Σάββατο 19 Απριλίου 2014

Ο ΑΚΑΝΘΙΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ, Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΑΤΑΤΖΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΙΕΡΟΣΥΛΟΙ ΛΑΤΙΝΟΙ.

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΑΤΑΤΖΗΣΚείμενο του (Καστροπολίτη) Ιωάννη Α. Σαρσάκη

Κατά τα μέσα του 13ου αιώνα, την Κωνσταντινούπολη κατείχαν οι Λατίνοι, οι οποίοι ως γνωστών την κατέλαβαν το 1204. Λόγω όμως της συνεχούς πίεσης που δεχόταν από την αυτοκρατορία της Νίκαιας, στην οποία βασιλιάς ήταν ο Άγιος Ιωάννης Βατάτζης, αλλά και από άλλους εξωγενείς και ενδογενείς παράγοντες, τα οικονομικά τους είχαν περιέλθει σε οικτρή κατάσταση. Η προετοιμασία μιας σταυροφορίας που σκοπό είχε να τους βοηθήσει απέτυχε, με αποτέλεσμα οι Λατίνοι ηγέτες να βρεθούν σε αδιέξοδο. Έτσι κατέληξαν να είναι απομονωμένοι δίχως πολύ στρατό, αλλά ούτε και πολλά χρήματα για να πληρώσουν μισθοφόρους και κρατικούς υπαλλήλους. Η λύση που βρήκαν ήταν να πουλήσουν τον ¨Ακάνθινο Στέφανο¨, αυτόν που έβαλαν οι Ρωμαίοι στη κεφαλή του Χριστού όταν Τον σταύρωσαν. Το ιερό κειμήλιο, αγόρασε ο Βενετσιάνος έμπορος Νικόλαος Κουιρίνος. Μόλις όμως έμαθε αυτό το γεγονός ο βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος Θ΄, έστειλε ανθρώπους του στην Πόλη και το αγόρασε. Ο Ιωάννης Βατάτζης μαθαίνοντας πως το στεφάνι αγοράστηκε από τον Λουδοβίκο, και ότι η αποστολή του επιστρέφει στη Γαλλία μέσω Θαλάσσης, πρόσταξε τον ναύαρχό του να περιπολεί στον Ελλήσποντο, και μόλις αντιληφθεί το Γαλλικό πλοίο να το σταματήσει και να πάρει το ιερό κειμήλιο του Χριστιανισμού. Δεν πρόλαβε όμως καθώς το Γαλλικό πλοίο είχε αναχωρήσει για τη Δύση νωρίτερα.
Η ιστορία σχετικά με τη μεταφορά του Ακάνθινου Στεφάνου στο Παρίσι, γράφτηκε από τον αρχιεπίσκοπο του Σενς, Γκωτιέ ντε Κορνού, το 1239 ή το 1240. Από το βιβλίο του Ντόναλντ Μ. Νίκολ ¨Βυζάντιο και Βενετία¨ παραθέτουμε ένα απόσπασμα σχετικά με τη μεταφορά του Ακάνθινου Στεφάνου στο Παρίσι: ¨Χωρίς καθυστέρηση ο Λουδοβίκος έστειλε δύο Δομινικανούς στην Κωνσταντινούπολη με βασιλικό αγγελιαφόρο, ο οποίος απένειμε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στους βαρόνους της Λατινικής αυτοκρατορίας. Μόλις έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη, έμαθαν ότι το λείψανο είχε ήδη ενεχυριαστεί και θα μεταφερόταν με πλοίο στη Βενετία. Κανόνισαν όμως να επιβιβαστούν και οι ίδιοι στο πλοίο και να κάνουν το ταξίδι μαζί με το λείψανο. Απέπλευσαν τα Χριστούγεννα του 1238. Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Βατάτζης πληροφορήθηκε τα σχέδιά τους από τους κατασκόπους του στην Κωνσταντινούπολη και προσπάθησε να αιχμαλωτίσει το πλοίο με το πολύτιμο φορτίο του στα ανοιχτά. Έφτασαν όμως ασφαλείς στη Βενετία και ο Στέφανος τοποθετήθηκε στο θησαυρό του Αγίου Μάρκου. Ένας από τους δύο Δομινικανούς τάχθηκε φρουρός του, ενώ ο άλλος έσπευσε πίσω στη Γαλλία να ανακοινώσει στο βασιλιά Λουδοβίκο τα ευχάριστα νέα.
Αυτός αμέσως έστειλε πρεσβευτές στη Βενετία με τα χρήματα, για να αποδεσμεύσει το ιερό λείψανο. Μερικοί Γάλλοι έμποροι οι οποίοι βρισκόταν εκεί για δουλειές, προμήθευσαν το απαραίτητο συνάλλαγμα. Ο ιερός Ακάνθινος Στέφανος, πάντα κλεισμένος στη Θήκη του, μεταφέρθηκε θριαμβευτικά στο Παρίσι, όπου, στον κατάλληλο χρόνο, ο Άγιος Λουδοβίκος έχτισε τη Σαιν Σαπέλ για να το στεγάσει. Οι Βενετοί λυπήθηκαν που έχασαν ένα τόσο επικερδές προσκύνημα και αξιοθέατο. Θα ήταν ασφαλώς μια μοναδική προσθήκη στην ξακουστή συλλογή των λειψάνων τους, Δεν μπορούσαν όμως να αθετήσουν το λόγο τους. Ίσως ο Νικολό Κουιρίνο βγήκε χαμένος από τη συναλλαγή, εφόσον η μόνη αναφερόμενη πληρωμή σε εκείνον από το Λουδοβίκο Θ΄ αντιστοιχεί στο ποσό των 10.000 υπέρπυρων. Δηλαδή, η πληρωμή του ήταν μικρότερη από το αρχικό δάνειο τουλάχιστον κατά 3.000 υπέρπυρα. Καμία από τις ενδιαφερόμενες πλευρές δεν συλλογίστηκε ότι ο Ακάνθινος Στέφανος ανήκε στη Βυζαντινή Εκκλησία και στο λαό της Κωνσταντινούπολης¨.
Από το απόσπασμα αυτό βλέπουμε την νοοτροπία των Δυτικών σχετικά με τα ιερά κειμήλια της Ορθοδοξίας. Ο Ντόναλντ Μ. Νίκολ εύστοχα παρατηρεί πως κανείς από τους ¨διαγωνιζομένους¨ δεν συλλογίστηκε πως το ιερό αυτό κειμήλιο ανήκει στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Ο Ιωάννης Βατάτζης όμως, (ο οποίος όπως φαίνεται από το απόσπασμα είχε οργανώσει καλά την κατασκοπία μέσα στην Κωνσταντινούπολη), με το που έμαθε για την μεταφορά του Στεφάνου μέσω θαλάσσης, κινήθηκε άμεσα, προσπαθώντας να περισώσει το ιερό κειμήλιο χωρίς δυστυχώς να προλάβει τις εξελίξεις.

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ !

Ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί
Καλή Ἀνάσταση μέ ἀναστημένες τἰς ψυχές μας. Εὐχόμεθα ζωή χριστοποιημένη καί καταυγασμένη στό ἄκτιστο φῶς τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ μας, τοῦ νικητοῦ τοῦ θανάτου.
Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

Τό Ἅγιον Φῶς μαρτυρεῖ τήν ὀρθοδοξία.-Ἡ εὐχή τοῦ Ἁγίου Φωτός.

Τό Ἅγιον Φῶς μαρτυρεῖ τήν ὀρθοδοξία.-Ἡ εὐχή τοῦ Ἁγίου Φωτός.

ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΦΩΣ ΜΑΡΤΥΡΕΙ ΤΗΝ ΡΘΟΔΟΞΙΑ. - Η ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΦΩΤΟΣ.

Το Άγιον Φως Μαρτυρεί την Ορθοδοξία
Συνοπτική Παρουσίαση από τις ιστοσελίδες της «Ρομφαίας».
Συμβολίζει, άλλα και αποδεικνύει περιτρανώς το Μέγα Μυστήριον της έκ νεκρών Αναστάσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστό. Μάς γεμίζει αισθήματα πνευματικής, ψυχικής και θρησκευτικής ανατάσεως. Αι καρδίαι όλων χτυπούν από πίστιν, θαυμασμόν και ελπίδα διά το Μέγα μυστήριον της Ζωής. Πρόκειται διά άληθινόν θαύμα, το όποιον δεν χωρά καμιάν αμφισβήτησιν.
Από το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου χιλιάδες πιστοί της Ιερουσαλήμ και προσκυνηται από όλα τα μέρη του κόσμοι κατακλύζουν τον Ναόν της Αναστάσεως διά να παρακολουθήσουν την Τελετήν του Αγίου Φωτός.
Την 12ην μεσημβρινήν ο Ορθόδοξος Πατριάρχης των Ιεροσολύμων συνοδεία Αρχιερέων και άλλων Κληρικών φθάνει εις το Πατριαρχείο. Εισέρχεται εις το Άγιο Βήμα του Καθολικού και οι ετερόδοξοι παίρνουν την άδεια διά να λάβουν μέρος εις την Τελετήν. Κατόπιν οι Αρχιερείς και Κληρικοί ντύνονται με άμφια και ο Πατριάρχης με την πλήρη Αρχιερατική στολή. Ο Πατριάρχης ηγείται της πομπής, η οποία ξεκινά από το Άγιο Βήμα του Καθολικού και βαδίζει τρεις φοράς πέριξ του ιερού Κουβουκλίου υπό των ήχων των ψαλμωδών, οι οποίοι ψάλλουν το «Την Ανάστασίν σου Χριστέ Σωτήρ....»
Είναι αναγκαίο να τονίσουμε ότι οι ετερόδοξοι έχουν προκαταβολικούς ερευνήσει όλον το εσωτερικό του ιερού Κουβουκλίου, διά να πιστοποιήσουν... ότι δεν υπάρχει αναμένον κανδήλιον ή άλλη πηγή φωτός. Μετά την λιτανεία ο Πατριάρχης Ίσταται εμπροσθεν της θύρας του Αγίου Κουβουκλίου, αφαιρεί τα άμφια και περιμένει με το στοιχάρι, πετραχήλι και την ζώνην. Οι ετερόδοξοι κάνουν έρευνα διά να βεβαιωθούν ότι επάνω του δεν έχει κάτι, το οποίον θα ηδύνατο να δημιουργήση υπονοίας, ή να κίνηση υποψίας. Όταν όλοκληρωθή η έρευνα, οι φύλακες αφαιρούν τας σφραγίδας από την θύραν και ο Πατριάρχης εισέρχεται εις το Ιερό Κουβούκλιο με δυο δεσμίδας σβησμένα κεριά. Μαζί του εισέρχονται εις τον προθάλαμο ο Αρμένιος Πατριάρχης και ο Δραγομάνος, οίτινες παραμένουν εις τον προθάλαμο. Εις όλον τον Ναό επικρατεί συγκίνησης και αγωνία.
Ο Πατριάρχης γονατιστός έμπροσθεν του Αγίου Τάφου του Χριστού προσεύχεται προς τον Σταυρωθέντα, κρατών δύο σβηστάς λαμπάδας και με ταπείνωσιν και ευλάβεια αναπέμπων την ακόλουθη ευχή:
«Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ, η αρχίφωτος σοφία του ανάρχου Πατρός. Ο φώς οικών απρόσιτον, ο ειπών εκ σκότους φώς λάμψαι, ο ειπών γεννηθήτω φώς και εγένετο φώς. Κύριε, ο του φωτός χορηγός, ο εξαγαγών ημάς από του σκότους της πλάνης και εισαγαγών εις το θαυμαστόν φώς της σης επιγνώσεως, ο την γην μεν πάσαν διά της εν αυτή ενσάρκου παρουσίας σου, τα καταχθόνια δε διά της εις Άδην καταβάσεώς σου φωτός πληρώσας και χαράς, μετά δέ ταύτα διά των αγίων σου Αποστόλων φώς καταγγείλας πάσι τοις έθνεσιν.
 Ευχαριστούμεν σοί, ότι διά της ευσεβούς πίστεως μετήγαγες ημάς από σκότους εις φώς και γεγόναμεν υιοί διά του αγίου βαπτίσματος,  θρασεμένοι την δόξων σου πλήρη ουσών χάριτος και αληθείας. Αλλ' ώ φωτοπάροχε Κύριε, ο το μέγα φώς ων, ο ειπών, ο λαός ο καθήμενος εν σκότει. Δέσποτα Κύριε, το φώς το άληθινόν, ο φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον. Το μόνο φώς του κόσμου και φώς της ζωής των ανθρώπων, ου από της δόξης επληρώθη τα σύμπαντα, ότι φώς εις τον κόσμον ελήλυθας διά της ένσάρκου σου οικονομίας, ει και οι άνθρωποι ηγάπησαν μάλλον το σκότος ή το φώς.
 Σύ Κύριε φωτοδότα, επάκουσόν ημών των αμαρτωλών και αναξίων δούλων σου των τη ώρα ταύτη παρισταμένων τω παναγίω σου και φωτοφόρω τούτω τάφω και πρόσδεξαι ημάς τιμώντας τα άχραντα πάθη σου, την παναγίαν σου σταύρωσιν, τόν εκούσιον θάνατον και την εν τω πανσεβάστω τούτω μνήματι του τεθεωμένου σου σώματος κατάθεσιν και ταφήν και τριήμερον εξανάστασιν, ην χαρμονικώς ήδη αρξάμενοι εορτάζειν, μνείαν ποιούμεθα και της εν Αδου καθόδου σου, δι’ ης τας εκείσε των δικαίων κατεχομένας ψυχάς δεσποτικώς ηλευθέρωσας τη αστραπή της σης θεότητας φωτός πληρώσας τα καταχθόνια. 
Όθεν δή αγαλλομένη καρδία και χαρά πνευματική κατά τούτο το υπερευλογημένον Σάββατον το εν γη και υπό γήν θεοπρεπώς τελεσθέντα σοι σωτηριωδέστατα μυστήριά σου εορτάζοντες και σε το όντως ιλαρόν και εφετόν φως εν τοις καταχθονίοις θεϊκώς επιλάμψαν αναμιμνησκόμενοι, φωτοφάνειαν ποιούμεθα, σου την προς ημάς συμπαθώς γενομένην θεοφανείαν, εικονίζοντες.
 Επειδή γαρ τη σωτηρίω και φωταυγεί νυκτί πάντα πεπλήρωται φωτός ουρανός τέ και γη και τα καταχθόνια διά το υπερφυές μυστήριον της εν Αδου καθόδου σου και της εκ Τάφου σου τριημέρου άναστάσεως.
 Διά τούτο, εκ του επί τούτον τον φωτοφόρον σου Τάφον ευλαβώς λαμβάνοντές, διαδίδομεν τοις πιστεύουσιν εις σε το αληθινόν φώς και παρακαλούμεν και δεόμεθά σου.
 Πανάγιε Δέσποτα, όπως άναδείξης αυτό αγιασμού δώρον και πάσης θεϊκής σου χάριτος πεπληρωμένον διά της χάριτος τού Παναγίου και φωτοφόρου Τάφου σου.
 Και τους απτομένους εύλαβώς αυτού ευλογήσης και αγιάσης του σκότους των παθών ελευθεριών και των φωτεινοτάτων σου σκηνών καταξίωσης, όπου φως το ανέσπερόν της σης θεότητας λάμπει. Χάρισαι αυτοίς, Κύριε, υγείαν και ευζωίαν και τους οίκους αυτών παντός αγαθού πλήρωσον.
Ναι, Δέσποτα φωτοπάροχε, επάκουσόν μου του αμαρτωλού εν τη ώρα ταύτη και δός ημίν τε και αυτοίς περιπατείν εν τω φωτί σου και εν αύτω μένειν, έως το φώς της προσκαίρου ζωής ταύτης έχωμεν. Δος ημίν Κύριε, ίνα το φώς των καλών έργων ημών λάμπη έμπροσθεν των άνθρώπων και δοξάζωσι αι συν τω ανάρχω σου Πατρί και τω Παναγίω Πνεύματι. Εις φώς γάρ εθνών ημάς τέθηκας, ίνα αυτοίς τη σκοτία περιπατούσι  φαίνωμεν. Αλλ’ ημείς ηγαπήσαμεν το σκότος μάλλον ή το φώς, φαύλα πράσσοντες. 
Πας γάρ ο φαύλα πράσσων μισεί το φώς κατά τον αψευδή λόγον σου. Διά τούτο οσημέραι προσκόπτομεν αμαρτάνοντες επειδή περιπατούμεν εν τη σκοτία. Αλλ’ άξίωσον ημάς το υπόλοιπόν της ζωής ημών βιωτεύσαι πεφωτισμένους τους οφθαλμούς της διανοίας ημών. Δος ημίν, ίνα ως τέκνα φωτός περιπατήσωμεν εν τω φωτι των εντολών σου. Το του άγιου βαπτίσματος φωτεινόν ένδυμα, όπερ διά των έργων ημαυρώσαμεν, λεύκανον, ως το φως ο αναβαλλόμενος το φώς ώσπερ ιμάτιον. 
Δός ημίν ενδύσασθαι τα όπλο του φωτός, ίνα δι’ αύτών τον άρχοντα του σκότους τροπούμεθα, ος μετασχηματίζεται εις άγγελον φωτός. Ναι, Κύριε, και ως εν ταύτη τη ημέρα τοις εν σκότει και σκιά θανάτου καθημένοις φως έλαμψας ούτω σήμερον λάμψον εν ταις καρδίαις ημών το σόν ακήρατον φως ίνα τούτου φωτιζόμενοι και θερμαινόμενοι εν τη πίστει, δοξάζωμεν Σέ το μόνον εκ μόνου του αρχίφωτου φωτός, ιλαρόν φως εις τούς ατελευτήτους αιώνας. Αμήν»
Μετά το πέρας της ευχής τοποθετεί το βαμβάκιον εις τον Πανάγιον Τάφον και με θαυμαστόν τρόπον ανάβει. Με αυτό ανάβει τα κεριά και εξέρχεται από το Ιερόν Κουβούκλιον. Το σπουδαίο είναι ότι το άγιον φώς διά ολίγα λεπτά δεν έχει πυράδα. Δηλαδή εάν εις άκουμπήση το άγιον φως εις τα χέρια του δεν θα καή. Πραγματικώς είναι εν έκ των μεγαλύτερων Θαυμάτων της Χριστιανοσύνης, το όποιον επαναλαμβάνεται κάθε χρόνον το Μέγα Σάββατον.
 http://apantaortodoxias.blogspot.gr/2014/04/blog-post_4138.html

«Προσδοκώ Ανάστασιν Νεκρών»


«Προσδοκώ Ανάστασιν Νεκρών» (Μακ. Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Χριστοδούλου).

     



     Μικρή περιγραφή

Μακκαριωτάτω Αρχιεπισκόπω Αθηνών και Πάσης Ελλάδος ημών δε πατρός και Ποιμενάρχου κυρό Χριστοδούλω αιωνία η μνήμη αυτού. Καλόν Παράδεισο και καλήν Ανάσταση.

     Κύριο περιεχόμενο

Αποτελεί δόγμα της πίστεώς μας η κοινή Ανάσταση των νεκρών. Το λέμε στο σύμβολο της Πίστεώς μας• «προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος». Η ζωή μας έχει τέσσερα στάδια. Το πρώτο είναι η επίγεια ζωή μας. Αυτή την οποία ζούμε επάνω στην γη. Το δεύτερο στάδιο είναι μετά τον θάνατο μας, η λεγόμενη «μέση κατάσταση». Το τρίτο στάδιο είναι η ζωή κατά την ανάσταση των σωμάτων και το τέταρτο η ζωή του μέλλοντος αιώνος. Τότε αρχίζει και το μυστήριο της «ογδόης ημέρας».Όμως, αν κάποιος αμφιβάλλει περί της αναστάσεως των σωμάτων, θα πρέπει να πούμε ότι η ανάσταση αυτή θα γίνει, διότι το είπε το αψευδές στόμα του Κυρίου μας. Στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο είναι γραμμένα τούτα τα λόγια του Κυρίου:. «οι νεκροί ακούσονται της φωνής του Υιού του Θεού και οι ακούσαντες ζήσονται». Θα ακουστεί λέγει η φωνή του Χριστού και όλοι θα ζήσουν, θα αναστηθούν. Στην συνέχεια ο ίδιος ο Κύριος συμπληρώνει «μη θαυμάζετε τούτο, ότι έρχεται ώρα εν η πάντες οι εν τοις μνημείοις ακούσονται της φωνής Αυτού και εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις Ανάστασιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις Ανάστασιν Κρίσεως». Σαφέστατα τα λόγια αυτά του Κυρίου μας ομιλούν για την ανάσταση των σωμάτων, η οποία θα γίνει όταν θα ακουσθεί η φωνή του Ιησού Χριστού.
Αλλά και ο Απόστολος Παύλος εκφράζοντας την ίδια αλήθεια μας λέγει: «σαλπήσει γαρ και οι νεκροί εγερθήσονται άφθαρτοι». Ο Απόστολος ομιλεί περί του σαλπίσματος του Αγγέλου, το οποίο θα σημάνει για την ανάσταση των νεκρών σωμάτων, οπότε οι νεκροί θα εγερθούν άφθαρτοι. Για σους επίσης αμφιβάλλουν περί της ζωοποιήσεως των νεκρών σωμάτων και μάλιστα των απ’ αιώνος κεκοιμημένων, υπάρχει το όραμα του προφήτου Ιεζεκιήλ, που ο προφήτης, λαμβάνοντας εντολή από τον Θεό να κηρύξει στα γυμνά οστά, κηρύττει και αμέσως τα οστά προσλαμβάνουν σάρκα και ψυχή• ζωοποιούνται και ανίστανται.
Είναι, επίσης, ορθό και δίκαιο πριν από την Δευτέρα Παρουσία να προηγηθεί η ανάσταση των σωμάτων, προκειμένου σώματα και ψυχές μαζί να παρουσιαστούν ενώπιον του βήματος του αδέκαστου Κριτού, για να λάβουν την απάντηση στον τρόπο της ζωής που έζησαν από κοινού. Κι’ αυτό διότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ψυχή. Ο Απ. Παύλος σαφώς μας πληροφορεί ότι θα βρεθούμε ενώπιον του Κριτού, με το σώμα μας, για να λάβει έκαστος την κρίση για όλα όσα έκανε. Μαζί έζησαν σώμα και ψυχή, μαζί και θα απολαύσουν τον Παράδεισο ή μαζί θα οδηγηθούν στην Κόλαση.
Μερικοί αναρωτιούνται πως είναι δυνατόν να γίνει αυτή η ανάσταση, όταν το σώμα έχει διαλυθεί προ πολλού. Το σώμα αυτό θα αναστηθεί, διότι ανεστήθη το σώμα του Χριστού. Η Άγια Γραφή τον χαρακτηρίζει ως «πρωτότοκο πάσης κτίσεως» και «ότι εγένετο απαρχή των κεκοιμημένων». Αυτό σημαίνει ότι, ό,τι συνέβη στον Χριστό, πρόκειται να συμβεί και σε εμάς, επειδή ο Χριστός είναι η ανακεφαλαίωση και η συγκεφαλαίωση ολοκλήρου της ζωής μας. Ο Κύριος μας είναι η κεφαλή του σώματός μας και εμείς είμεθα τα μέλη. Επομένως, αφού η κεφαλή ανέστη, θα αναστηθεί και ολόκληρο το σώμα. Θα αναστηθούμε όμως όχι αφ’ εαυτών μας, όπως συνέβη με την Ανάσταση του Κυρίου, αλλά θα αναστηθούμε όταν ακουσθεί η φωνή του Κυρίου.
Ο ιερός Χρυσόστομος λέγει τα εξής: «Αν δεν ανασταίνεται το σώμα, τότε δεν ανασταίνεται ο άνθρωπος. Διότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ψυχή. Είναι ψυχή και σώμα. Αν λοιπόν η ψυχή ανασταίνεται, κατά το μισό ο άνθρωπος ανασταίνεται και όχι ολόκληρος. Άλλωστε δεν κυριολεκτούμε όταν λέμε ότι ανασταίνεται η ψυχή, διότι μόνο το σώμα ανασταίνεται, αφού μόνον αυτό παραδίδεται στην φθορά».
Η ανάσταση των σωμάτων είναι ένα θαύμα. Θα είναι το θαύμα της Δυνάμεως του Θεού. Και όπως ο σπόρος σπείρεται στην γη εν φθορά και εγείρεται εν αφθαρσία, έτσι και το σώμα μας εσπάρη εν φθορά, ετάφη και διελύθη μέσα στη γη και πρόκειται να αναστηθεί και να εγερθεί εν αφθαρσία.
Αυτή η ανάσταση θα γίνει, όπως λέγει ο Κλήμης Ρώμης, οπουδήποτε και αν έχουμε διασκορπισθεί, είτε στην θάλασσα, είτε στην ξηρά, είτε έχουμε κατασπαραχθεί από θηρία ή όρνεα, θα μας αναστήσει με τη δύναμή Του ο Θεός, γιατί όλος ο κόσμος βρίσκεται στο χέρι Του.
Πως θα είναι τα «νέα» σώματα;
Ένα εύλογο ερώτημα είναι, πως θα είναι τα σώματά μας μετά την ανάστασή μας; Θα είναι όπως ήταν πριν από τον θάνατο ή όχι; Η απάντηση είναι ότι τα σώματά μας θα είναι κατά βάση τα ίδια -όπως και πριν, αλλά με διαφορετικές ιδιότητες. Ο ιερός Χρυσόστομος απαντώντας στο ερώτημα λέγει, ότι το σώμα θα είναι το ίδιο, αλλά και δεν θα είναι το ίδιο.
Ο όσιος Μακάριος λέγει ότι το σώμα μας μετά την ανάσταση θα διατηρεί την φύση του όπως ο σίδηρος, ο οποίος όταν πυρακτώνεται γίνεται κατακόκκινος, χωρίς όμως και να πάψει να είναι σίδηρος.
Ο άγιος Θεόδωρος Μοψουεστίας δίνει μίαν άλλη εικόνα. Την εικόνα της άμμου και του γυαλιού. Όπως γνωρίζουμε το γυαλί αποτελείται από την άμμο. Όμως όταν γίνεται γυαλί, δεν είναι πλέον άμμος. Μεταξύ λοιπόν του προ της αναστάσεως σώματός μας και εκείνου το οποίο θα έχουμε μετά την Ανάσταση, υπάρχει και ταυτότητα και διαφορά.
Μία διαφορά που πρέπει να καταγράψουμε είναι ότι το παλαιό σώμα είναι ενδεδυμένο την φθορά, ενώ το νέο την αφθαρσία. Το σώμα αυτό μετά την κοινή ανάσταση θα είναι αθάνατο. Η εικόνα του σπόρου που χρησιμοποιεί ο Απ. Παύλος είναι πολύ χαρακτηριστική. Σπείρεται ο σπόρος στην γη, στην συνέχεια διαλύεται, έπειτα φυτρώνει απ’ αυτόν τον σπόρο ένα νέο φυτό, το οποίο ζωογονείται και αναπτύσσεται. Είναι δε της ιδίας φύσεως με τον σπόρο ο οποίος έχει σπαρεί. Εάν σπείρει δηλαδή κάποιος σπόρο σιταριού, θα φυτρώσει σιτάρι. Είναι όμως αυτό καλύτερο από αυτό το οποίο εσπάρη. Σπείρεται δε ένα σπειρί και φυτρώνουν πολλαπλάσια. Μπορούμε από όλα αυτά να συναγάγουμε τις ιδιότητες, τις οποίες θα έχει το μετά την ανάσταση σώμα μας, με πρώτη εκείνη της αφθαρσίας.
Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων προσπαθώντας να προσεγγίσει αυτό το μυστήριο, χρησιμοποιεί την εικόνα του νερού. Το νερό, λέγει, έχει άλλες ιδιότητες όταν είναι υγρό, άλλες όταν είναι στερεό, και άλλες όταν είναι ατμός. Και σε εμάς θα γίνει μία μεταποίηση. Επομένως, εφ’ σον το σώμα μας θα έχει την ιδιότητα της αφθαρσίας, αυτό σημαίνει ότι δεν θα αρρωσταίνει, δεν θα πονά, δεν θα γερνά. Θα έχουμε δε όλοι μία ηλικία, όπως λέγει η παράδοση της Εκκλησίας μας, την οποία συναντούμε και στα υμνολογικά μας κείμενα. Δεν θα έχουμε με άλλα λόγια τις αναπηρίες τις οποίες είχαμε στην ζωή αυτή, τις διάφορες ασθένειες, ούτε θα έχουμε και τα λεγόμενα «αδιάβλητα» πάθη, όπως, το ότι πεινάμε, διψάμε, κουραζόμαστε έχουμε ανάγκη αναπαύσεως, το ότι πονάμε κ.λ.π.
Η δεύτερη ιδιότητα της αθανασίας, σημαίνει ότι δεν θα πεθάνουμε και θα είμαστε αιώνιοι. Το πρότυπό μας θα είναι το σώμα του Αναστημένου Χριστού. Μία τρίτη ιδιότητά μας είναι η μεταποίηση ή μεταμόρφωση του σώματος μας. Το νέο σώμα θα είναι καλύτερο και ανώτερο του προηγουμένου. Δεν θα έχει ούτε ύλη, ούτε βάρος, δεν θα έχει όγκο δεν θα καταλαμβάνει θέση μέσα στον χώρο. Όπως ο Κύριος μας είχε μεν σώμα, το οποίο οι μαθητές έβλεπαν μετά την Ανάσταση, όμως το σώμα αυτό δεν τον εμπόδιζε να εισέρχεται στο δωμάτιο που ήσαν οι μαθητές «κεκλεισμένων των θυρών», ή ακόμη δεν τον εμπόδιζε να βρίσκεται ταυτοχρόνως σε διάφορα σημεία, -όπως επιβεβαιώνεται από τις μετά την Ανάσταση εμφανίσεις Του.
Οι ιδιότητες που θα έχει το καινούργιο σώμα μας θα είναι νέες ιδιότητες. Το σώμα αυτό θα μετέχει της δόξης του Αναστημένου και Αναληφθέντος Ιησού Χριστού. Ο Κύριος δεν ανέστη μόνον ως πρωτότοκος πάσης κτίσεως, αλλά και αυτό το αναστημένο σώμα Του το μετέφερε στους ουρανούς, κατά την ημέρα της Αναλήψεως Του. Και γι' αυτό, η μεγάλη Δεσποτική εορτή της Αναλήψεως έχει πολλή μεγάλη σημασία για εμάς, διότι σημαίνει την παντοτινή δόξα του σώματος μας, δίπλα από το σώμα του Αναστημένου Χριστού στην δόξα του Ουρανού. Το σώμα μας θα είναι ωραίο, με τα πρώην χαρακτηριστικά του. Οι σωματικές μας δε αναμνήσεις θα γίνουν πνευματικές. Γι’ αυτό μία ακόμη ιδιότητά του είναι η πνευματικότης. Δεν θα μας απασχολούν πλέον θέματα υλικά ή ηδονικά. Το σώμα μας ως πνευματικό δεν θα έχει ανάγκη συντηρήσεως και τροφής.
Με βάση όλα αυτά, τα οποία είπαμε περί του αναστημένου σώματος μας, θα πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι και η ανταμοιβή μας, δηλαδή η κληρονομιά του Παραδείσου ή η τιμωρία μας, δηλαδή η κόλαση, θα είναι πνευματικού και όχι υλικού χαρακτήρος. Θα είναι καταστάσεις που θα μας γεμίζουν χαρά, εάν θα είμεθα μαζί με τον Θεό και θα γευόμεθα την παρουσία Του, ή αντιθέτως θα πληρούν την ψυχή μας από θλίψη και λύπη. Θα τιμωρούμεθα, διότι θα είμεθα μακράν του Θεού. Δεν θα απολαμβά-νουμε την εν ημίν παρουσία Του. Αυτό είναι φοβερότατο μαρτύριο, διότι η συνείδησή μας, όπως λέγουν οι δογματικοί θεολόγοι της Εκκλησίας μας, «εις το έπακρον τότε εκλεπτυσμένη και ευαισθητοποιημένη, θα μας ελέγχει κατά τρόπο βασανιστικό και επώδυνο», θα έχει απαλλαχθεί από την ραστώνη η συνείδηση μας, με την οποία βαρύνεται κατά τη διάρκεια της παρούσης ζωής. Οι άνθρωποι, λέγουν οι Πατέρες της Εκκλησίας, θα λάμπουν κατά το μέτρο της αρετής των. Γι’ αυτό και ο Κύριος είπε ότι «εν τη οικία του Πατρός Μου, μοναί πολλαί εισίν». Τούτο σημαίνει ότι και ο Παράδεισος θα έχει ορισμένες διαβαθμίσεις. Σε άλλη κατάσταση θα βρίσκονται οι Άγιοι που ευαρέστησαν ενώπιον Θεού και σε άλλη κατάσταση θα βρίσκεται κάποιος άλλος χριστιανός. Όμως, όλοι όσοι θα βρίσκονται στον Παράδεισο, θα αισθάνονται πλήρη ευτυχία. Και μάλιστα οι Πατέρες χρησιμοποιούν μίαν ωραία εικόνα, για να μας προσδιορίσουν ότι όλοι θα αισθανόμεθα ικανοποιημένοι. Ο κάθε άνθρωπος θα κρατάει στα χέρια του ένα δοχείο. Άλλου το δοχείο θα είναι πιο μεγάλο, άλλου μικρότερο. Όμως, όλων τα δοχεία θα είναι γεμάτα έως το χείλος επάνω.
Μετά την ανάσταση θα ακολουθήσει η γενική κρίση. Η καθολική κρίση όπως λέμε. Θα εμφανισθούμε με τα αναστημένα σώματα και τις ψυχές μας ενωμένες, όπως και τώρα, ενώπιον του αδέκαστου βήματος του Θεού.

Η σημασία της θυσίας του Χριστού (Αγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος)

Η σημασία της θυσίας του Χριστού (Αγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος)
alopsis

ΘΕΟΛΟΓΙΑ
Κατηχητικός λόγος του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου σχετικά με τη σημασία της θυσίας του Ιησού Χριστού, για την ζωή του ανθρώπου.

«Ο Κύριος Ιησούς και Θεός μας χωρίς να φταίει σε τίποτε ραπίσθηκε, ώστε οι αμαρτωλοί που θα τον μιμηθούν, όχι μόνον να λάβουν άφεση των αμαρτιών τους, αλλά και να γίνουν συγκοινωνοί στη θεότητά του με την υπακοή τους.

Εκείνος ήταν Θεός κι έγινε για μας άνθρωπος. Ραπίσθηκε, φτύστηκε και σταυρώθηκε, και με όσα έπαθε ο απαθής κατά τη θεότητα είναι σαν να μας διδάσκει και να λέει στον καθένα μας:

«Αν θέλεις, άνθρωπε, να γίνεις Θεός, να κερδίσεις την αιώνια ζωή και να ζήσεις μαζί μου, πράγμα που ο προπάτοράς σου, επειδή το επεδίωξε με κακό τρόπο, δεν το πέτυχε, ταπεινώσου, καθώς ταπεινώθηκα κι εγώ για σένα– απόφυγε την αλαζονεία και την υπερηφάνεια του δαιμονικού φρονήματος, δέξου ραπίσματα, φτυσίματα, κολαφίσματα, υπόμεινέ τα μέχρι θανάτου και μην ντραπείς.

Αν όμως εσύ ντραπείς να πάθεις κάτι χάρη των εντολών μου, καθώς εγώ ο Θεός έπαθα για σένα, θα θεωρήσω κι εγώ ντροπή μου το να είσαι μαζί μου κατά την ένδοξη έλευσή μου και θα πω στους αγγέλους μου:

Αυτός κατά την ταπείνωσή μου ντράπηκε να με ομολογήσει και δεν καταδέχθηκε να εγκαταλείψει τον κόσμο και να γίνει όμοιός μου. Τώρα λοιπόν που απογυμνώθηκε από τη φθαρτή δόξα του Πατέρα μου, θεωρώ ντροπή μου ακόμη και να τον βλέπω. Πετάξτε τον λοιπόν έξω: «αρθήτω ο ασεβής, ίνα μή ίδη τήν δόξαν Κυρίου» (Ησ. 26:10) (διώξτε τον ασεβή για να μη δει τη δόξα του Κυρίου).

Φρίξετε, άνθρωποι, και τρομάξετε, και υπομείνετε με χαρά τις ύβρεις που ο Θεός υπέμεινε για τη σωτηρία μας... Ο Θεός ραπίζεται από έναν τιποτένιο δούλο... και εσύ δεν καταδέχεσαι να το πάθεις αυτό από τον ομοιοπαθή σου άνθρωπο; Ντρέπεσαι να γίνεις μιμητής του Θεού, και πώς θα συμβασιλεύσεις μ’ αυτόν και θα συνδοξασθείς στη βασιλεία των ουρανών, αν δεν υπομείνεις τον αδελφό σου; Αν και ’κείνος δεν καταδεχόταν να γίνει άνθρωπος για σένα και σ’ άφηνε να κείτεσαι μέχρι τώρα στην πτώση της παραβάσεως, δεν θα βρισκόσουν τώρα στον πυθμένα του Άδη, άθλιε, με τους άπιστους και τους ασεβείς;

Αλλά τί θα πούμε προς αυτούς πού δήθεν εγκατέλειψαν τα πάντα κι έγιναν φτωχοί για την βασιλεία των ουρανών;

— Αδελφέ, φτώχυνες και μιμήθηκες το Δεσπότη Χριστό και Θεό σου. Βλέπεις λοιπόν ότι τώρα ζει και συναναστρέφεται μαζί σου, αυτός που βρίσκεται υπεράνω όλων των ουρανών. Να, βαδίζετε τώρα οι δυο μαζί– κάποιος σας συναντάει στο δρόμο της ζωής, δίνει ράπισμα στον Δεσπότη σου, δίνει και σε σένα. Ο Δεσπότης δεν αντιλέγει και συ αντεπιτίθεσαι; «Ναι», λέει, γιατί είπε σε εκείνον που τον ράπισε: «ει κακώς ελάλησα, μαρτύρησον περί του κακού– ει δε καλώς, τί με δέρεις;» (Ιω. 18,23). (Αν είπα κάτι κακό, πες ποιο ήταν– αν όμως μίλησα σωστά, γιατί με χτυπάς;)».

Αυτό όμως δεν το είπε αντιμιλώντας, όπως φαντάστηκες, αλλά επειδή εκείνος «αμαρτίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού» (δεν έκανε αμαρτία, ούτε βρέθηκε δόλος στο στόμα του).

Και για να μη νομισθεί, ότι, επειδή τάχα αμάρτησε, δίκαια τον χτύπησε ο δούλος λέγοντάς του: «ούτως αποκρίνει τω αρχιερεί;» (Ιω. 18,22)– (έτσι αποκρίνεσαι στον αρχιερέα;), για να αποδείξει λοιπόν ανεύθυνο τον εαυτό του, είπε τον παραπάνω λόγο. Δεν είμαστε όμως όμοιοί του εμείς οι υπεύθυνοι για πολλές αμαρτίες.

Έπειτα, μολονότι υπέμεινε πολύ χειρότερα απ’ αυτό, δεν μίλησε καθόλου, αλλά μάλλον προσευχήθηκε για τους σταυρωτές Του.

Εκείνος, αν και τον περιέπαιζαν, δεν αγανακτούσε, και σε γογγύζεις;

Εκείνος ανέχεται φτυσίματα, κολαφίσματα και φραγγελώσεις, και σε δεν ανέχεσαι ούτε ένα σκληρό λόγο;

Εκείνος δέχεται σταυρό και την οδύνη των καρφιών κι ατιμωτικό θάνατο, και συ δεν καταδέχεσαι να εκτελέσεις τα ταπεινά διακονήματα;

Πώς λοιπόν θα γίνεις συγκοινωνός στη δόξα, αφού δεν καταδέχεσαι να γίνεις συγκοινωνός στον ατιμωτικό του θάνατο; Μάταια στ’ αλήθεια εγκατέλειψες τον πλούτο, αφού δεν δέχθηκες να σηκώσεις τον σταυρό, δηλ. να υπομείνεις πρόθυμα την επίθεση όλων των πειρασμών – έτσι απόμεινες μόνος στον δρόμο της ζωής και χωρίσθηκες δυστυχώς από τον γλυκύτατο Δεσπότη και Θεό σου!»


(από το βιβλίο «Σταυροαναστάσιμα», έκδοσις Ι.Μ. Αγίου Συμεών Νέου Θεολόγου)



























(Πηγή ηλ. κειμένου: xfe.gr)



ANASTASH ME GERONTA EPISK AYG KANTIOTH 2009 Movie

Κυριακὴ τοῦ Πάσχα
Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστινου Καντιώτου

«ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!»

___

_
   ΑΓΑΠΗΤΟΙ μου ἀδελφοί, «Χριστὸς ἀνέστη!». Σᾶς χαιρετίζω ἐν Χριστῷ, τῷ ἀναστάντι Κυρίῳ. Ἂν ὑπάρχουν δυὸ λέξεις μέσα στὶς ὁποῖες εἶνε ὅλο τὸ εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας, ὅλο τὸ παρελθὸν τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον μας, αὐτὲς εἶνε τὸ «Χριστὸς ἀνέστη». Ἐδῶ φαίνεται ἡ σοφία τῆς Ἐκκλησίας μας· κατώρθωσε μέσα σὲ δυὸ λέξεις νὰ κλείσῃ τὰ βαθειά της νοήματα. Διαβάζεις ἀρχαίους φιλοσόφους καὶ κουράζεσαι, ἐνῷ τὰ ἁπλᾶ λόγια τῆς πίστεώς μας, σὰν χρυσᾶ καρφιά, μπαίνουν στὴν καρδιὰ καὶ στὸ μυαλό. «Χριστὸς ἀνέστη!» Τὶς δυὸ αὐτὲς λέξεις κανείς δὲ᾿ θὰ μπορέσῃ νὰ τὶς σβήσῃ· πάντα θὰ ἀκούγωνται καὶ θὰ εὐφραίνουν ὅλο τὸν κόσμο.

* * *

Τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» ἀντηχεῖ τὴν φωτοφόρο αὐτὴ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως ἀπὸ τὰ στόματα ὅλων τῶν ὀρθοδόξων, ποὺ μὲ τὶς λαμπάδες στὸ χέρι πλημμυρίζουν τὶς ἐκκλησίες.
Καὶ ὄχι μόνο τὴ νύχτα αὐτή, ἀλλὰ καὶ ὅλη τὴν Διακαινήσιμο ἑβδομάδα, καὶ ὅλο τὸ διάστημα μέχρι τῆς Ἀναλήψεως. Τὰ παλιὰ τὰ χρόνια, τὰ εὐλογημένα χρόνια, ποὺ οἱ ἄνθρωποι πίστευαν, τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» δὲν ἀκουγότανε μόνο σήμερα. Στὴ Μικρὰ Ἀσία καὶ στὸν Πόντο τὸν εὐλογημένο καὶ σ᾿ ὅλη τὴ Μακεδονία καὶ παντοῦ, τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» δὲν ἀκουγόταν μόνο ἀπόψε, ὡς ἕνα σύνθημα γαστρονομικῆς ἐξορμήσεως, ἀλλ᾿ ἐπὶ σαράντα μέρες ἀντικαθιστοῦσε κάθε ἄλλο χαιρετισμό. Ἀντὶ καλημέρα «Χριστὸς ἀνέστη», ἀντὶ καλησπέρα, «Χριστὸς ἀνέστη», στὴ συνάντησι «Χριστὸς ἀνέστη», στὸν ἀποχωρισμὸ «Χριστὸς ἀνέστη». Καταργοῦσε κάθε εδους χαιρετισμό. Δὲν χόρταιναν νὰ τὸ λένε.
Τώρα; «σὲ τοῦτα τ᾿ ἄπιστα κατηραμένα χρόνια»; Τώρα οἱ πολλοὶ ἔρχονται τὴ νύχτα στὴν Ἀνάστασι κ᾿ ἔχουν τὸ αὐτί τους τεντωμένο· καὶ μόλις ἀκούσουν τὸ «Χριστὸς ἀνέστη», οἱ ἐκκλησιὲς ἀδειάζουν. Οἱ Χριστιανοὶ δὲ᾿ μένουν μέχρι τέλους τῆς θείας λειτουργίας ν᾿ ἀκούσουν ἐκεῖνα τὰ λόγια τοῦ ῥήτορος τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ποὺ λέει· «Ει τις εὐσεβὴς καὶ φιλόθεος, ἀπολαυέτω τῆς καλῆς ταύτης καὶ λαμπρᾶς πανηγύρεως…» (κατηχ. λόγος).
Μεγάλη ἀσέβεια αὐτό. Ἀλλ᾿ ἐὰν τὸ σκεφθῇς ἀπὸ μιὰ ἄλλη πλευρά, καταντᾷ καὶ ἀστεῖο, μία γελοιοποίησις τῶν λεγομένων Χριστιανῶν. Θυμᾶμαι ὅταν ἤμουν νεαρὸς κληρικὸς στὸ Μεσολόγγι κοντὰ σ᾿ ἕνα σεβάσμιο ἱεράρχη, τὸν Ἱερόθεο. Στὸ ναὸ τῆς μητροπόλεως στὴν πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ Ἀκαρνανίας, ἑνὸς ἀπὸ τοὺς πιὸ μεγάλους νομοὺς τῆς πατρίδος μας, μαζεύονταν τὴ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως τριακόσοι περίπου ἐπίσημοι· στρατιωτικοὶ μὲ τὰ σπαθιά τους (μέραρχοι, συνταγματάρχαι κ.λπ.), ἐφέται, εἰσαγγελεῖς, πρόεδροι, νομάρχαι… Ἦταν δὲ ἡρωϊκὸς ὁ δεσπότης ἐκεῖνος, τό ᾿λεγε ἡ καρδούλα του. Ἐκείνη τὴ χρονιὰ μοῦ λέει· ―Αὐγουστῖνε, σήμερα, ἀπόψε, θὰ πᾷς καὶ θὰ μοῦ κλείσῃς τὶς πόρτες τῆς ἐκκλησίας. Μπήκανε λοιπὸν μέσα μετὰ τὸ «Χριστὸς ἀνέστη», καὶ κλείνουμε τὶς πόρτες τὴ νύχτα χωρὶς νὰ τὸ πάρουν αὐτοὶ είδησι. Μετά, τί ἦταν ἐκεῖνο! νὰ βλέπῃς εἰσαγγελεῖς, νὰ βλέπῃς προέδρους πρωτοδικῶν, νὰ βλέπῃς στρατηγούς, νὰ βλέπῃς κυρίους τῆς ἀριστοκρατίας, σὰν μικρὰ παιδιὰ ποὺ κλείνει ἡ μάνα τὴν πόρτα κι αὐτὰ χτυπᾶνε, ἔτσι νὰ χτυπᾶνε τὶς πόρτες γιὰ νὰ βγοῦν ἔξω. Ἕως ὅτου ὠργίστηκε ὁ δεσπότης καὶ εἶπε ν᾿ ἀνοίξουμε πάλι τὶς πόρτες. Ἄλλο πάλι θέαμα τότε! Είδατε ποτὲ τὰ γίδια πῶς βγαίνουν ἀπὸ τὸ μαντρί, πῶς ὁρμοῦν καὶ τρέχουν γιὰ νὰ πᾶνε νὰ φᾶνε χορτάρι; Κατ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο νὰ τοὺς δῆτε νὰ φεύγουν, σὰν τὰ γίδια, γιὰ νὰ πᾶνε νὰ φᾶνε μαγειρίτσα καὶ νὰ διασκεδάσουν. Καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ μέσα στὴν ἐκκλησία δὲν ἔμειναν οὔτε δέκα ἄνθρωποι. Αὐτὰ συνέβαιναν τότε στὴ μητρόπολι τοῦ Μεσολογγίου. Ἀλλὰ τὰ ίδια συμβαίνουν παντοῦ καὶ μέχρι σήμερα.
Μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια βρέθηκα Πάσχα στὴν Ἀθήνα. Εἶδα λοιπὸν κάποιο δημοσιογράφο καὶ μοῦ λέει· ―Πάτερ, τό ᾿μαθες; Τὴ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως ἔφυγαν ἀπὸ τὴν Ἀθήνα χιλιάδες Ἀθηναῖοι καὶ Πειραιῶτες. Καὶ ἐνῷ χτυποῦσαν οἱ καμπάνες καὶ οἱ ἱερεῖς λέγανε τὸ «Χριστὸς ἀνέστη», αὐτοὶ τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» τό ᾿καναν στὰ πεζοδρόμια, στοὺς δρόμους, στὶς μεγάλες ἀρτηρίες… Καὶ μόνο αὐτό; αὐτὸ εἶνε τὸ λιγώτερο. Ποιό εἶνε τὸ ἄλλο; Ὅτι ὅπως πήχτωσαν οἱ δρόμοι ἀπὸ τόσες χιλιάδες αὐτοκίνητα, καὶ μάλιστα ὅπου οἱ δρόμοι ἦταν στενοί, ἔπεφτε τὸ ἕνα αὐτοκίνητο πάνω στὸ ἄλλο, ἐδημιουργοῦντο παρεξηγήσεις μὲ τοὺς ἄλλους ὁδηγούς, ὅπως μοῦ ἔλεγε καὶ ὅπως τὸ ἔγραψε ὁ δημοσιογράφος αὐτός, ἔρχονταν σὲ σύγκρουσι, κατέβαιναν κάτω, πιανότανε στὰ χέρια, καὶ τότε ―μὴ γελάσῃ κανείς, ἀλλὰ νὰ σκύψουμε τὰ κεφάλια καὶ νὰ κλάψουμε―, καθὼς ἔρχονταν σὲ σύγκρουσι ὁδηγώντας τὰ αὐτοκίνητα, τί κάνανε; Βλαστημοῦσαν τὸ Χριστό! Καμμιά νύχτα δὲν ἄκουσε τόσες βλαστήμιες ὁ Χριστὸς ὅσες τὴ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως. Ὦ Θεέ μου, πῶς δὲν κάνεις τὰ ἄστρα ἀστροπελέκια νὰ πέσουν πάνω μας, πῶς δὲ᾿ λὲς στὰ ποτάμια νὰ φουσκώσουν νὰ μᾶς πνίξουν, πῶς δὲ᾿ λὲς στὴ γῆ νὰ σειστῇ νὰ μᾶς καλύψῃ ὅλους σὲ μιὰ νύχτα! Χριστιανικὸ ἔθνος, ὀρθόδοξο ἔθνος, μὲ ἐπίσημες τελετές, καὶ τὴ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως βρωμερὰ καὶ ἀκάθαρτα χείλη μικρῶν καὶ μεγάλων ἐμαγάρισαν ὅλους τοὺς δρόμους. Ἀλλὰ οἱ δρόμοι ποὺ μαγαριστήκανε μὲ τὶς βλαστήμιες, θὰ περάσῃ ὁ σατανᾶς μὲ τὰ ἅρματά του καὶ θὰ τοὺς βάψῃ μὲ αἷμα. Ἐνθυμεῖσθε τὸν λόγον· γράψτε τὸν λόγον αὐτόν.
Δὲν εἶνε αὐτὸς τρόπος ἑορτασμοῦ. Τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» γίνεται ἀφορμὴ μόνο γιὰ ἀργία ἀπὸ τὴν ἐργασία, γιὰ φρενήρη ἔξοδο, γιὰ φαγοπότι καὶ μέθη, γιὰ βλαφημίες καὶ ποικίλες ἀσέβειες, γιὰ κραιπάλη καὶ ἀποκτήνωσι. Ἔτσι ἑορτάζεται τὸ Πάσχα; Εἶνε αὐτοὶ Χριστιανοί; Τί σχέσι ἔχουν μὲ τὸν ἀναστάντα Κύριο;
Ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι, ποὺ δὲν φτάνουμε στὸ σημεῖο αὐτό, πόσο αἰσθανόμεθα ἆραγε τὸ «Χριστὸς ἀνέστη»; Οἱ πρόγονοί μας σαράντα μέρες λέγανε τὸ χαρμόσυνο αὐτὸ χαιρετισμό. Τὸν λέγανε ὄχι μὲ κρύα καρδιά. Τώρα οἱ λεγόμενοι Χριστιανοὶ ντρέπονται νὰ τὸ ποῦν, τὸ λένε μόλις – μόλις. Ἄλλοτε τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» ἔβγαινε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς, ἔφευγε ἀπὸ τὴν καρδιὰ σὰν βροντή. Τώρα δειλὰ – δειλά, μὲ φόβο μήπως τοὺς περιπαίξουν οἱ δῆθεν μοντέρνοι καὶ ἐξελιγμένοι. Καὶ τί εἶν᾿ αὐτοί; Ἂν τυχὸν πιάσῃς αὐτοὺς τοὺς διανοουμένους, ποὺ μάθανε πέντε γραμματάκια καὶ μερικὲς γλῶσσες, ἂν τοὺς πιάσῃς αὐτοὺς ὅλους καὶ τοὺς ρωτήσῃς ―Πιστεύετε στὴν ἀνάστασι τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ; θὰ σοῦ ποῦνε μὲ ἕνα μειδίαμα στὰ χείλη· ―Σ᾿ αὐτὰ πιστεύουν κάτι γριὲς καὶ κάτι παπᾶδες καὶ καλόγεροι· ἐμεῖς είμαστε ἀνώτεροι ἄνθρωποι, ἐμεῖς εμαστε ραφιναρισμένα πνεύματα. Ἐμεῖς Ἀνάστασι; Γιὰ ᾿μᾶς ἡ Ἀνάστασι εἶνε ἕνας ὡραῖος μῦθος, μιὰ καλὴ ἐφεύρεσι… Καὶ ἂν τοὺς ρωτήσῃς ―Τότε λοιπὸν γιατί γιορτάζετε; θὰ σοῦ ποῦν κυνικὰ καὶ ἀδιάντροπα· ―Ἐμεῖς τὴν Ἀνάστασι τὴν ἔχουμε σὰν μιὰ ποικιλία στὴ ζωή, ἕνα εἶδος ἀλλαγῆς, μιὰ εὐκαιρία νὰ φᾶμε καὶ νὰ χαροῦμε…
Αὐτὴ εἶνε σήμερα ἡ κατάστασι.

* * *

Ὑπ᾿ αὐτὲς τὶς συνθῆκες, ἀγαπητοί μου, ἀκούγεται πάλι τὸ «Χριστὸς ἀνέστη». Ἀλλ᾿ ἐμεῖς, ζώντας μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο, μὴ χάσουμε τὸν προσανατολισμό μας. «Ὅσοι πιστοί», «στῶμεν καλῶς». Ἂς κλείσουμε τὰ αὐτιά μας σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς φωνὲς ποὺ ἀκούγονται γύρω μας. Τίποτε μὴ μειώσῃ τὴ χαρὰ ποὺ μᾶς χαρίζει ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ, τίποτε νὰ μὴ σβήσῃ τὴ λάμψι τῆς ἀληθείας του.
«Χριστὸς ἀνέστη!». Ἂς δοξάσουμε τὸ Θεό, ὅτι πιστεύουμε στὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τὸ νικητὴ τοῦ θανάτου καὶ τοῦ ᾅδου. Καὶ ἂς κρατήσουμε σφιχτά, πολὺ σφιχτά, στὴν καρδιά μας τοῦτο· ὅτι ἡ πίστι μας, ἡ Ἐκκλησία μας, δὲν εἶνε ἐφεύρεσι τῶν παπάδων· ἂν ἦταν ἐφεύρεσι τῶν παπάδων, ἐμεῖς οἱ παπᾶδες θὰ τὴν εχαμε διαλύσει πρὸ πολλοῦ. Δὲν εἶνε δημιούργημα ἀνθρώπων, δὲν εἶνε κατασκεύασμα φιλοσοφικὸ ἡ ἁγία μας θρησκεία. Εἶνε δεντρί, ποὺ δὲν τὸ φύτεψε χέρι ἀνθρώπου. Εἶνε δεντρί, ποὺ τὸ φύτευσε ἡ δεξιὰ τοῦ Ὑψίστου, ὁ Θεός, ἡ ἁγία Τριάς. Εἶνε δεντρὶ μὲ ῥίζες βαθειὲς μέσα στὶς ἀνθρώπινες καρδιές. Δεντρὶ ποὺ κανένας διάβολος δὲ᾿ θὰ μπορέσῃ ποτὲ νὰ τὸ ξερριζώσῃ. Δεντρὶ γεμᾶτο ἄνθη καὶ καρπούς. Δεντρὶ μὲ εὐεργετικὴ παρουσία μέσα στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος.
Ἀδελφοί, «Χριστὸς ἀνέστη!».
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
μέρος ἀπομαγνητοφωνημένης ἑσπ. ὁμιλίας, ποὺ ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Νικολάου Νεαπόλεως-Καβάλας τὴν 20-5-1962.

Νεοβαρλααμισμὸς ἡ «Λειτουργικὴ Ἀναγέννηση»

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
ΝΕΟΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ Η «ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ»
περιοδικό Θεοδρομία, τεύχος Δ 4, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2002, σ. 463.

1. Η ταυτότητα της «Λειτουργικής Αναγέννησης»

Γιά όσους δεν έχουν ειδική θεολογική μόρφωση o τίτλος τού θέματος είναι ασφαλώς δυσνόητος. Τί σημαίνει ό όρος «Νεοβαρλααμισμός» καί ποια είναι η ταυτότητα της «Λειτουργικής Αναγέννησης»; Αυτά θά αναλύσουμε στις δύο ενότητες της εισηγήσεως.

Είναι δύσκολο σέ μία σύντομη εισήγηση νά εξαντλήσουμε τήν ιστορία αυτής της λειτουργικής κινήσεως, τά ποικίλα θέματα καί προβλήματα πού θίγει. Απλώς θά παρουσιάσουμε μία άδρομερή εικόνα της. Εχει πάντως συγγραφή αξιοπρόσεκτη βιβλιογραφία, ιδιαίτερα μετά τήν Β' Βατικάνειο Σύνοδο (1962-1965), η οποία εφήρμοσε τήν λειτουργική ανανέωση στον χώρο τού Παπισμού) καί επηρέασε καί πολλούς δικούς μας λειτουργιολόγους, κληρικούς καί λαϊκούς, οι όποίοι εισήγαγαν στον χώρο της Όρθοδόξου Εκκλησίας ξένη καί άγνωστη προβληματική, χωρίς μάλιστα νά υπάρχει ανάλογη ποιμαντική αναγκαιότητα. Τό πνεύμα τού κόσμου, όπως εφαρμόζεται στην πολιτική, μέ τά γοητευτικά συνθήματα της αλλαγής, τού έκσυχρονισμού, περνάει δυστυχώς καί στην Εκκλησία ώς έκκοσμίκευση· αντί νά αλλάξει η Εκκλησία τόν κόσμο, αλλάζει ό κόσμος τήν Εκκλησία· άφού ό κόσμος θέλει αλλαγή καί εκσυγχρονισμούς, γιατί έμείς νά μείνουμε «συντηρητικοί» καί «οπισθοδρομικοί»; Ας αλλάξουμε, ας ανανεώσουμε, ας εκσυγχρονίσουμε καί εμείς τά δικά μας.

Μέχρι τώρα η προβληματική αυτή περιοριζόταν σέ μικρό αριθμό προσώπων ήταν περισσότερο μία ακαδημαϊκή θεολογική συζήτηση με ελάχιστη απήχηση στην εκκλησιαστική πράξη. Ελαχιστότατοι επίσκοποι καί ιερείς με δική τους πρωτοβουλία προέβαιναν σε αλλαγές και ανανεώσεις μέσα στό χώρο της Θ. Λατρείας. Τώρα η «Λειτουργική Αναγέννηση» απέκτησε εκκλησιαστική κάλυψη καί συνοδική έκφραση. Άπό τό 1999 έχει συσταθή καί λειτουργεί «Ειδική Συνοδική Επιτροπή Λειτουργικής Αναγεννήσεως», η οποία μάλιστα σπεύδει, βιάζεται, νά «ανανεώσει» καί νά «αναγεννήσει» πολλά στοιχεία της πολύτιμης καί πατροπαράδοτης, της ατίμητης καί μοναδικής Όρθόδοξης Λατρείας. Έπί τόσους αιώνες μεγάλοι Αγιοι καί Πατέρες, καί στους καιρούς μας σύγχρονοι Αγιοι καί Γέροντες, δέν κατάλαβαν, δέν συνέλαβαν τήν ανάγκη της ανανεώσεως· η Εκκλησία φαίνεται ότι βρισκόταν σέ ένα είδος απραξίας, παραδοσιαρχίας, συντηρητισμού, νάρκης· τό Άγιο Πνεύμα εκοιμάτο, δέν ενεργούσε, ο Χριστός εκάθευδε, γιά νά χρησιμοποιήσουμε άλλη πατερική έκφραση. Έρχονται λοιπόν τώρα οι άνανεωτές, γιά νά σώσουν τήν Εκκλησία άπό τήν παλαιότητα καί τόν συντηρητισμό, νά τήν κάνουν σύγχρονη, δυναμική, προοδευτική. Συγκαλούνται κάθε χρόνο υπό τήν ευθύνη αυτής της ειδικής συνοδικής επιτροπής λειτουργικά συνέδρια καί ορίζονται εισηγητές, κυριαρχικά άπό τους κύκλους τών ανανεωτών, ώστε νά δίδεται η εντύπωση ότι η θεολογική επιστήμη, οι ειδικοί λειτουργιολόγοι, συμφωνούν καί υπερθεματίζουν γιά τις σχεδιασθείσες καί άποφασισθείσες λειτουργικές αλλαγές.

Ήταν πολύ φυσικό καί επιβεβλημένο απέναντι αυτής τής μονομερούς καί μεροληπτικής εμφανίσεως τής «Λειτουργικής Ανανέωσης» ώς εκκλησιαστικής κινήσεως με συνοδική ταμπέλα καί σφραγίδα, νά ακουσθούν άλλες φωνές, παραδοσιακές, οι οποίες εκφράζουν τις ανησυχίες τους γιά τά σχεδιαζόμενα καί επισημαίνουν τόν κίνδυνο φθοράς καί αλλοιώσεως τού μυστικοασκητικού χαρακτήρος τής Όρθοδόξου Λατρείας, τής μοναδικότητος αλλά καί τής σωτηριώδους αποστολής καί ενεργείας της. Αυτές οι φωνές ακούσθηκαν δυνατά σέ λειτουργικό συνέδριο πού οργάνωσε η Εταιρεία Ορθοδόξων Σπουδών τήν Άνοιξη στην Θεσσαλονίκη (27 Φεβρουαρίου -1 Μαρτίου 2002), στό οποίο κληρικοί καί μοναχοί ώς καί πανεπιστημιακοί θεολόγοι, ανέπτυξαν μέ είκοσι μία (21) εισηγήσεις τις θέσεις τους γιά τά πιό σημαντικά θέματα πού προβάλλει η «Λειτουργική Ανανέωση», παρουσιάζοντας τήν δισχιλιετή στάση και εμπειρία των Αγίων. Τά «Πρακτικά» αύτού τού συνεδρίου, τίς πολύτιμες, όντως, εισηγήσεις, τις έχουμε ήδη αποθησαυρισμένες σε ένα τριπλό τεύχος τού περιοδικού «Θεοδρομία», πού κυκλοφόρησε αυτές τίς ημέρες καί αναμενόταν μέ μεγάλο ενδιαφέρον από κληρικούς καί θεολόγους.

Γιά νά γίνουμε όμως πιό πρακτικοί καί συγκεκριμένοι· ποιες είναι οι λειτουργικές αλλαγές πού προτείνονται από τους άνανεωτές καί εκσυγχρονιστές; Θά αναφερθούμε στά σημαντικώτερα καί πάλιν ζητήματα, λεπτομερή ανάλυση των οποίων ευρίσκει κανείς στό μνημονευθέν μνημειώδες τεύχος τής «Θεοδρομίας» πού καταλαμβάνει τετρακόσιες πενήντα σελίδες (450). Προτείνονται λοιπόν η εγκατάλειψη τού χρησιμοποιούμενου σήμερα μοναστικού τυπικού καί η υιοθέτηση τού εγκαταλειφθέντος ασματικού τυπικού, η συντόμευση τού χρόνου των ακολουθιών πού θεωρούνται μακρές καί κουραστικές, η μεταφορά τού χρόνου ενάρξεως τους αργότερα, ώστε νά ξεκουράζονται τό πρωΐ οι πιστοί πού θέλουν νά τίς παρακολουθήσουν, η προτίμηση όχι αργών αλλά σύντομων βυζαντινών μελών, η τέλεση δεύτερης λειτουργίας τήν ίδια ημέρα από τόν ίδιο ιερέα, η μετάφραση τών λειτουργικών κειμένων, ώστε νά γίνονται κατανοητά από τό λαό, η εκφώνηση τών ευχών καί όχι η μυστική ανάγνωση τους, η συμψαλμωδία τού εκκλησιάσματος, η κατάργηση τών υψηλών τέμπλων, η συμμετοχή γυναικών στους χορούς τών ιεροψαλτών, η χρήση μουσικών οργάνων μέσα στις εκκλησίες, η τετράφωνη απόδοση τών εκκλησιαστικών ύμνων, η σύνταξη νέων ακολουθιών γιά τόν αρραβώνα καί τό γάμο, ώς καί νέων ευχών γιά τίς γυναίκες μετά τόν τοκετό κατά τή διάρκεια της λοχείας, η μόνιμη στροφή τού ιερέως προς τόν λαό κατά τήν διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, η κήδευση τών αβαπτίστων νηπίων καί τών αυτοκτονούντων, η κατάργηση τού ράσου, η έμμεση υποκατάσταση τού μυστηρίου της μετανοίας καί εξομολογήσεως από ψυχιάτρους καί ψυχολόγους καί πολλά άλλα.

Μέχρι τώρα ό άνεμος αυτός της ανανεώσεως, μολονότι έπνεε στά μυαλά πολλών, ήταν κλειστός, σφραγισμένος, όπως στους μυθικούς ασκούς τού Αιόλου. Τώρα η ίδια η Ιερά Σύνοδος άνοιξε τους ασκούς καί ούτε η ίδια ημπορεί νά τόν συμμαζέψει. Οπως λέγει η παροιμία, όταν σπέρνεις άνεμους, θερίζεις θύελλες. Η περίπτωση τού μητροπολίτου Κιλκισίου κ. Αποστόλου, οί λειτουργικές καινοτομίες τού οποίου ξεσήκωσαν την πόλη τού Κιλκίς, επιβεβαιώνουν αυτήν τήν διαπίστωση. Μετά από έντονα διαβήματα καί ενυπόγραφες καταγγελίες πολιτών, η Ιερά Σύνοδος αναγκάσθηκε νά πάρει θέση καί νά συστήσει στον κατά τά άλλα σεβαστό καί πολιό αρχιερέα νά είναι προσεκτικός, μολονότι θά πρέπει νά παρατηρήσουμε ότι όσα ό μητροπολίτης έσπευσε νά εφαρμόσει αποτελούν προτάσεις της «Λειτουργικής Ανανέωσης», αυτά προτείνουν οί ειδικοί λειτουργιολόγοι καί προωθεί σιγά-σιγά η «Ειδική Συνοδική Επιτροπή Λειτουργικής Αναγεννήσεως». Επρεπε νά τόν επαινέσουν καί όχι νά τόν επιπλήξουν, άφού είναι καρπός όλης αυτής της «ανανεωτικής» νοοτροπίας, εμείς δε νά τόν ευχαριστήσουμε, διότι δέν μας αποκοίμισε, δέν είναι δίγλωσσος καί δίψυχος, αλλά ό,τι πιστεύει τό εφαρμόζει, καί είχαμε έτσι τήν δυνατότητα νά διαπιστώσουμε τήν ποιότητα της περίφημης «Λειτουργικής Αναγέννησης».

2. Ο Νεοβαρλααμισμός της «Λειτουργικής Αναγέννησης».

Μέχρις εδώ προσπάθησα σύντομα νά εξηγήσω τό μισό μέρος τού τίτλου, νά ιχνογραφήσω, νά ζωγραφίσω μέ αδρές πινελιές τό πρόσωπο της περιώνυμης «Λειτουργικής Ανανέωσης». Τι σημαίνει όμως ό όρος «Νεοβαρλααμισμός», ό οποίος κατά τήν εκτίμηση πολλών καί τήν ιδική μας χαρακτηρίζει, σφραγίζει τήν λειτουργική αυτή ανανεωτική τάση. Ό όρος σημαίνει ότι πρόκειται γιά επανεμφάνιση, γιά αναβίωση τής διδασκαλίας τού δυτικού μοναχού Βαρλαάμ τού Καλαβρού, τόν οποίο αντιμετώπισε τόν 14ο αιώνα ό μέγας θεολόγος καί πατήρ τής Εκκλησίας, ό Αγιος Γρηγόριος Παλαμάς, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Στην περίπτωση τους δέν έχουμε σύγκρουση δύο προσώπων, διατύπωση απλώς διαφορετικών γνωμών, αλλά σύγκρουση δύο πολιτισμών, δύο κόσμων τής αγιοπνευματικής, μυστικοασκητικής Όρθοδόξου Ανατολής καί τής ορθολογιστικής καί εκκοσμικευμένης παπικής Δύσεως, η οποία επεχείρησε τότε διά τού Βαρλαάμ νά ανανεώσει, νά εκσυγχρονίσει τήν Όρθόδοξη Εκκλησία, απορρίπτοντας τήν μυστική οδό γνώσεως καί προσεγγίσεως τού Θεού καί καταργώντας τήν κακοπάθεια τού σώματος καί όλη τήν ασκητική παράδοση τής Εκκλησίας.

Στενοχωρήθηκα και έλυπήθηκα, όταν διεπίστωσα ότι η σύγχρονη λειτουργική ανανέωση κινείται βασικώς στην ίδια πνευματική και θεολογική γραμμή τού Βαρλαάμ, ό οποίος στά πρόσωπα των ιδικών μας, ίσως ανύποπτων καί ανεπαρκώς γνωριζόντων τήν ορθόδοξη παράδοση άνανεωτών, επιχειρεί νά πάρει τή ρεβάνς από τόν Αγιο Γρηγόριο Παλαμά, λεληθότως καί διά των ημετέρων νά αναστήσει τόν διά συνοδικών αποφάσεων καταδικασθέντα «Διαφωτισμό» καί ορθολογιστικό Ουμανισμό της Δύσεως. Άπό της πλευράς αυτής η «Λειτουργική Ανανέωση» δέν πρέπει νά αντιμετωπίζεται ελαφρά τη καρδία ως μία θεολογική αδολεσχία καί αντιπαράθεση γνωμών καί επιχειρημάτων επάνω σέ ακίνδυνα καί θεολογούμενα θέματα, αλλά ώς επικίνδυνη αίρεση μέ σοβαρές πνευματικές καί σωτηριολογικές επιπτώσεις. Ηδη χαρακτηρίσθηκε ώς αίρεση άπό τόν πρωτοπρεσβύτερο καί τώρα αρχιμανδρίτη, μετά άπό μακροχρόνια ευλογημένη καί αγόγγυστη χηρεία, π. Σαράντη Σαράντο, καθηγητή της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής, πνευματικώς προεστώτα πολυμελούς ομίλου παραδοσιακών καί αγωνιστών κληρικών τού λεκανοπεδίου της Αττικής (1). Ο χαρακτηρισμός δέν είναι υπερβολικός· συμφωνεί μέ τά πράγματα. Άφού ό Βαρλααμισμός καταδικάσθηκε άπό τήν Εκκλησία διά σειράς συνόδων τόν 14ο αιώνα ώς αίρεση, αυτό σημαίνει ότι καί ό έπί της αυτής γραμμής κινούμενος Νεοβαρλααμισμός τής «Λειτουργικής Αναγέννησης» είναι επίσης αίρεση. Σημαίνει ακόμη ότι είχαμε δίκαιο όταν, εξ αφορμής τής ελεύσεως τού πάπα στην Αθήνα, ισχυριζόμασταν ότι ο πάπας ήλθε, αλλά δέν έφυγε, παραμένει ώς νοοτροπία καί ενεργεί, όπως παλαιά, μέ νέους Βαρλαάμ στό χώρο τής Όρθοδοξίας.

Γιά νά μή φαίνονται όμως υπερβολικές αυτές οι εκτιμήσεις καί οι συγκρίσεις, θά προσπαθήσουμε σύντομα νά τις κατοχυρώσουμε. Δύο δομικές, ουσιαστικές ομοιότητες υπάρχουν ανάμεσα στή διδασκαλία τού Βαρλαάμ καί στις απόψεις τών συγχρόνων Νεοβαρλααμιτών της «Λειτουργικής Ανανέωσης». Η πρώτη δίνει μεγάλη σημασία στον νού, στή γνώση, στην επιστήμη, στή φιλοσοφία, στην κατανόηση τών λεγομένων περί τού Θεού καί τών θείων. Η δεύτερη καταργεί τόν κόπο καί την άσκηση τού σώματος, τήν κακοπάθεια τού σώματος, καί προβάλλει την άνεση, τήν ανάπαυση, την ξεκούραση, ώστε νά ημπορεί ο πιστός ξεκούραστος και όχι καταπονημένος νά προσεύχεται, νά κατανοεί τά πραττόμενα και λεγόμενα.

Πράγματι, όταν ο Βαρλαάμ πληροφορήθηκε από μοναχούς της Θεσσαλονίκης γιά τήν μέθοδο της νοεράς προσευχής, ότι είναι δυνατόν καθαιρόμενος ό πιστός άπό τά πάθη νά προσεγγίσει τόν Θεό, κατά τό μέτρο της καθάρσεως, έστω καί αν είναι αγράμματος και δέν κατανοεί όσα λέγονται στην Αγία Γραφή καί στά λειτουργικά κείμενα, νά αξιωθεί της θεωρίας τού άκτίστου φωτός καί νά φωτισθεί, μεταποιουμένων καί μεταμορφουμένων όλων των γνωστικών του οργάνων καί μετατιθεμένων στην περιοχή των άκτίστων ενεργειών της Θ. Χάριτος, ειρωνεύθηκε τους μοναχούς, αρνήθηκε ότι υπάρχει άκτιστη ενέργεια τού Θεού, η οποία φωτίζει καί αγιάζει, καί τους συνέστησε ως μόνη οδό θεογνωσίας τήν ενασχόληση μέ τήν επιστήμη καί τήν φιλοσοφία, τήν κάθαρση όχι άπό τά πάθη, αλλά άπό τήν άγνοια. Δέν ήταν δύσκολο νά ανατρέψει αυτόν τόν ουμανιστικό Διαφωτισμό ό Αγιος Γρηγόριος, πού προσεκλήθη νά έλθει στην Θεσσαλονίκη άπό τό Άγιον Όρος. Νά πει, πολύ σχηματικά, πώς, άν όντως σώζεται καί τελειοποιείται κανείς μέ τήν φιλοσοφία καί τή γνώση, τότε οι αρχαίοι Ελληνες σοφοί θά ήσαν θεοπτικότεροι τών προφητών καί τού μείζονος εν γεννητοίς γυναικών Προδρόμου καί Βαπτιστού, ο οποίος δέν φοίτησε σέ σχολεία, αλλά τελειοποιήθηκε στην έρημο, ο Χριστός θά επέλεγε ώς κήρυκας τού Ευαγγελίου γιά νά τό κατανοούν καί νά τό διδάσκουν καλύτερα όχι αγράμματους αλιείς, αλλά φιλοσόφους καί επιστήμονες, καί στον πλούσιο νεανία πού ζήτησε νά μάθει πώς θά σωθεί καί θά τελειοποιηθεί δέν θά έλεγε νά πουλήσει τά υπάρχοντα του, νά τά διανείμει στους πτωχούς καί νά τόν ακολουθήσει, άλλα θά τού υπεδείκνυε σχολεία γιά νά πάει νά μορφωθεί, ώστε νά κατανοεί τό κήρυγμα τού Ευαγγελίου (2).

Είναι καταλυτική η συμπερασματική σκέψη τού Αγίου Γρηγορίου, απευθυνόμενη προς τόν τότε Βαρλαάμ καί στους νέους Βαρλαάμ τών καιρών μας. Τους λέγει ότι χωρίς κάθαρση άπό τά πάθη καί τις κακίες, πού είναι απαραίτητη προϋπόθεση γιά νά ενεργήσει η Χάρη τού Αγίου Πνεύματος, νά αγιάσει και νά φωτίσει, εγγραμμάτους καί αγράμματους, σοφούς καί ασόφους, κατανοούντας καί μή κατανοούντας, ακόμη καί αν μάθει κανείς όλες τίς επιστήμες καί όλη τή συσσωρευμένη γνώση, από τού Αδάμ μέχρι της συντέλειας, θά εξακολουθήσει ώς προς τά θεία νά είναι μωρός καί τυφλός, κλειστός παντελώς στην φωτιστική καί θεοποιό Χάρη τού Αγίου Πνεύματος, ξένος προς τά λεγόμενα καί τελούμενα. Στην περίπτωση αυτή ένας αγράμματος, αλλά ταπεινός καί κεκαθαρμένος πιστός, όπως καί ένα άπονήρευτο παιδί, βιώνει καί μετέχει στά τελούμενα καλύτερα από ένα φιλόλογο καθηγητή καί επιστήμονα: «Καθαρότητος άνευ, καν μάθης τήν άπό τού Αδάμ μέχρι συντέλειας φυσικήν φιλοσοφίαν, μωρός ουδέν ήττον, ότι μή καί μάλλον, εση ή σοφός» (3).

Τό ίδιο ισχύει καί μέ τήν κακοπάθεια καί ανάπαυση τού σώματος. Ό Βαρλαάμ ισχυριζόταν ότι δέν πρέπει νά κουράζουμε τό σώμα μέ τήν άσκηση, τή νηστεία, τίς πολύωρες ακολουθίες, τήν ορθοστασία, τήν κακοπάθεια, τίς μετάνοιες, γιατί μέ κουρασμένο καί εξαντλημένο τό σώμα ο νους δέν μπορεί νά αφοσιωθεί στό έργο της προσευχής. Ό Αγιος Γρηγόριος απαντά ότι στή λατρεία μετέχουμε ώς ψυχοσωματικά όντα, μετέχουμε καί μέ τό σώμα μας, καί ότι η κάθαρση άπό τά πάθη επιτυγχάνεται μέ τήν άσκηση καί τήν κακοπάθεια τού σώματος, ενώ αντίθετα μέ τήν περιποίηση καί τήν ανάπαυση τού σώματος θεριεύουν τά πάθη, δέν θεραπεύονται· γι' αυτό η χριστιανική ζωή είναι στενή καί τεθλιμμένη οδός, εσταυρωμένος βίος· όλοι οι άγιοι ακολούθησαν αυτήν τήν ασκητική μέθοδο, τήν οποία ανατρέπει ό Βαρλαάμ, ο καθηγητής της απραξίας, όπως τόν αποκαλεί. Η απαλλαγή άπό τήν εμπάθεια καί τήν ήδυπάθεια μόνον μέ τήν άσκηση τού σώματος είναι δυνατή· οι αμαρτωλές τάσεις τού σώματος καί οι πονηροί λογισμοί έξασθενούν μέ τήν νηστεία, τήν αγρυπνία, τίς μετάνοιες, μέ όλα τά μέσα πού προκαλούν οδύνη καί πόνο. Ό Κύριος συνέδεσε τήν προσευχή μέ τήν νηστεία, ό δέ Αγιος Γρηγόριος Θεολόγος συμπεραίνει ότι «ουδενί των πάντων ούτως ώς κακοπαθεία Θεός θεραπεύεται» (4).

Μεταφερόμενα αυτά στίς προτάσεις καί ρυθμίσεις της σύγχρονης λειτουργικής ανανέωσης φανερώνουν ότι επαναλαμβάνονται στό ακέραιο οι δύο βαρλααμικές πλάνες. Πολλές από τίς λειτουργικές αλλαγές, όπως η συντόμευση των ακολουθιών, η αλλαγή τού ωραρίου ενάρξεως τών ακολουθιών, η δεύτερη θεία Λειτουργία, η τοποθέτηση καθισμάτων σέ όλους τους χώρους τού ναού, η κατάργηση τών αργών μελών της βυζαντινής μουσικής καί όλα τά παρόμοια, τείνουν όπως παρατηρεί ο π. Μωϋσης ο Αγιορείτης «προς τό άκοπο, τό άμοχθο, τό εύκολο, αυτό πού φαίνεται πώς ικανοποιεί τόν σύγχρονο κουρασμένο άνθρωπο. Λησμονείται τό ασκητικό, τό μαρτυρικό, τό θυσιαστικό καί πάντοτε ενυπάρχον εμπονο στοιχείο στην Όρθόδοξη Εκκλησία» (5).

Από την άλλη πλευρά άλλες προτεινόμενες αλλαγές, όπως η μετάφραση τών λειτουργικών κειμένων, η έκφωνη ανάγνωση τών ευχών, η κατάργηση ή τό χαμήλωμα τών τέμπλων, η χρήση μικρών λειτουργικών εγκολπίων από τους πιστούς καί πολλά άλλα υιοθετούν την ορθολογιστική βαρλααμική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία πρέπει νά κατανοούμε τά λεγόμενα καί τά πραττόμενα, γιατί διαφορετικά δέν ωφελούμαστε. Καταργείται έτσι, μετά από τήν ασκητική, καί η μυστική διάσταση της Όρθοδόξου πνευματικότητος. Ο Θεός όμως δέν κατανοείται, αλλά βιώνεται. Ενεργεί όχι επί τών σοφών καί εγγραμμάτων, αλλά επί τών καθαρών καί ταπεινών τή καρδία, τους οποίους φωτίζει καί αγιάζει, ακόμη καί όταν δέν κατανοούν. Στην Εκκλησία πηγαίνουμε όχι γιά νά κατανοήσουμε, αλλά γιά νά εμφανισθούμε, νά παρουσιασθούμε μπροστά στό Θεό, νά δώσουμε τό παρών στους αγγέλους πού καταγράφουν τους παρόντες, καί νά δεχθούμε τήν αγιαστική Χάρη εκ μέρους τών ιερέων. Αυτό επιτυγχάνεται καί εξαρτάται όχι άπό τό βαθμό κατανοήσεως τών τελουμένων, αλλά άπό τόν βαθμό της πνευματικής προκοπής καί τελειότητος, από τήν διάθεση νά βιώσει, νά ζήσει κανείς κοντά στό Θεό καί στά θεία (6).

Επίλογος.

Επιχειρήσαμε νά δείξουμε ότι η «Λειτουργική Αναγέννηση» αναβιώνει, επαναφέρει τόν Βαρλαάμ τού 14ου αιώνος στις δυο βασικές ουμανιστικές του κατευθύνσεις: α) Στην μεγάλη σημασία πού δίδει στή γνώση, στην επιστήμη, στην κατανόηση ώς οδό τελειώσεως καί β) στην κατάργηση της κακοπαθείας, της ασκήσεως τού σώματος κατά τήν διάρκεια της προσευχής καί στην επιδίωξη της άνεσης, της ξεκούρασης. Αυτά τά δύο επιδιώκουν καί οί σημερινοί ανανεωτές της Θ. Λατρείας, ίσως χωρίς νά γνωρίζουν ότι κινούνται σέ αιρετικό καί επικίνδυνο κλίμα, μέ σοβαρές σωτηριολογικές συνέπειες, αν κατορθώσουν νά επιβάλουν τίς αλλαγές καί τις μεταρρυθμίσεις. Οί ανησυχίες πολλών κληρικών, μοναχών καί λαϊκών δέν έχουν προσωπικά κίνητρα καί σκοπιμότητες· επιθυμούν νά παραμείνει ανοικτός ό δρόμος πού ακολούθησαν οί Αγιοι, ο δοκιμασμένος δρόμος της μυστικοασκητικής βιοτής, πού οδηγεί στον αγιασμό καί στή θέωση, «η στενή καί τεθλιμμένη οδός, η απάγουσα εις τήν ζωήν»· ο ορθολογισμός καί η ξεκούραση, η άνεση, είναι «η ευρύχωρος οδός η απάγουσα εις τήν απώλειαν» (7).


--------------------
1. Άρχιμ. ΣΑΡΑΝΤΗ ΣΑΡΑΝΤΟΥ, «Η ιερολογία τού γάμου και τά συναφή προβλήματα», Θεοδρομία Δ1-3 (2002) 254.

2. Περί αυτών βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, Θεολόγοι της Θεσσαλονίκης, έκδ. "Βρυέννιος", Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 134-137.

3. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ, Περί των ιερώς ήσυχαζόντων 1,1,3, έν Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, Γρηγορίου Παλαμά Συγγράμματα, τόμ. 1, σελ. 363.

4. Βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, αυτόθι, σελ. 147-149. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος 24, ΙΙ, PG 35,1181Β.

5. Γέροντος ΜΩΫΣΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ, «Προβληματισμοί καί τάσεις στη σύγχρονη λειτουργική αναγέννηση», Θεοδρομία Δ1-3 (2002) 38.

6. Εκτενή κατοχύρωση αυτού τού μυστικού στοιχείου πού καταργούν οί ανανεωτές βλ. εν Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, «Πρέπει νά μεταφρασθούν τά λειτουργικά κείμενα;», Θεοδρομία Δ1-3 (2002) 394-404.

7. Ματθ. 7,13-14.

-----------------
μεταφορά σε ψηφιακή μορφή δια προγράμματος αναγνωρίσεως χαρακτήρων. μας συγχωρείτε για το μονοτονικό, και όσα (ελπίζουμε μικρά) λάθη τονισμού.
Νεοβαρλααμισμός η «Λειτουργική Αναγέννηση»