμως δὲν ξέρουν νά διαβάζουν, βλέπουν βέβαια τά γράμματα, ἀλλὰ δὲν παίρνουν κανένα μήνυμα ἀπὸ τὴν ὕπαρξή τους.
Κάτι ἀνάλογο συμβαίνει καὶ στὴ ζωή μας. Μὲ τὰ ἴδια μάτια βλέπουμε τὰ γεγονότα, ἀλλὰ ὄχι καὶ μὲ τὸ ἲδιο πιστεύω. Ἐφόσον λοιπόν, διαφέρουμε ὡς χριστιανοὶ ἀπὸ τοὺς ἄπιστους, πῶς μποροῦμε νὰ συμπεριφερόμαστε ἴδια μ’ αὐτούς, ὅταν φεύγει κάποιος δικός μας ἀπὸ αὐτὴ ἐδῶ τή ζωή;
3.- Ἀναλογίσου, ἀγαπητέ μου, γιὰ ποιὸ λόγο ἔφυγε ὁ ἄνθρωπός σου ἀπὸ αὐτὴ ἐδῶ τή ζωή, καὶ παρηγορήσου. Αὐτὸς τώρα βρίσκεται μαζὶ μὲ τὸν Ἀπόστολο Παὺλο, μὲ τὸν Ἀπόστολο Πὲτρο, μὲ τὸ χορὸ ὅλων των Ἁγίων. Ἀναλογίσου πὼς θὰ ἀναστηθεῖ μὲ μεγάλη δόξα καὶ λαμπρότητα. Μὲ τὰ κλάματα καὶ τοὺς ὀδυρμοὺς δὲν μπορεῖς νὰ ἀλλάξεις τίποτα ἀπ’ ὅσα ἔχουν πιά γίνει. Ἀντίθετα, θὰ κάνεις μεγάλο κακὸ στὸν ἑαυτό σου. Σκέψου μέ ποιούς μοιάζεις μὲ τὰ κλάματα καὶ τὰ μοιρολόγια σου. Μὴν γίνεσαι κοινωνός τῆς ἁμαρτίας τῶν ἀπίστων. Ποιοὺς μιμῆσαι μὲ τοὺς ὀδυρμούς; Ποιοὺς ζηλεύεις; Ἀσφαλὼς τοὺς ἄπιστους, αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα, καθὼς εἶπε καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: “Γιὰ νὰ μὴν λυπόσαστε ὅπως ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα”. Πρόσεξε, τί ἀκριβῶς θέλει νά πεῖ ὁ Ἀπόστολος. Δὲν εἶπε “ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα γιὰ ἀνάσταση”, ἀλλὰ “αὐτοὶ ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα”. Γιατί, αὐτὸς ποὺ δὲν ἐλπίζει στὴ μέλλουσα Κρίση, δὲν ἔχει καμιὰ ἐλπίδα, οὔτε γνωρίζει ὅτι ὑπάρχει Θεός, οὔτε γιὰ τὴ ματαιότητα τῶν παρόντων καὶ τὴν Θεία Πρόνοια, ποὺ ἐπιβλέπει καὶ φροντίζει γιά ὅλους καὶ γιά ὅλα.
Αὐτὸς βέβαια, ποὺ δὲν γνωρίζει καὶ δὲν πιστεύει στὸν Θεὸ εἶναι πιὸ ἀνόητος καὶ ἀπὸ θηρίο, ἐφόσον ἔχει πετάξει ἀπὸ μέσα του κάθε ἰερὸ καὶ ὅσιο. Γιατί ὅποιος δὲν περιμένει ὅτι θά λογοδοτήσει γιά τὰ ἔργα του, δὲν νοιάζεται ν’ ἀποκτήσει τὴν ἀρετὴ οὔτε νὰ ἀποβάλλει τὴν κακία.
Ἂς ἀποφεύγουμε λοιπὸν νὰ μοιάζουμε στὴ συμπεριφορὰ μὲ τοὺς ἄπιστους, τώρα ποὺ καταλαβαίνουμε τό βάθος τῶν πραγμάτων καὶ ἀφοῦ κατανοήσαμε τὴν ἀνοησία καὶ τὴν παραφροσύνη τῶν ἀπίστων ἀνθρώπων ποὺ θρηνοῦν ἔτσι καὶ κόπτονται. Γιατί καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γι’ αὐτό τό λὸγο σοῦ τοὺς ἔφερε ὡς παράδειγμα. Σοῦ τοὺς ἀνέφερε γιά νά δεῖς σὲ ποιὸ λάθος πέφτεις μὲ τὸ νὰ τοὺς μιμῆσαι στὴν συμπεριφορά. Κι ἔτσι, νά φροντίζεις νά ἀποφύγεις τὴν συμφωνία μαζί τους καὶ νὰ ἐπανέλθεις στὴ δική σου, χριστιανικὴ εὐγένεια.
Αὐτὲς τὶς ἀναφορὲς τὶς κάνει συχνὰ καὶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Γιατί, θέλει νά μᾶς δείξει, μὲ ποιούς μοιάζουμε στὴ συμπεριφορά, ὥστε νὰ ντραποῦμε ἀπὸ τὰ χάλια μας καὶ νὰ ἀποφύγουμε νὰ ὁμοιωνόμαστε στὴν ἁμαρτία μὲ τοὺς ἄπιστους.
Γράφοντας λοιπόν, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πρὸς τοὺς Θεσσαλονικεῖς, ἔλεγε: “Καθένας νά συγκρατεῖ τό σῶμα του καὶ νὰ τὸ διατηρεῖ ἁγιασμένο καὶ τιμημένο καὶ νὰ μὴν γινόσαστε αἰχμάλωτοι τοῦ πάθους τῆς ἀτιμίας, ὅπως κάνουν οἱ εἰδωλολάτρες, πού δέν γνωρίζουν τὸν Θεό”4. Καὶ πάλι: “Νὰ μὴν ζῆτε ὅπως οἱ εἰδωλολάτρες, ποὺ συμπεριφέρονται σύμφωνα μὲ τή ματαιότητα τοῦ λογισμοῦ τους”5.
Κατὰ τὸ ἲδιο τρόπο, γράφει καὶ σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση ὁ Ἀπόστολος καὶ λέει: “Δὲν θέλω νά ἀγνοεῖτε, ἀδελφοί μου, ὅσα ἔχουν σχέση μ’ ἐκείνους ποὺ ἔχουν κοιμηθεῖ, γιά νά μὴν λυπᾶσθε, ὅπως οἱ ἄλλοι ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα”. Γιατί δὲν εἶναι τά ἴδια τὰ γεγονότα πού μᾶς κάνουν νά λυπόμαστε, ἀλλά ἡ προαίρεσή μας. Δέν εἶναι ὁ θάνατος τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἔφυγε, ἀλλὰ ἡ ἀδυναμία αὐτῶν ποὺ εἶναι στὴ ζωὴ καὶ θρηνοῦν.
Τὸν πιστὸ λοιπὸν ἄνθρωπο, κανένα ἀπὸ τὰ γεγονότα αὐτῆς τῆς ζωῆς δὲν μπορεῖ νὰ τὸν λυπήσει ὑπερβολικά. Ἀντίθετα ὁ χριστιανὸς διαφέρει ἀπὸ τὸν ἂπιστο καὶ σ’ αὐτὴ ἀκόμη τὴ ζωή. Γιατί στηριγμένος στὴν ἐλπίδα τῶν μελλόντων ἀπολαμβάνει ἀπὸ τώρα τούς καρπούς τῆς πίστης του στὸν Χριστό, ποὺ εἶναι ἡ ἀπέραντη χαρὰ καὶ ἡ διαρκὴς εὐφροσύνη. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει: “Νὰ χαίρετε μὲ τή χαρά τοῦ Κυρίου, πάντοτε”6. Ὥστε λοιπόν, δὲν εἶναι λίγη ἡ ἀμοιβὴ ποὺ ἔχουμε δεχθεῖ καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνάσταση. Ἔχουμε λάβει τή δωρεὰ ὥστε νὰ μήν μᾶς καταβάλλει κανένα κακὸ ἀπ’ ὅσα μᾶς συμβαίνουν, ἀλλὰ ἡ ἐλπίδα τῶν μέλλοντων ἀγαθῶν, νὰ γεμίζει τὴν ψυχή μας παρηγοριά.
Ὅπως ἐμεῖς κερδίζουμε καὶ σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ καὶ στὴν ἄλλη, ἔτσι καὶ οἱ ἄπιστοι. Αὐτοὶ ζημιώνονται καὶ τώρα, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἒξοδό τους ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή. Κι ἐδῶ δηλαδή, καταβάλλονται ἀπ’ ὅσα λυπηρὰ τοὺς συμβαίνουν καὶ μετὰ τὸν θάνατον, θὰ τιμωρηθοῦν, ἐξαιτίας τῆς ἀπιστίας τους στὴν ἀνάσταση.
Θά πρέπει λοιπόν, νὰ εὐχαριστοῦμε τὸν Θεό, ὂχι μονάχα γιατί θὰ ἀναστηθοῦμε, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἴδια τὴν ἐλπίδα τῆς ἀνάστασης, ἡ ὁποία παρηγορεῖ τὴν πονεμένη ψυχὴ καὶ τὴν ἐνισχύει νὰ προσδοκᾶ τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν συνάντηση μ’ ἐκείνους, ποὺ ἔχουν ἤδη φύγει ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή.
Ἂν πρέπει γιά κάποιους νά πονᾶμε καὶ νά πενθοῦμε εἶναι γιά ἐκείνους ποὺ ζοῦν στὴν ἁμαρτία καὶ ὄχι γιὰ ἐκείνους ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή.
Αὐτὸ κάνει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν γράφει στοὺς Κορινθίους καὶ λέει: “Μήπως ὅταν ἔλθω ἐκεῖ μὲ ταπεινώσει ὁ Θεὸς καὶ πενθήσω πολλούς”7. Δὲν εἶπε, θά πενθήσω αὐτοὺς ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὴ ζωὴ ἀλλά, αὐτοὺς ποὺ ἁμάρτησαν καὶ δὲν ἔχουν μετανοήσει γιά ὅ,τι ἔκαναν. Αὐτοὺς πρέπει νά κλαῖμε. Ἔτσι συμβουλεύει καὶ ὁ σοφὸς Σολομώντας καὶ λέει: “Κλᾶψε τό νεκρὸ ποὺ ἔχασε τό φῶς τοῦ ἥλιου. Κλᾶψε ὅμως καὶ τὸν ἀνόητο, γιατί ἔχασε τὴ σύνεση”8. Κλᾶψε λὶγο ἐκεῖνον ποὺ ἔφυγε, γιατί ἔχει πλέον ἀναπαυθεῖ. Τοῦ ἀσύνετου ὅμως ἀνθρώπου ἡ ζωὴ εἶναι χειρότερη ἀπὸ τὸ θὰνατο. Καὶ ἄν, αὐτὸς ποὺ ἔχει χάσει τή σύνεση εἶναι ἄξιος θρήνων, τί θά ’πρεπε νά κάνει κανείς, γιά ἐκεῖνον ποὺ ἔχει στερηθεῖ κάθε ἀρετὴ  καί ἔχει ἐκπέσει ἀπὸ τὴν ἐλπίδα στὸν Θεό;
Αὐτοὺς ἐμεῖς πρέπει νά πενθοῦμε. Γιατί, αὐτό τό πένθος ἔχει ἀξία. Αὐτοὺς πολλὲς φορές, μὲ τὸ νὰ τοὺς θεωροῦμε χαμένους, τοὺς διορθώσαμε. Τὸ νὰ θρηνοῦμε ὅμως, γι’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν φύγει ἀπὸ τή ζωή, εἶναι ἀνόητο καὶ βλαβερό. Ἂς μὴν ἀντιστρέψουμε λοιπόν, τὰ πράγματα, ἀλλὰ ἂς κλαῖμε μονάχα γιὰ τὴν ἁμαρτία. Ὅλα τά ἄλλα, εἴτε εἶναι φτώχεια, εἴτε ἀρρώστια, εἴτε πρόωρος θάνατος, εἴτε κάποια προσβολὴ ἡ συκοφαντία πού μᾶς ἔγινε, εἴτε ὁτιδήποτε ἄλλο κακό, ἀπὸ αὐτὰ πού μᾶς συμβαίνουν σ’ αὐτὴ τὴ ζωή, νὰ τὰ ὑπομείνουμε μὲ γενναιότητα. Γιατί αὐτὲς οἱ συμφορές, ἂν τὶς ἀξιοποιήσουμε, γίνονται ἀφορμὴ γιὰ περισσότερα στεφάνια.
4.- Θὰ μποροῦσες ἴσως νὰ ρωτήσεις: Πῶς μπορεῖ νὰ εἶναι κανείς ἄνθρωπος καὶ νὰ μὴν πονάει; Ἐγὼ ὅμως θὰ σοῦ ἀπαντήσω τό ἀντίθετο. Πῶς μπορεῖ νὰ εἶναι κανείς ἄνθρωπος καὶ νὰ πονάει, τὴ στιγμὴ ποὺ ἔχει τιμηθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὸ νοῦ καί τή λογικὴ καὶ μὲ τὴν ἐλπίδα τῶν μελλόντων ἀγαθῶν;
Ἴσως μὲ ξαναρωτήσεις: Ὑπάρχει κανεὶς ποὺ δὲν ἔχει κυριευθεῖ ἀπὸ τὸ πάθος; Σοῦ ἀπαντῶ: Ὑπάρχουν πολλοὶ καὶ σὲ διάφορους τόπους καὶ ἀπ’ ὅσους βρισκόμαστε τώρα στὴ ζωή, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς προγόνους μας. Ἄκουσε, γιὰ παράδειγμα, τί εἶπε ὁ Ἰώβ, ὅταν ἔφυγαν ἀπ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ ὅλα τά παιδιά του: “Ὁ Κύριος μοῦ τὰ ἔδωσε, ὁ Κύριος καὶ τὰ πῆρε. Ὅπως θεώρησε ὁ Κύριος καλό, ἔτσι καὶ ἔγινε”9. Εἶναι βέβαια, ἀξιοθαύμαστα αὐτὰ καὶ μόνο ποὺ τὰ ἀκούει κανείς. Ἂν ὅμως, σταθεὶς μὲ προσοχὴ καὶ τὰ μελετήσεις, τότε θά δεῖς καθαρότερα τό θαῦμα. Ἀναλογίσου ὅτι δὲν τοῦ πῆρε τὰ μισὰ παιδιὰ καὶ νὰ τοῦ ἀφήσει τά ὑπόλοιπα, οὔτε τοῦ πῆρε τὰ περισσότερα καὶ νὰ τοῦ ἀφήσει τὰ λιγότερα. Τρύγησε ὁ διάβολος ὅλο τὸν καρπό, ἀλλὰ δὲν ξέκανε τό δὲνδρο. Ἔρριξε πὰνω του ὅλη τὴ φουρτουνιασμένη θάλασσα καὶ τὸ σκάφος δὲν τὸ καταπόντισε. Ἔβαλε ὅλη τὴ δύναμή του, ἀλλὰ δὲν γκρέμισε τὸν πὺργο. Ἔμεινε ὄρθιος ὁ Ἰώβ, ἂν καὶ δέχοταν ἀπὸ παντοῦ χτυπήματα. Ἔμεινε ἀσάλευτος, ἂν καὶ χιλιάδες βέλη ἔπεφταν καταπάνω του, καὶ δὲν πληγώθηκε. Τὰ βέλη ρίχνονταν, ἀλλὰ αὐτὸν δὲν τὸν εὕρισκαν.
Ἀναλογίσου, πὸσο βαρὺ πράγμα εἶναι νά δεῖ κανείς νά φεύγουν ἀπὸ τή ζωή, τόσα παιδιά του μαζί! Τί νὰ πρωτοαντιμετωπίσει; Τὸ ὅτι ἔφυγαν τά παιδιά του ἤ τὸ ὅτι ἁρπάχτηκαν ὅλα μαζὶ σὲ μιὰ ἡμέρα; Τί πρωτοαντέξει; Τὸ ὅτι ἦταν ὅλα στὸ ἄνθος τῆς ἡλικίας τους, τὸ ὅτι ἦταν καλόγνωμα καὶ ἐνάρετα; Τὸν τρόπο μὲ τὸν ὀποῖο ἔφυγαν ἀπὸ τὴ ζωή; Ἡ ἀγάπη ποὺ ἔτρεφε γιὰ αὐτὰ ἤ ἡ μεγαλύτερη πληγή του, ἡ φιλόστοργη, πατρικὴ καρδιά του; Γιατί, ἂν χάσει κανεὶς γονιός τά ἁμαρτωλὰ καὶ κακότροπα παιδιά του, ἀσφαλῶς πληγώνεται καὶ πονάει, ἀλλὰ ὂχι ὑπέρμετρα, ἐφόσον ἡ κακία τῶν παιδιῶν μειώνει τὴν ἔνταση τῆς ὀδύνης τοῦ πατέρα. Ὅταν ὅμως, τὰ παιδιὰ εἶναι φιλόστοργα καὶ ἐνάρετα, τὸ τραῦμα τοῦ γονιοῦ γίνεται βαθύτερο, ἡ μνὴμη τους ἀξέχαστη, ἡ συμφορὰ ἀπαράκλητη. Τότε τὸ δηλητηριασμένο κεντρὶ γίνεται διπλό, ἀπὸ τὴ μιὰ μεριά πονάει ἐξαιτίας τῆς φυσικῆς φιλοτεκνίας καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη θρηνεῖ γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴ σωφροσύνη τους.
Ὁ Ἰώβ, σὰν καλὸς πατέρας, φρόντιζε νά προσφέρει κάθε πρωὶ θυσίες γιά τὰ παιδιά του, γιατί φοβόταν καὶ ἀνησυχοῦσε, γιὰ τὶς ἐνδεχόμενες, κρυφὲς ἁμαρτίες τους. Τὶποτα δὲν ἀγαποῦσε ὁ Ἰώβ, περισσότερο ἀπὸ τὰ παιδιά του. Αὐτὸ σαφῶς, εἶναι δεῖγμα ὄχι μονάχα τῆς ἀρετῆς τῶν παιδιῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς φιλοστοργίας τοῦ πατέρα. Γι’ αὐτὸ λοιπόν, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς ἦταν τόσο φιλόστροργος καὶ ἀγαποῦσε καὶ ὡς πατέρας τά παιδιά, ἀλλὰ καὶ τὰ φρόντιζε λόγω τῆς ἀρετῆς τους, ἡ φωτιὰ καὶ ὁ καϋμὸς τῆς ἔλλειψής τους ἦταν τριπλός.
Ἂν ἒφευγαν τά παιδιὰ σὲ διαφορετικὸ χρόνο τὸ καθένα, πάλι κὰπως θὰ εὕρισκε παρηγοριά. Γιατί αὐτὰ ποὺ θά’ μεναν πίσω, θὰ ἀνακούφιζαν τὴν λύπη γιὰ τὴν στέρηση ἐκείνων ποὺ ἔφυγαν. Ὅταν ὅμως φεύγουν ὅλα μαζί, ποῦ νὰ γυρίσει καὶ ποιὸν νὰ δεῖ ὁ πολύτεκνος καὶ σὲ μιὰ στιγμὴ ἔγινε ἄτεκνος;
Μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες συμφορὲς ὅμως ἔπεσε καὶ αὐτή. Ἁρπάχτηκαν σὲ μιὰ στιγμὴ κι ἔφυγαν ὅλα τά παιδιὰ μαζί. Ἐφόσον καὶ ὅταν φεύγει κανείς σὲ διάστημα λίγων ἡμερῶν ὅλοι οἱ συγγενεῖς καὶ φίλοι θρηνοῦν ἀπαρηγόρητα τὴν ἔλλειψή του, πὸσο περισσότερο θὰ πόνεσε ὁ Ἰώβ, ὁ ὁποῖος τὰ ἔχασε ὅλα μαζὶ ὅχι σὲ λίγες μέρες, ἀλλὰ σὲ μιὰ στιγμή; Γιὰ ὅτι κανεὶς ἔχει χρόνο νά τὸ σκεφθεῖ καὶ νὰ τὸ ἀντιμετωπίσει, μπορεῖ ὅσο δὺσκολο καὶ νὰ εἶναι νά προετοιμαστεῖ  γι’ αὐτὸ ψυχικὰ καὶ νὰ τὸ σηκώσει πιὸ εὔκολα. Γιὰ κάτι ὅμως ποὺ ἀπὸ μόνο του εἶναι τόσο βαρύ, φανταστεῖτε πόσο πιὸ ἀσήκωτο γίνεται, ὅταν στὸ θλιβερὸ προστεθεῖ καὶ τὸ ξαφνικὸ καὶ ἀπροσδόκητο. Τοῦτο γίνεται ἀφόρητο καὶ ξεπερνᾶ κάθε λογική.
Κι ἀκόμα θὰ προσθέσω καὶ κάτι βαρύτερο. Ὅλα τα παιδιὰ τοῦ Ἰὼβ ἦταν νέα, πάνω στὸ ἄνθος τῆς ἡλικίας τους. Γνωρίζετε ἀσφαλῶς, τί βάρος καὶ τί συμφορὰ εἶναι ὁ πρόωρος θάνατος, καὶ πόσο διαφορετικὸ κάνουν τό πένθος. Καὶ γιὰ τὰ παιδιὰ τοῦ Ἰώβ, ὁ θάνατος δὲν ἦταν μόνο πρόωρος, ἀλλὰ καὶ βίαιος κάτι σίγουρα, βαρύτερο. Γιατί δὲν ἔφυγαν ἀπὸ τὸ κρεββάτι ποὺ κείτονταν ἄρρωστα, ἀλλὰ τὰ καταπλάκωσε τὸ σπίτι ποὺ γκρεμίστηκε.
Γιὰ σκὲψου λοιπόν, σὲ τί κατάσταση βρισκόταν ἐκεῖνος ὁ πατέρας, τὴν ὥρα ποὺ ἔσκαβε τὰ χαλάσματα καὶ τραβοῦσε ἕνα μέλος κάποιου παιδιοῦ του! Γιὰ σκὲψου τον, νὰ ἀνασύρει ἕνα χέρι ποὺ ἀκόμα κρατοῦσε ἕνα μπουκάλι ἡ ἕνα ἄλλο ποὺ ἦταν ἁπλωμένο πρὸς τὸ πιάτο. Γιὰ φαντάσου ἐκεῖνον τὸν πατέρα, ποὺ ἔβλεπε λιωμένα τά σώματα τῶν παιδιῶν του, σπασμένο τὸ κεφάλι καὶ ἡ μύτη, βγαλμένα τά μάτια, χυμένα τὰ μυαλὰ καὶ γενικὰ τόσο κακοποιημένα, ὥστε νὰ μὴν εἶναι σὲ θέση ά τὰ ἀναγνωρίσει ἀπ’ τὴ μορφὴ κι ὁ ἴδιος ὁ πατέρας τους!
Συγκλονιστήκατε καθὼς τὰ ἀκοῦτε ὅλα αὐτὰ καὶ γέμισαν τά μάτια σας δάκρυα; Σκεφθεῖτε λοιπόν, τί ἄνθρωπος ἦταν ἐκεῖνος ὁ πατέρας, ποὺ ἄντεχε νά βλέπει ὅλα αὐτά! Ἂν ἐμεῖς, μετὰ ἀπὸ τόσους αἰῶνες δὲν ἀντέχουμε οὔτε νὰ τ’ ἀκοῦμε ὅλα αὐτά, παρόλο ποὺ δὲν ἔχουν καμιὰ σχέση μὲ ἐμᾶς καὶ τὴ ζωή μας, τί διαμάντι ἦταν ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος! Πῶς μποροῦσε νὰ τὰ βλέπει καὶ νά τὰ ζεῖ ὅλα αὐτά; Καὶ πῶς ἀντιμετώπισε μὲ τόση πίστη καὶ σύνεση ὄχι τὶς ξένες, ἀλλὰ τὶς δικές του συμφορές;
Ὁ Ἰὼβ οὔτε ἀπελπίστηκε, οὔτε εἶπε: “Τί σημαίνουν ὅλα αὐτά; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀμοιβή μου γιὰ τὴν καλωσύνη μου; Γι’ αὐτὸ ἐγὼ εἶχα συνεχῶς ἀνοιχτὸ τὸ σπίτι μου στοὺς ξένους, γιὰ νὰ δῶ αὐτὸ τὸ σπίτι νὰ γίνεται ὁ τάφος των παιδιῶν μου; Γι’ αὐτὸ τοὺς δίδαξα τὴν ἀρετὴ καὶ τὸ σωστὸ τρόπο ζωῆς, γιὰ νὰ χαθοῦν μὲ τέτοιο θάνατο”;
Τίποτα ὅμως, ἀπ’ ὅλα αὐτὰ δὲν εἶπε ὁ Ἰώβ. Τίποτα ἀπ’ ὅλα αὐτὰ δὲν σκέφθηκε. Τὰ ὑπέμεινε ὅλα μὲ γενναιότητα, ἂν καὶ ὅλα τά’ χασε, μετὰ ἀπὸ τόση ἀρετὴ καὶ τέτοια φροντίδα. Ἔμοιαζε ὁ Ἰὼβ σὰν ἐκεῖνο τὸν μεταλλουργὸ ποὺ λυώνει χρυσὸ καὶ φτιάχνει ἀνδριάντες. Ἔτσι αὐτὸς παιδαγωγοῦσε κι ἔπλαθε τὶς ψυχές τῶν παιδιῶν του, στολίζοντάς τες μὲ μὺριες καλωσύνες καὶ ἀρετές.
Ἔμοιαζε ἀκόμα ὁ Ἰώβ, μὲ τὸ φιλόπονο γεωργὸ ὁ ὁποῖος ποτίζει τὰ φυτώρια ἀπὸ τοὺς φοίνικες καὶ τὰ ἐλιόδεντρα, ποὺ τὰ περιποιεῖται καὶ τὰ περιβάλλει μὲ φράχτες. Ἔτσι κι αὐτός, φρόντιζε τοῦ κάθε παιδιοῦ του τὴν ψυχή, σὰν νά’ ταν ἐλιὰ καρποφόρα, ὥστε νὰ τῆς αὐξήσει τὸν καρπό τῆς ἀρετῆς. Εἶδε ὅμως, γιά μιὰ στιγμή, ὅλα τά φυτὰ του ξερριζωμένα, ἀπὸ τὴν ἐπίθεση τοῦ ἐχθροῦ καὶ πεταμένα πάνω στὸ χῶμα. Ὑπέμεινε τὸν τραγικὸ ξερριζωμό τους, χωρὶς νὰ ξεστομίσει κάτι βλὰσφημο ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Ἀντίθετα, Τὸν εὐχαριστοῦσε καὶ Τὸν δοξολογοῦσε, δίνοντας ἒτσι θανάσιμο πλήγμα στὸν Πονηρό.
5.- Μπορεῖ ἴσως κάποιος νὰ πεῖ: Ναί, ἀλλὰ ὁ Ἰὼβ εἶχε πολλὰ παιδιά, ἐνῶ ὁ ἄλλος ἔχασε τὸ μονάκριβό του. Συμφωνῶ μ’ αὐτό. Πρέπει ὅμως νά ξέρεις, ὅτι τοῦ Ἰώβ τό πένθος εἶναι πολὺ βαρύτερο. Γιατί ποιὸ ἦταν ἀλήθεια, τὸ ὄφελος ἀπὸ τὴν πολυτεκνία του; Δέχτηκε πολλαπλὲς συμφορές, ὅσα καὶ τὰ παιδιὰ καὶ γι’ αὐτὸ ἦταν μεγαλύτερη ἡ συμφορὰ καὶ πικρότερη ἡ ὀδύνη του.
Θέλεις ὅμως νά σοῦ μιλήσω καὶ γιὰ κάποιον ἄλλο ποὺ εἶχε κι αὐτὸς ἕνα μονάκριβο παιδὶ κι ἐπέδειξε τὴν ἴδια ἡ καὶ μεγαλύτερη ἀνδρεία ἀπὸ τὸν Ἰώβ; Ἀναλογίσου τὸν πατριάρχη Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶδε τὸν Ἰσαὰκ πεθαμένο, ἀλλὰ τοῦ συνέβη τό χειρότερο καὶ πιὸ ὀδυνηρό. Πῆρε ἐντολὴ νὰ σφάξει τὸ παιδί του. Κι ἐκεῖνος δὲν ἀντιλόγισε, οὔτε ὀργίστηκε κατὰ τοῦ Θεοῦ καὶ οὔτε εἶπε: “Γι’ αὐτὸ λοιπόν, ἐπέτρεψες Θεέ μου, νὰ γίνω πατέρας; Γιὰ νὰ μὲ κάνεις τώρα παιδοκτόνο; Καλύτερα θὰ ἦταν νὰ μήν μου τὸν εἶχες καθόλου χαρίσει ἀπ’ ἀρχή, παρὰ τώρα πού μοῦ τὸν ἔδωσες, νὰ μοῦ τὸν πάρεις καὶ μάλιστα, μὲ τέτοιο τρόπο. Θέλεις τώρα νά τὸν πάρεις; Ἂς εἶναι. Γιατί ὅμως, μὲ βάζεις νά τὸν σκοτώσω ἐγὼ καὶ νὰ μολύνω τὸ χέρι μου μὲ τὸ αἷμα τοῦ παιδιοῦ μου; Ἐσὺ δέν μοῦ εἶχες ὑποσχεθεῖ ὅτι ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους αὐτοῦ τοῦ παιδιοῦ θὰ γεμίσεις τὴν οἰκουμένη ἀπὸ τὴν γενιά μου; Πῶς λοιπόν, τώρα θὰ δώσεις τούς καρπούς, ἀφοῦ θέλεις νᾶ καταστραφεῖ ἡ ρίζα; Πῶς πάλι μοῦ ὑπόσχεσαι ἀπογόνους, ἀφοῦ μοῦ δίνεις ἐντολὴ νὰ σφάξω τὸ παιδί μου; Πότε ἄλλοτε ἔγινε καὶ πότε ἀκούστηκε κάτι παρόμοιο στὸν κόσμο; Μήπως δὲν ἔχω καταλάβει καλὰ ἤ μήπως ἔχω χάσει πιά τά λογικὰ μου”;
Δὲν εἶπε ὅμως, τίποτα τέτοιο ὁ Ἀβραάμ, οὔτε κἄν ποὺ τὸ σκέφθηκε. Δὲν ἀντιμίλησε σ’ Ἐκεῖνον ποὺ ἔδινε τὴν ἐντολή, οὔτε Τοῦ ζὴτησε εὐθύνες. Ἀντίθετα, μόλις πῆρε τὴν ἐντολὴ ποὺ ἔλεγε “πᾶρε τὸ παιδί σου τὸ ἀγαπημένο, αὐτὸ ποὺ τόσο ἀγάπησες, τὸν Ἰσαὰκ κι ἀνέβασέ το πὰνω στὸ βουνὸ ποὺ θὰ σοῦ πῶ”10, μὲ τόσο μεγάλη προθυμία ἐξεπλήρωσε τὴν ἐντολή, ὥστε ἔφτασε στὸ σημεῖο νὰ κάνει περισσότερα ἀπὸ ὅσα αὐτὴ τοῦ ζητοῦσε. Γιατί, οὔτε στὴ γυναίκα του εἶπε τίποτα, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὑπηρέτες του ξεγέλασε καὶ τοὺς ἄφησε πὶσω. Πῆρε μονάχα τό ζὼο ποὺ προωριζόταν γιὰ τὴ θυσία, κι ἀνέβηκε στὸ βουνό. Ἔτσι ἐφάρμοσε μὲ ὅλη τὴν καρδιά του τὴν ἐντολή.
Ἀναλογίσου λοιπόν, τί ἀξιοθαύμαστο ποὺ ἦταν νὰ μιλάει μονάχος του μὲ τὸ παιδί, ὄντας μάλιστα μέσα του τὸσο πονεμένος καὶ πληγωμένος, ἒτσι ποὺ ἡ πικραμένη στοργή του νὰ ζητάει πιὸ ἒντονη ἔκφραση, κι αὐτὸ ὄχι γιὰ μιά-δυό, ἀλλὰ γιὰ πολλὲς ἡμέρες.
Πράγματι, ἂν ὁ Ἀβραὰμ ἐκτελοῦσε ἀμέσως τὴν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, θὰ ἦταν βέβαια, πολὺ θαυμαστὸ πράγμα. Τὸ πιὸ ἀξιοθαύμαστο ὅμως δὲν ἦταν αὐτό, ἀλλὰ τοῦτο ποὺ ἔκανε τώρα. Βασάνιζε καὶ γύμναζε τὴν ψυχή του γιὰ πολλὲς ἡμέρες, χωρὶς νὰ τοῦ συμβεῖ κάτι, ποὺ καθένας θά’ νιωσε, ἀπέναντι στὸ μελλοθάνατο παιδί του. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ ὁ Θεός, σήκωσε τὸν πήχυ τοῦ ἀθλήματος, γιὰ νὰ ἀπολαύσεις πιὸ καλὰ τὸν ἀθλητή.
Ἦταν στ’ ἀλήθεια, ἀθλητὴς ὁ Ἰώβ, γιατί δὲν πάλαιψε μὲ ἄνθρωπο, ἀλλὰ μὲ τὴν ἴδια τὴν τυρανικὴ ἐξουσία τῆς φύσεως. Ποιὰ λόγια θὰ μποροῦσαν πραγματικά, νὰ παραστήσουν τὴν ἀνδρεία του; Ἀνέβασε στὸ βωμὸ τὸ παιδί, τό’ δεσε χειροπόδαρα, τὸ ἔβαλε πάνω στὰ στιβαγμένα ξύλα καὶ ἅρπαξε τὸ μαχαίρι, ἕτοιμος γιὰ νὰ δώσει σὲ μὶα στιγμὴ τὸ χτύπημα. Πῶς νὰ τὸ πῶ; Δὲν ξέρω μὲ ποιὸν τρόπο νὰ τὸ ἱστορήσω. Μονάχα ἐκεῖνος ποὺ τὰ ἔκανε αὐτά, μονάχα αὐτὸς γνωρίζει τὰ καθέκαστα. Γιατί ποτὲ καὶ κανένας λόγος δὲν θὰ μπορέσει νὰ παραστήσει, πῶς ἔγινε καὶ δὲν ξεράθηκε τὸ χέρι του; Πῶς δὲν παρέλυσαν τά νεῦρα του; Πῶς δὲν συγκλονίστηκε ἀπὸ τὴν ὄψη τοῦ χιλιοαγαπημένου γιοῦ του.
Θά’ωξιζε ὅμως ἐδῶ νᾶ θαυμάσουμε καὶ τὸν Ἰσαάκ. Γιατί κι ἐκεῖνος, ὅπως ὁ πατέρας του ὁ Ἀβραάμ, ὑπάκουσε στὸν Θεό. Ὅπως ὁ Ἀβραὰμ ὅταν πῆρε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν ἐντολή, δὲν ζήτησε τό λὸγο, ἒτσι καὶ ὁ Ἰσαάκ. Ὅταν τὸν ἔδεσε ὁ πατέρας του καὶ τὸν ἀνέβασε στὸν βωμὸ δὲν εἶπε: “Γιατί τό κὰνεις αὐτό”; Ἀντίθετα, ἔσκυψε ὑποτακτικὰ στὸ χέρι τό πατρικό. Ἒτσι μποροῦσε κανεὶς νὰ δεῖ τὸν πατέρα, νὰ γίνεται συγχρόνως καὶ ἱερέας καὶ νὰ προσφέρεται ὡς ἀναίμακτη θυσία, ὡς ὁλοκαύτωμα χωρὶς φωτιά, ποὺ προτύπωνε, μὲ ἐκεῖνο ποὺ γινόταν πάνω στὸ βωμό, τὸν θὰνατο καὶ τὴν ἀνάσταση. Γιατί ὁ Ἀβραὰμ καὶ ἔσφαξε, ἀλλὰ συγχρόνως, δὲν ἔσφαξε τὸ παιδί του. Δὲν τὸν ἔσφαξε μὲ τὸ χέρι, ἀλλὰ μὲ τὴν προθυμία ποὺ ἔδειξε νά ἐκτελέσει τὴν ἐντολή τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ Θεὸς βέβαια, γι’ αὐτὸ τοῦ ἔδωσε μιὰ τέτοια ἐντολή, ὄχι γιατί ἦταν θέλημά Του νὰ χυθεῖ αἷμα, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἤθελε νά δείξει σὲ σένα τή διάθεσή του. Ἐπειδὴ ἤθελε ἐπίσης, νά κάνει γνωστὸ σ’ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη ἐκεῖνον τὸν γενναῖο ἂνθρωπο κι ἒτσι νὰ διδάξει στοὺς μεταγενέστερους, ὅτι πρέπει νά προτιμάει κανείς νά ἐκτελεῖ τὶς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, περισσότερο καὶ ἀπὸ αὐτά τά ἴδια τά παιδιά του· περισσότερο καὶ ἀπὸ τὴ φύση καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτὴ ἀκόμα τὴ ζωή του.
Κατέβηκε ἒτσι ὁ Ἀβραὰμ ἀπὸ τὸ βουνό, ἔχοντας ζωντανὸ τὸν μάρτυρα γιὸ του Ἰσαάκ. Λέγε μου τώρα, ποῦ θὰ βροῦμε ἐμεῖς ἔλεος, τί ἀπολογία θὰ δώσουμε στὸν Θεό, ποὺ ἐνῶ ἔχουμε δεῖ ἐκεῖνον τὸν γενναῖο Ἀβραάμ, νὰ ὑπακούει τόσο πρόθυμα στὸν Θεὸ καὶ νά Τοῦ τά δίνει ὅλα γιὰ ὅλα, δυσφοροῦμε καὶ ἀντιδροῦμε γιὰ  ὅ,τι μᾶς βρίσκει στὴ ζωή; Μή μοῦ μιλήσεις γιὰ πένθος ἤ γιὰ βαρειὰ συμφορά. Τοῦτο μόνο νὰ προσέξεις καλά, ὅτι δηλαδή, ὅλο αὐτό τό βαρὺ χτύπημα τὸ ξεπέρασε. Ἦταν ἀρκετὴ καὶ μόνο ἡ ἐντολή τοῦ Θεοῦ νὰ τὸν φέρει σὲ πολλὴ δύσκολη θέση καὶ νὰ τοῦ κλονίσει τὴν πίστη στὸν Θεό. Γιατί, ποιὸς ἀλήθεια θὰ ἐξακολουθοῦσε μετὰ ἀπὸ μιὰ τέτοια ἐντολὴ νὰ πιστεύει, ὅτι δὲν εἶχε ξεγελάσει ὁ Θεὸς μ’ ὅσα εἶχε ὑποσχεθεῖ στὸν Ἀβραάμ, γιὰ τὸ πλῆθος τῶν ἀπογόνων ποὺ θ’ ἀποκτοῦσε; Ὁ Ἀβραὰμ ὅμως, δὲν σκέφθηκε ἔτσι γιὰ τὸν Θεό.
Ὁ Ἰὼβ ἐπίσης, ἐπέδειξε τὴν ἴδια πίστη κατὰ τὴν συμφορά του. Καὶ γι’ αὐτὸ κυρίως πρέπει κανείς νά τὸν θαυμάζει: Μετὰ ἀπὸ τόση ἀρετή, μετὰ ἀπὸ τόσες φιλανθρωπίες καὶ ἐλημοσύνες καὶ ἐφόσον οὔτε ἡ δική του συνείδηση οὔτε τῶν παιδιῶν του, δὲν βαρυνόνταν γιὰ κάτι πονηρό, ὅταν εἶδε τὴν παράδοξη, ἀπροσδόκητη καὶ ὑπέρμετρη συμφορά, συμφορὰ ποὺ ποτὲ καὶ σὲ κανέναν ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους κακούργους δὲν εἶχε συμβεῖ, ἐκεῖνος δὲν ἀντέδρασε ὅπως θὰ ἀντιδροῦσε ὁ καθένας. Δὲν θεώρησε ὅτι ἄσκοπα καὶ ἀνώφελα ζοῦσε ἐνάρετη ζωή, οὔτε εἶπε πὼς ἦταν λάθος ἐκεῖνα ποὺ πρὶν πίστευε.
Γι’ αὐτὰ λοιπόν, πρέπει καὶ τοὺς δυὸ αὐτοὺς νὰ τοὺς θαυμάζουμε, νὰ τοὺς ζηλεύουμε καὶ νὰ μιμούμαστε τὴν ἀρετή τους. Καὶ ἂς μήν μοῦ πεῖ κανείς, ὅτι αὐτοὶ οἱ δυὸ ἦταν κάτι τό ἐξαιρετικό. Πὼς ἦταν μεγάλοι καὶ ἀξιοθαύμαστοι. Ἀπό μᾶς τώρα ποὺ ζοῦμε στὴν ἐποχή τῆς Καινῆς Διαθήκης, πρέπει νά περιμένει κανείς μεγαλύτερη πίστη, παρὰ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔζησαν στὴν ἐποχή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Γιατί ὁ Χριστός μᾶς εἶπε: “Ἂν δὲν ξεπεράσετε στὴ δικαιοσύνη τούς Γραμματεῖς καὶ τοὺς Φαρισαίους δὲν θὰ εἰσέλθετε στὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν”11.
Ἂς σωφρονιστοῦμε λοιπόν, κι ἂς ἔλθουμε στὰ συγκαλά μας. Ἂς ἀναλογιστοῦμε ὅλα, ὅσα ἔχουν εἰπωθεῖ μέχρι τώρα γιά τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καὶ τὰ σχετικὰ μὲ αὐτούς τούς ἁγίους. Ἂς τὰ ὑπενθυμίζουμε ὅλα αὐτὰ συνεχῶς στὶς ψυχές μας, ὄχι μονάχα τὸν καιρό τοῦ πένθους, ἀλλὰ καὶ ὅταν δέν μᾶς βαραίνει κάποιος πόνος. Αὐτὸς ἀκριβῶς ἦταν ὁ λόγος ποὺ κι ἐγὼ σήμερα σᾶς μίλησα γι’ αὐτό τό θέμα –παρόλο ποὺ δὲν βρισκόμαστε σὲ κατάσταση ὀλιγοψυχίας– ὥστε, ἂν κάποτε σᾶς βρεῖ μιὰ τέτοια συμφορά, φέρνοντάς τα στὸ νοῦ σας νὰ ἀντλεῖτε ἀπὸ αὐτὰ παρηγοριά. Καὶ οἱ στρατιῶτες, ὅταν ὑπάρχει εἰρήνη, ἀσχολοῦνται καὶ μελετοῦν τά σχετικὰ μὲ τὸν πὸλεμο θέματα, ὥστε ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα τῆς μάχης καὶ ἡ περίσταση ἀπαιτήσει νά δείξουν τὶς γνώσεις καὶ τὴν ἐμπειρία τους, νὰ ἔχουν νά ἐπιδείξουν ὅσα ἔμαθαν τὸν καιρό τῆς εἰρήνης.
Κι ἐμεῖς λοιπόν, ἂς προετοιμάσουμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας τὸν καιρό τῆς εἰρήνης, ὅπλα καὶ φάρμακα κατάλληλα. Ἔτσι, ἂν κάποτε μᾶς συμβεῖ πόλεμος τῶν παθῶν, τοῦ πένθους, τῆς ὀδύνης ἤ ὁτιδήποτε παρόμοιο, νὰ εἴμαστε ἐξοπλισμένοι καλὰ κι ὁλόγυρα περιφραγμένοι, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουμε μὲ ἐμπειρία καὶ ἐπιτυχία τὶς προσβολές τοῦ Πονηροῦ. Ἂς περιτειχίσουμε ὁλόγυρα τὸν ἑαυτό μας μὲ ὀρθοὺς λογισμούς, μὲ ὅπλο τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, μὲ τὰ παραδείγματα τῶν γενναίων ἀνδρῶν καὶ μὲ ὅ,τι ἄλλο ἀνάλογο. Γιατί, ἔτσι θὰ μπορέσουμε νὰ διανύσουμε καὶ τὴν παροῦσα ζωὴ χαρούμενα, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ εἰσέλθουμε στὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Χριστοῦ, στὸν Ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη, καθὼς καὶ στὸν Πατέρα καὶ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα, στοὺς αἰῶνες, τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ἀπό  τό βιβλίο:”Προσδοκῶ ἀνάσταση νεκρῶν”
Ἐκδόσεις ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ, Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου Καρέα