Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2015

Gέροντας Παΐσιος: "Ἂν ὁ Θεὸς ἄφηνε τὴν τύχη τοῦ ἔθνους στοὺς πολιτικοὺς, θὰ καταστρεφόμασταν"...



undefined
Ὅταν ἡ Πατρίδα περνοῦσε περίοδο πολιτικῆς ἀστάθειας, λόγω σχηματσμοῦ κυβερνήσεως , ὁ Γέροντας πονοῦσε καὶ εὐχόταν πολύ. 
Τὴν Τρίτη φορὰ ποὺ θὰ γίνονταν ἐκλογὲς σὲ μικρὸ χρονικὸ διάστημα συνέβη τὸ ἑξῆς, ὅπως διηγήθηκε:  
«Ἦταν παραμονὴ ἐκλογῶν. 
Καθόμουν στὸ ξυλοκρέββατο στὸ Ἀρχονταρίκι καὶ ἔλεγα τὴν εὐχή. 
Ξαφνικὰ παρουσιάστηκε ὁ διάβολος μὲ τὴν μορφή του… (ἀνωτάτου πολιτικοῦ προσώπου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τοῦ ὁποίου κατέκρινε ἐνέργειες καταστρεπτικὲς) καὶ μὲ ἀπειλοῦσε. 
Ἀλλὰ δὲν μποροῦσε νὰ πλησιάση. 
Ἦταν σὰν δεμένος, κάτι τὸν κρατοῦσε καὶ σφιγγόταν».

Τὸ ἴδιο βράδυ ὁ Γέροντας παρουσιάσθηκε σὲ ἕναν ἔγγαμο ἱερέα στὸν ὕπνο του. 
Τοῦ εἶπε αὐστηρά:...
 
«Πάπα-… τί κοιμᾶσαι; 
Σήκω νὰ κάνης προσευχή, γιατί ἡ πατρίδα... κινδυνεύει».


Τὴν σωτηρία τοῦ Ἔθνους τὴν περίμενε ἀπὸ τὸν Θεό. 
Ἔλεγε: «Ἂν ὁ Θεὸς ἄφηνε τὴν τύχη τοῦ ἔθνους στοὺς πολιτικοὺς θὰ καταστρεφόμασταν. Ἀλλὰ ἀφήνει λίγο τὰ πράγματα, γιὰ νὰ φανοῦν οἱ διαθέσεις τοῦ καθενός».

Γιὰ τοῦ πολιτικοὺς ποὺ ἔκαναν κακὸ στὸ Ἔθνος ἔλεγε:
«Μὲ ἀναπαυμένη συνείδηση παρακαλῶ τὸν Θεὸ νὰ τοὺς δίνη μετάνοια καὶ νὰ τοὺς παίρνη, γιὰ νὰ μὴν κάνουν μεγαλύτερο κακό, καὶ νὰ ἀναστήση Μακκαβαίους».

Πίστευε ὅτι ἕνας μοναχὸς μπορεῖ νὰ βοηθήση ὁλόκληρο τὸ ἔθνος. 
«Ἄλλον ὁ Θεὸς τὸν κάνει μοναχὸ γιὰ νὰ βοηθήση μία οἰκογένεια καὶ ἄλλον γιὰ νὰ βοηθήση ὁλόκληρο Ἔθνος.
Τὸ Ἅγιον Ὅρος πολλὰ μπορεῖ νὰ προσφέρη. Μπορεῖ νὰ δημιουργήση πάλι τὸ Βυζάντιο ἀπὸ τὸ ὁποῖο προῆλθε».

(Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἱερομονάχου Ἰσαάκ, βίος Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου)

http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/2011/06/blog-post_1527.html

http://xaraseuaggelia.blogspot.com/2011/06/blog-post_64.html

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

Πασχάλια πίστη ( π. Αλεξ. Σμέμαν )






Τις μέρες μετά το Πάσχα, επιστρέφω συνεχώς και ασυνείδητα στο ίδιο ερώτημα: αν η πρωτάκουστη διαβεβαίωση «Χριστός ανέστη» περιέχει ολόκληρη την ουσία, το βάθος και το νόημα της χριστιανικής πίστης, αν κατά τα λόγια του αποστόλου Παύλου «ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, … κενή δε και η πίστις υμων» (Α’ Κορ. 15,14), τι να σημαίνει τότε άραγε αυτό το γεγονός για τη ζωή μου;

Άλλο ένα Πάσχα ήρθε και έφυγε. Για άλλη μια φορά ζήσαμε αυτή την εκπληκτική νύχτα, τη θάλασσα των αναμμένων κεριών, τη μεγάλη συγκίνηση, εκεί ήμασταν ξανά, στο μέσο μιας ακολουθίας ακτινοβόλας χαράς, που ολόκληρο το περιεχόμενό της ήταν σαν ένας ύμνος αγαλλιάσεως: «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια, εορταζέτω γουν πασα κτίσις την έγερσιν Χριστου, εν ω εστερέωται».


Τι χαρούμενα νικητήρια λόγια! Τα πάντα ενώνονται: ουρανός, γη και το υποχθόνιο βασίλειο του θανάτου. Ολόκληρος ο κόσμος συμμετέχει σ’ αυτή τη νίκη και στην ανάσταση του Χριστού ανακαλύπτει το δικό του νόημα και τη δική του αυτοπεποίθηση.

Όμως πέρασε, η νύχτα τέλειωσε, η γιορτή ολοκληρώθηκε, αφήνουμε το φως και επιστρέφουμε στον κόσμο, κατεβαίνουμε στη γη και εισερχόμεθα πάλι στην ομαλότητα, στην καθημερινότητα, στην πραγματικότητα της ζωής μας. Και τι βρίσκουμε; Όλα είναι ίδια, τίποτε δεν άλλαξε, και φαίνεται πώς τίποτε, απολύτως τίποτε δεν έχει κάτι το κοινό με τον ύμνο που ακούσαμε στην εκκλησία, «εορταζέτω γουν πασα κτίσις την έγερσιν Χριστου, εν ω εστερέωται».

Και τώρα αμφιβολίες αρχίζουν να εισβάλλουν στην ψυχή μας. Αυτά τα τόσο όμορφα και υπέροχα λόγια –πιο όμορφα και υπέροχα από κάθε άλλο λόγο πάνω στη γη- μπορούν να είναι απλώς μια ψευδαίσθηση, ένα όνειρο; Η ψυχή και η καρδιά πίνουν παθιασμένα απ’ αυτά τα λόγια, αλλά ηψυχρή λογική αποφαίνεται: όνειρα, αυταπάτη! Δυο χιλιάδες χρόνια πέρασαν και τι μπόρεσαν να κάνουν αυτά τα λόγια; Θεέ μου, πόσο συχνά οι χριστιανοί δε χαμηλώνουν το κεφάλι τους βλέποντας το, και ούτε καν προσπαθούν να συναρμολογήσουν τα κομμάτια του παζλ. Άφησέ μας μόνους, μοιάζει να λένε στον κόσμο, άφησέ μας το τελευταίο πράγμα που μας απόμεινε, την άνεση και τη χαρά! Μην ανακατεύεσαι τη στιγμή που διακηρύσσουμε στις εκκλησιές, πίσω από κλειστές πόρτες, πώς ολόκληρος ο κόσμος αγάλλεται. Αν δεν ανακατευτείς, δε θα ανακατευτούμε κι εμείς στον τρόπο με τον οποίο ευχαριστείσαι να κτίζεις, να κατευθύνεις και να ζεις σ’ αυτόν τον κόσμο…

Στη βαθύτερη όμως γωνιά της συνείδησής μας, γνωρίζουμε πώς αυτή η ατολμία και αυτός ο μινιμαλισμός, αυτή η εσωτερική φυγή σ’ ένα μυστικό εορτασμό είναι ασυμβίβαστη με το αυθεντικό νόημα και τη χαρά του Πάσχα. Ο Χριστός ή ανέστη ή δεν ανέστη. Ή το ένα ή το άλλο! Αν ανέστη (γιατί άλλωστε θα είχαμε την πασχαλινή αγαλλίαση να γεμίζει ολόκληρη τη νύχτα με φως, θρίαμβο και νίκη;), αν σε μια αποφασιστική και μοναδική στιγμή στην ανθρώπινη και παγκόσμια ιστορία, αυτή η ανήκουστη νίκη πάνω στο θάνατο συνέβη πραγματικά, τότε όλα τα πράγματα του κόσμου έχουν γίνει όντως διαφορετικά και νέα, είτε οι άνθρωποι το γνωρίζουν είτε όχι. Τότε όμως εμείς, ως πιστοί, ως αυτοί που χαρήκαμε και γιορτάσαμε, έχουμε την ευθύνη να γνωρίσουν και να πιστέψουν και άλλοι, να δουν, να ακούσουν και να εισέλθουν σ’ αυτή τη νίκη και σ’ αυτή τη χαρά.

Οι πρώτοι χριστιανοί δεν αποκαλούσαν την πίστη τους θρησκεία, αλλά Καλά Νέα («Ευαγγέλιον»), και είχαν σκοπό να το διαδώσουν και να το διακηρύξουν στον κόσμο. Γνώριζαν και πίστευαν πώς η ανάσταση του Χριστού δεν ήταν απλώς ευκαιρία για μία ετήσια γιορτή, αλλά πηγή μιας ενεργητικής και μεταμορφωμένης ζωής. Αυτό που άκουγαν να ψιθυρίζεται, το φώναζαν «από των δωμάτων» (Ματθ. 10, 27)…

«Και τι μπορώ να κάνω;» απαντά η σώφρων και ρεαλιστική λογική. «Πώς μπορώ να διακηρύξω ή να φωνάξω ή να μαρτυρήσω; Εγώ, ένας αδύνατος μικρός κόκος άμμου, χαμένος ανάμεσα στις μάζες;» Η ένσταση όμως αυτή της λογικής και του «υγιούς μυαλού» είναι ένα ψέμα, ίσως το τρομερότερο και δαιμονικότερο ψέμα του σημερινού κόσμου. Ο κόσμος μας έχει κατά κάποιο τρόπο πείσει πώς η δύναμη και η σπουδαιότητα προέρχεται μόνο από τους μεγάλους αριθμούς, τα πλήθη, τις μάζες. Τι μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος ενάντια σε όλους τους άλλους; Είναι όμως σωστό πως, παρά το ψέμα, η θεμελιώδης βεβαιότητα του Χριστιανισμού πρέπει να κηρυχθεί με όλη τη δύναμη και την απαράμιλλη λογική της. Ο Χριστιανισμός ισχυρίζεται πως ένας άνθρωπος μπορεί να είναι δυνατότερος από κάθε άλλον, και πως αυτός ο ισχυρισμός είναι ακριβώς τα καλά νέα του Χριστού. Σκεφτείτε αυτούς τους αξιόλογους στίχους από το έργο του Μπόρις Πάστερνακ, «ο κήπος της Γεσθημανής»:
Παραιτήθηκε χωρίς έχθρα,
σαν να γύριζε δανεισμένα πράγματα,
τα θαύματά Του και τη δύναμή Του.
Και τώρα, ήταν θνητός σαν εμάς.



Αυτή είναι η αληθινή ιστορία του Χριστού: άνθρωπος δίχως εξουσία, έχθρα, οποιαδήποτε επίγεια δύναμη. Ένας άνθρωπος! Εγκαταλελειμένος, προδομένος, απορριμμένος από όλους! Όμως νικητής. Ο Πάστερνακ συνεχίζει:

Βλέπεις την προέλαση των αιώνων,
σαν την πορεία προς Εμμαούς.
Μπορεί ν’ ανάψει τις καρδιές στο δρόμο.
Λόγω της φοβερής μεγαλοσύνης
που υπάρχει στο εθελούσιο μαρτύριο,
κατεβαίνω μέχρι τον τάφο.
Κατεβαίνω στον τάφο
και στην Τρίτη μέρα «αναστήσομαι»,
Και σαν τις σχεδίες που πλέουν στο ποτάμι,
έτσι σε μένα για την κρίση,
όπως οι μαούνες στη σειρά,
οι αιώνες, από το σκοτάδι, θα έρχονται παρασυρμένοι…

«Μπορεί ν’ ανάψει τις καρδιές στο δρόμο…». Στη φράση «μπορεί ν’ ανάψει» βρίσκουμε το κλειδί της απάντησης στις αμφιβολίες της «σώφρονος» λογικής. Τι θα συνέβαινε αν ο καθένας που έχει ζήσει τη χαρά της ανάστασης, που έχει ακούσει για τη νίκη της, που πίστεψε σ’ αυτό που επιτελέστηκε, άγνωστο στον κόσμο, αλλά μέσα στον κόσμο και χάριν αυτού, αν ο καθένας μας, ξεχνώντας τους μεγάλους αριθμούς, τα πλήθη και τις μάζες, μετέδιδε αυτή τη χαρά και αυτή την πίστη μόνο σε έναν άλλον άνθρωπο, άγγιζε μόνο μια άλλη ανθρώπινη ψυχή; Αν αυτή η πίστη και η χαρά μπορούσε να είναι μυστικά παρούσα σε κάθε συζήτηση, ακόμη και στην πιο ασήμαντη, στις κοινές πραγματικότητες της καθημερινής μας ζωής, θα άρχιζε αμέσως, εδώ και τώρα, σήμερα να μεταμορφώνεται ο κόσμος και η ζωή. Ο Χριστός είπε, «ουκ έρχεται η βασιλεία του Θεού μετά παρατηρήσεως» (Λουκ.17,20). Η Βασιλεία του Θεού έρχεται με δύναμη, φως και νίκη κάθε φορά που οι πιστοί τη μεταφέρουν μαζί τους από την εκκλησία στον κόσμο, και αρχίζουν να τη ζουν στη ζωή τους. Τότε τα πάντα, πάντοτε και κάθε στιγμή «μπορούν ν’ ανάψουν τις καρδιές στο δρόμο…»

(από xfe.gr)

Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2010/04/blog-post_12.html#ixzz3MXtRkz2w

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2014

Βρήκα πολλούς πατέρες με «πράξη» και «θεωρία» - Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής

Εγώ, όταν ήλθα στο Άγιον Όρος, βρήκα πολλούς Πατέρες με “πράξη” και “θεωρία”. Γηραιούς και αγίους ανθρώπους.

Ήταν ο Γέρων Καλλίνικος. Άριστος ασκητής. Έγκλειστος σαράντα έτη. Εξασκούσε τη νοερά εργασία και απολάμβανε της θείας αγάπης το μέλι γενόμενος και σε άλλους ωφέλιμος. Αυτός γεύθηκε την αρπαγή του νοός.


Πιό κάτω απ’ αυτόν ήταν ένας Γέρων Γεράσιμος. Πολύ μεγάλος ησυχαστής. Χίος στην καταγωγή. Θαυμάσιος ασκητής. Εξασκούσε τη νοερά προσευχή. Ενενήντα ετών. Έκαμε στην κορυφή του Προφήτη Ηλία δεκαεπτά χρόνια παλεύοντας με δαίμονες και ταλαιπωρούμενος από τις καιρικές συνθήκες. Έμεινε σταθερός στύλος υπομονής. Αυτός είχε τα δάκρυα συνεχή. Γλυκαινόμενος στη μελέτη του Ιησού τελείωσε τον αμέριμνο βίο του.

Υψηλότερα ήταν ο Γέρων Ιγνάτιος. Τυφλός πολλά χρόνια. Χρόνια πνευματικός. Γέρων ενενήντα πέντε ετών. Ευχόμενος νοερά και αδιάλειπτα. Από την ευχή έβγαζε το στόμα του ευωδία, τόσον που χαιρόταν κάνεις να ομιλεί κοντά στο στόμα του.

Ήταν και άλλος πολύ πιο θαυμαστός στον Άγιον Πέτρο τον Αθωνίτη, ο παπα-Δανιήλ, μιμητής του Μεγάλου Αρσενίου. Πάρα πολύ σιωπηλός, έγκλειστος· εφ’ όρου ζωής λειτουργός. Εξήντα χρόνια ούτε μία ημέρα δεν εννοούσε να αφήσει τη Θεία Ιερουργία. Και την Μεγάλη Σαρακοστή όλες τις ημέρες έκανε Προηγιασμένες. Και μέχρι τελευταίας ημέρας υπέργηρος τελειώθηκε δίχως ασθένεια. Η δε Λειτουργία του κρατούσε πάντοτε τρισήμισυ ή τέσσερις ώρες, διότι δεν μπορούσε από την κατάνυξη να κάνει τις εκφωνήσεις. Από τα δάκρυα μούσκευε πάντα μπροστά του το χώμα. Γι’ αυτό δεν ήθελε ξένος κανείς να είναι στη Λειτουργία του, να μη βλέπει την εργασία του. Αλλ’ εγώ, επειδή με πολλή θέρμη τον παρακάλεσα, με δεχόταν. Και κάθε φορά που πήγαινα – τρεις ώρες βαδίζοντας μέσα στη νύχτα για να βρεθώ σ’ αυτήν την φρικτή όντως θεία παράσταση – μου έλεγε ένα ή δύο ρητά βγαίνοντας απ’ το Ιερό, και αμέσως κρυβόταν ως την άλλην ημέρα. Αυτός είχε εφ’ όρου ζωής νοεράν προσευχή και ολονύκτια αγρυπνία. Από αυτόν και εγώ πήρα την τάξη και βρήκα μεγίστη ωφέλεια. Έτρωγε εικοσιπέντε δράμια ψωμί κάθε ημέρα και ήταν όλος μετέωρος στη Λειτουργία του. Και χωρίς να γίνει λάσπη το έδαφος δεν τελείωνε Λειτουργία.

Ήταν και άλλοι πολλοί θεωρητικοί, τους οποίους εγώ δεν αξιώθηκα να δω, διότι είχαν τελειωθεί πριν από ένα ή δύο χρόνια. Και μου έλεγαν τα θαυμάσια κατορθώματά τους. Διότι εγώ με αυτά ασχολήθηκα. Βήμα προς βήμα γύριζα τα βουνά και τα σπήλαια να βρω τέτοιους. Διότι ο Γέροντάς μου ήταν αγαθός και απλός και, αφού του ετοίμαζα την τροφή του, μου έδινε “ευλογία” να ψάχνω τέτοια, ωφέλιμα για τη ψυχή μου. Και όταν τον έθαψα πλέον, τότε εξερεύνησα όλον τον Άθωνα.

Ήταν ένας σε μία σπηλιά, όπου έπρεπε την ημέρα να κλάψει επτά φορές. Αυτό ήταν η εργασία του. Όλη δε την νύκτα να την περάσει με δάκρυα. Και το προσκέφαλό του, ήταν όλο πάντα βρεγμένο. Και τον ρωτούσε ο διακονητής, που πήγαινε δύο-τρείς φορές την ήμερα – γιατί δεν ήθελε να τον έχει κοντά του, να μην του διακόπτει το πένθος.

- Γέροντα, γιατί τόσο κλαίς;

- Όταν, παιδί μου, ο άνθρωπος βλέπει το Θεό, από την αγάπη του τρέχουν τα δάκρυα και δεν μπορεί να τα κρατήσει.

Ήταν και άλλοι μικρότεροι· ο παπα-Κοσμάς και άλλοι· και μεγάλοι, που αν τους γράψει κανείς, θέλει να έχει πολλά χαρτιά.

Αυτοί όλοι πέθαναν τώρα εδώ και ζουν στους αιώνες εκεί.

Σήμερα δε, δεν ακούεται λόγος γι’ αυτά. Τόση πολλή μέριμνα και φροντίδα υλική κατέλαβε τους ανθρώπους και τελεία σχεδόν καταφρόνηση στην νηπτική εργασία, που πολλοί όχι μόνον δεν θέλουν να ερευνήσουν, να μάθουν, να πράξουν αυτά, αλλά και αν ακούσουν να πει τέτοια κανείς, αμέσως ξεσηκώνονται δυσμενώς εναντίον του. Και τον θεωρούν παράλογον και τρελό, γιατί είναι διαφορετικός ο βίος του, και ήταν γι΄ αυτούς αφορμή κοροϊδίας.

Και συμβαίνει κάτι παρόμοιο όπως την ειδωλολατρική εποχή. Τότε, όταν έβριζες τα είδωλα, σε λιθοβολούσαν και κακήν κακώς σε θανάτωναν. Και τώρα το κάθε πάθος έχει θέση ειδώλου. Και, αν ελέγξεις και κατακρίνεις το πάθος από το οποίο βλέπεις ο καθένας να νικάται, όλοι φωνάζουν: Λιθοβολήστε τον γιατί έβρισε τους θεούς μας!

Τέλος• εγώ επειδή κανένα δεν δέχομαι, μηδενός εξαιρουμένου• μήτε θέλω να ακούω πώς ζουν ή τί κάνει ο κόσμος – οι μοναχοί, είμαι συνεχώς ο στόχος της κατακρίσεως. Και δεν παύω ημέρα και νύκτα να προσεύχομαι για τους πατέρες και να λέω, ότι όλον το δίκαιον έχουν αυτοί. Μόνον εγώ είμαι άδικος όταν σκανδαλισθώ απ’ αυτούς. Διότι βλέπουν με τα μάτια που τους έδωσε ο Θεός. Δεν είμαι άδικος και κατάδικος, αν θα πω· γιατί δεν βλέπουν όπως βλέπω εγώ;

Είθε ο Θεός των όλων όλους να ελεήσει δι’ ευχών των Όσιων Θεοφόρων Πατέρων.



(«Έκφρασις Μοναχικής εμπειρίας», εκδ, Ι.Μ.Φιλοθέου, Άγ. Όρος, σ. 90-93. -σε νεοελληνική απόδοση.)





Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

Προσκυνητής στην Λαύρα του Αγίου Σεργίου του Ραντονέζ



 
Η Λαυρα του Αγιου Σεργιου του Ραντονεζ,γνωστη και ως λαυρα της Αγ.Τριαδος είναι ένα από τα πιο σημαντικα μοναστηρια της Ρωσιας και κεντρο της Ρωσικης Ορθοδοξιας.Ιδρυθηκε το 1345 από τον Αγιο Σεργιο του Ραντονεζ(1322-1392) του οποιο το λειψανο βρισκεται εκει.Η Λαυρα βρισκεται στην πολη Σεργκιγιεβ Ποσαντ (γνωστο στον σοβιετικο κοσμο ως Ζαγκορσκ)
Στην αρχη δεν ηταν παρα μια μικρη ξυλινη εκκλησια,απομονωμενη από τον κοσμο,όμως η περιοχη αρχισε να εξελισσεται ραγδαια.Ο Αγιος Σεργιος αρχισε την μοναστικη του ζωη ως ερημιτης,όμως αναγκαστηκε να γινει πνευματικος οδηγος οσων ειχαν μαζευτει γυρω του.
Το 1355 εισηγαγε ένα τυπικο οργανωσης στο μοναστηρι,πραγμα που βοηθησε στη γρηγορη αναπτυξη του.Αυτη την περιοδο χτιστηκαν τα πιο παλια από τα κτιρια της μονης όπως ο φουρνος και η τραπεζα.Το τυπικο του Αγ.Σεργιου το εφηρμοσαν σε περισσοτερα από 400 μοναστηρια στη Ρωσια,πολλα από τα οποια τα ιδρυσαν μαθητες του.Αναμεσα τους αναφερουμε τις μονες Σολοβετσκι,Κυριλωβ και Σιμονοβ. Ο Αγιος Σεργιος ανακυρυχθηκε προστατης-αγιος της Ρωσιας το 1422.Το λειψανο,τον οποιον εχτισαν Σερβοι οι οποιοι ειχαν βρει καταφυγιο στο μοναστηρι μετα τη μαχη του Κοσοβου.Στα Ν.Α του ναου είναι τοποθετημενο το λειψανο του Αγιου 
.Η εκκλησια είναι ασπρη με χρυσους τρουλους ,ενώ οι πιο πολλες εικονες είναι αγιογραφημενες από τον Αndrei Rubliov
Μια αλλη σημαντικη εκκλησια της Λαυρας είναι η Κοιμηση της Θεοτοκου.Το χτισιμο της τελειωσε το 1585 μετα από 26 χρονια εργασιας.Το χτισιμο της ξεκινησε ο Ιβαν ο Τρομερος ως ενδειξη μετανοιας για τον φονο του γιου του.Εχει ως μοντελο την εκκλησια της Κοιμησεως του Κρεμλινου,αλλα είναι μεγαλυτερη απ’αυτην.Κοντα στη δυτικη θυρα βρισκεται ο ταφος του Μπορις Γκουντουνωφ,ο μονος τσαρος που δεν είναι θαμμενος στο Κρεμλινο ή στον Ι.Ν.Αγ.Πετρου και Παυλου στην Αγ.Πετρουπολη .
Εκει βρισκονται και τα λειψανα των Αγιων Ιννοκεντιου και Μαξιμου του Γραικου. Απεναντι από το τειχος βρισκεται ο Ι.Ν. της Αγ.Παρασκευης.Ακομη υπαρχουν ο Ι.Ν.Αγ.Πνευματος χτισμενος από τον Ιβαν τον Τρομερο ο Ι.Ν.Αγ.Ιωαννου του Βαπτιστου και της Παναγιας του Σμολενσκ.Το 1550 ο ξυλινος φραχτης που εκλεινε περιμετρικα τη μονη αντικατασταθηκε από ένα ισχυρο πετρινο τειχος μηκους 1,5χλμ.Χαρη σ’αυτό το τειχος η μονη αντεξε στην επιθεση των Πολωνων το 1608 η οποια κρατησε 16 μηνες.Η εξωτερικη θυρα εχει ακομη τα σημαδια απ’αυτην την δοκιμασια.Απο το 1742 λειτουργει στη μονη Θεολογικο Σεμιναριο το οποιο από το 1814 αντικατασταθηκε από Εκκλησιαστικη Ακαδημια.Μεχρι το 1983 ηταν εδρα του Ρωσικου Πατριαρχειου.
Μετα από έναν χρονο η εδρα μεταφερθηκε στη Μονη Ντανιλοφσκι.Η αυτοκρατειρα Ελισαβετ εχτισε και το περιφημο καμπαναριο ,σε στυλ μπαροκ βαμμενο με μπλε και ασπρο χρωμα.Με 88 μετρα υψος,ηταν το πιο ψηλο κτιριο στη Ρωσια στα τελη του18ου αιωνα. Το 1930 οι καμπανες της μονης καταστραφηκαν από τους κομμουνιστες μαζι με την περιφημη καμπανα του τσαρου βαρους 85 τονων.Απο το 1993 είναι μνημειο Ουνεσκο.

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2014

Η μεγάλη εορτή των Χριστουγέννων

genisi
Του Αρχιμανδρίτου π.Επιφανίου Ζαχαράκη | Romfea.gr

Η μεγάλη εορτή των Χριστουγέννων δίδει σε όλους μας τη μοναδική ευκαιρία να αναβαπτίσουμε την ύπαρξή μας στο μυστήριο της αγάπης του Θεού, γιατί χωρίς αυτό δεν μπορεί να φωτισθεί και να προσεγγισθεί το μυστήριο του ανθρώπου.
Ετοιμάζου Βηθλεέμ, γιατί το ξύλον της ζωής πρόκειται ν’ ανθίση εν τω σπηλαίω σου εκ της Παρθένου, και ν’ ανοίξουν εις πάντας αι πύλαι του Παραδείσου, Χριστός γεννάται, για ν’ αποκαταστήσει τον πεσόντα άνθρωπον……Χριστός γεννάται, δοξάσατε. Χριστός εξ ουρανών απαντήσατε. Χριστός επί Γης, υψώθητε.
Με αυτούς τους ύμνους η Αγία Εκκλησία μας ετοιμάζεται να υποδεχθεί την γέννησιν του προαιώνιου Θεού, εκ της Παρθένου Θεοτόκου, με τα αγνά  αίματα, της οποίας ετράφη το Θείο βρέφος μέσα στα σπλάχνα της.
Κάθε φορά που ακούμε την υπέροχη αυτή ψαλμωδία, η καρδιά μας αισθάνεται κάποια μυστική δύναμη να την αποσπά από τα γήινα και τα φθαρτά και να την ανυψώνει προς κόσμο ανώτερο, ουράνιο.
Γιατί πράγματι αυτή την αίσθηση του Θείου μυστηρίου την έχουμε ανάγκη, διότι περιμένουμε να γεννηθεί και να κατοικήσει μέσα μας, ο γεννηθείς ενανθρωπήσας Χριστός.
Βρισκόμαστε στην εποχή της αμφισβήτησης των πάντων, συνεχώς χτυπιόμαστε από τα κύματα της αμαρτίας και τη λαίλαπα του διαβόλου. Ο άνθρωπος ζει σ’ ένα κοινωνικό αποκλεισμό, όπως επίσης σε μια ψυχική μοναξιά.
Λησμονήσαμε το Θεό, τον αδικήσαμε, τον πικράναμε, δεν τηρήσαμε το νόμο του, δεν τον ακούσαμε, δεν πήραμε τον σωστό δρόμο, δεν κρατήσαμε τις υποσχέσεις μας ενωπιόν του, δεν κάναμε το χρέος μας σαν χριστιανοί. Γι’ αυτό φαίνεται ότι αυτοτιμωρηθήκαμε, γιατί πήραμε το δρόμο των παθών και της ηδονής του αιώνος τούτου.  
Αυτό που θα νοηματοδοτήσει τη ζωή μας είναι μόνο ο δρόμος  προς τον Πανάγιο Θεό. Έχουμε λοιπόν ανάγκη από τον Ήλιο της Δικαιοσύνης, να φωτίσει την σκοτισμένη ψυχή μας, να της δώσει ελπίδα, φως, ζωή, Θεία Χάρη.
Ελάτε να υποδεχθούμε, με ταπείνωση και συντριβή ψυχής τη Γέννηση του Θείου βρέφους, την απαρχή της σωτηρίας μας, τη βακτηρία της Χριστοφόρας  ζωής μας, την εισαγωγή στην άκτιστη Θεία Δόξα του Θεού Πατέρας μας.
Όλοι είναι ευπρόσδεκτοι στο Μέγα μυστήριο της αγάπης του Θεού, και Αυτός περιμένει με ανοικτές αγκάλες τον κάθε αμαρτωλό άνθρωπο, να δεχτεί μια μεγάλη αγκαλιά από Τον Πατέρα της αγάπης, της ελπίδας, της ουρανοδρόμου ζωής.

Το Άκτιστο Φως στη φυλακή



Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο του π. Δαμασκηνού Χριστός, το αιώνιο Ταό, απόδοση στα ελληνικά Μ. Ζ.
Αντιγραφή: Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης
 
Ο π. Γεώργιος Calciu είναι ένας Ορθόδοξος ιερέας, ο οποίος τώρα έχει περάσει τα εβδομήντα. Στα είκοσί του, είχε μπει σε μια Ρουμανική κομμουνιστική φυλακή, όπου έμεινε για δεκαέξι χρόνια. Εκείνη την εποχή υπέστη το επιστημονικό πείραμα του Pitesti: το πιο διαβολικό σύστημα βασανιστηρίων που επινοήθηκε ποτέ, το οποίο επιχείρησε να ξεγυμνώσει την ανθρώπινη προσωπικότητα και να την αντικαταστήσει με τον κομμουνιστή «νέο άνθρωπο».  Όπως αναθυμόταν αργότερα, «δεν υπήρχε βασανιστήριο, είτε ηθικό είτε σωματικό, που να μην είχε χρησιμοποιηθεί».
Αφού τα θεμέλια της ψυχής του απογυμνώθηκαν, ο π. Γεώργιος πέρασε μια μακρά και οδυνηρή διαδικασία μετανοίας, όπου βρήκε την εσωτερική δύναμη να στραφεί προς το Χριστό και έλαβε την υπεράνθρωπη δύναμη να αγαπήσει και να συγχωρήσει τούς βασανιστές του. Όταν στα τριάντα έξι του βγήκε από τη φυλακή, φλεγόταν από αγάπη για το Θεό και για ολόκληρη τη δημιουργία αφού, ενώ υπέφερε αφάνταστα, το πνεύμα του είχε καθαρθεί, θεραπευτεί και αναγεννηθεί από το Θείο Πυρ. Έγινε ιερέας και λίγο αργότερα άρχισε να καλεί τούς νέους της Ρουμανίας, οι οποίοι είχαν ανατραφεί με το ψέμα του υλισμού, να επιστρέψουν στο αληθινό νόημα της ζωής. Παρόλο που οι κομμουνιστικές αρχές διαρκώς δεν τον άφηναν σε ησυχία και απειλούσαν ότι θα τον σκοτώσουν, αυτός συνέχισε να διδάσκει δημόσια. Τελικά τον συνέλαβαν και πάλι και τον έριξαν στη φυλακή για έξι χρόνια ακόμη. Αυτά τα χρόνια είχε τις βαθύτερες εμπειρίες της ζωής του, γιατί κατ’ αυτά βίωσε την Θεία Ενέργεια του Χριστού όπως ποτέ πριν.
Όσο έμενε στο μοναστήρι μας, ο π. Γεώργιος ακτινοβολούσε μια αίσθηση υπερκόσμιας γαλήνης και μια χαρά παιδιάστικη. Μάλιστα έδειχνε και νέος, πράγμα αξιοσημείωτο, όχι μόνο λόγω της ηλικίας του, αλλά και γιατί έζησε σε υγρές, υπόγειες, γεμάτες αρρώστιες φυλακές, με ελάχιστα κομμάτια ψωμί. […] Είχε γίνει ένα μικρό παιδί.  Όποτε μιλούσε για τα βασανιστήρια πού υπέστη, χαμογελούσε ή και γελούσε ακόμη. Δεν είχε μίσος ή μνησικακία, είχε συγχωρήσει, και ήταν ελεύθερος. […]

Τί είναι το αυτεξούσιο που υπάρχει μέσα μας, και τί έχει απομείνει στον άνθρωπο από το αυτεξούσιο



Άγιος Συμεών Νέος Θεολόγος

Η νηστεία, η αγρυπνία και τα παρόμοια είναι πάνω από τη φύση. Ακούσια τρώγω και πίνω, εφόσον πεινώ και διψώ. Ακούσια κενώνω τα περιττώματα της τροφής και της πόσης μου, διότι διογκώνομαι, και η φύση μου τα αποβάλλει. Ακούσια κοιμάμαι, διότι εκ φύσεως νυστάζω, και περπατώ και κάθομαι και ξαπλώνω, διότι κοπιάζω εκ φύσεως. Ακούσια είμαι ξύπνιος, και αυτό είναι φυσικό. Ακούσια ντύνομαι και γυμνώνομαι, είτε κάνει κρύο ή ζέστη, και κανείς δεν μπορεί καθόλου να υποφέρει με κανέναν τρόπο έστω και ελάχιστο σ’ αυτές τις καταστάσεις, παρά μόνο με βία και σε ανάγκη πολλή, ακούσια μεν τις περισσότερες φορές, εκούσια δε σπανίως και για ελάχιστο χρόνο. Οι άγιοι άλλοτε μεν εκούσια βιάζοντας τη φύση, άλλοτε δε με θεία δύναμη διήνυσαν τον αγώνα της νηστείας και της αγρυπνίας και του ψύχους και του καύσωνα, και του μεγάλου κόπου.

Εάν λοιπόν είναι ακούσια αυτά, επειδή είναι φυσικά, σε ποιό τμήμα του ανθρώπινου εκουσίου υπάρχει το αυτεξούσιο; Σε κανένα λοιπόν άλλο μέρος του ανθρώπου παρά μόνο σ’ αυτό, στο να έχει συνεχώς προσηλωμένη τη διάνοια μόνο στον Θεό, τον Κύριο της σωτηρίας και Κύριο του ελέους. Αν λοιπόν το αυτεξούσιο συμπεριλαμβάνεται σε όσα βρίσκονται στην εξουσία μας, σίγουρα δεν υπάρχει το αυτεξούσιο σε όσα δεν είναι στην εξουσία μας. Προηγείται δε του αυτεξουσίου η θέληση και για όσα βρίσκονται στην εξουσία μας, και για όσα δεν βρίσκονται στην εξουσία μας. Και για όσα μεν είναι στην εξουσία μας η θέληση χρειάζεται και κόπο – διότι στην παρούσα ζωή τίποτα απ’ όσα είναι στην εξουσία μας δεν πραγματοποιείται χωρίς κόπο -, σε όσα όμως δεν είναι στην εξουσία μας, το να θέλουμε μεν είναι θέμα προαιρέσεως, το να κοπιάζουμε όμως είναι μάταιο.

Εάν λοιπόν είμαι αυτεξούσιος και γι’ αυτό θέλω να είμαι και ελεύθερος, άρα είτε υποδουλώνομαι αυτεξουσίως σ’ αυτό που έχω νικηθεί, δηλαδή με τη θέλησή μου, είτε, επειδή δεν είμαι αυτεξούσιος, υποδουλώνομαι από κάποια ανάγκη και βία, σ’ αυτά που είναι της φύσεως και γι’ αυτό δεν μεταβάλλονται: πεινώ, διψώ, κρυώνω, ζεσταίνομαι, περπατώ, στέκομαι, αναπαύομαι και άλλα παρόμοια, όπως προανέφερα. Εάν λοιπόν αυτά είναι του αυτεξουσίου, αν μείνω για πολύ χρονικό διάστημα χωρίς τροφή, είναι φανερό ότι καθώς δεν με καταστρέφει η πείνα, δεν με καταστρέφει ούτε η αγρυπνία, ούτε τα υπόλοιπα. Εάν όμως δεν υπόκεινται αυτά στο αυτεξούσιο αλλά εκείνα, δηλαδή όσα αφορούν στην ψυχή, όσα είναι γενικότερα από τα άλλα, όπως η επιθυμία και ο θυμός, συνεπάγεται ότι θυμώνω παράλογα, επιθυμώντας ανόητα. Και θέλω μεν να κυριαρχήσω στον παράλογο θυμό και στην ανόητη επιθυμία, νικιέμαι όμως από αυτά τις περισσότερες φορές, και γι’ αυτό είμαι υποδουλωμένος σ’ αυτά. Κι αν δεν συμβαίνει αυτό ολοτελώς και πάντοτε αλλά αν μια φορά νικηθώ και υποδουλωθώ, πώς ο δούλος του παραλόγου θυμού και της ανόητης επιθυμίας μπορεί να είναι αυτεξούσιος; Κι αν κάποιος πει, ότι το να νικηθείς από αυτά, και εξαιτίας αυτού να υποδουλωθείς και να ελευθερωθείς, είναι το ίδιο με το να πέσεις και να σηκωθείς, πόσο θα πρέπει να ντρέπεται αυτός που ισχυρίζεται ότι είναι αυτεξούσιος και καυχιέται γι’ αυτό και ομολογεί χωρίς ντροπή: «Σήμερα υποδουλώνω τον εαυτό μου και αύριο τον ελευθερώνω, κι αυτό συμβαίνει σε όλη μου τη ζωή»; Ώστε αυτός να είναι και ελεύθερος και δούλος. Τί λοιπόν μπορούμε να πούμε;