Κυριακή 16 Ιουλίου 2017

Ο Μοναχισμός ως Λειτουργική Άσκησις Του Πρωτοπρεσβ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού,


Γέροντας Χρυσόστομος Εσφιγμενίτης
Του Πρωτοπρεσβ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού, Ομοτίμου Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών
1. Ο Ορθόδοξος μοναχισμός διατηρεί τον σύνδεσμο ασκήσεως και λατρείας, διασώζοντας τα πνευματικά ερείσματα του λαού του Θεού στην πνευματική του πορεία. Η ζωή του μοναχού είναι αυθεντική σπουδή μετανοίας. Ο μοναχός είναι «ο στηλογραφών την ζωήν της μετανοίας» (1). Δεδομένου δε ότι η μετάνοια είναι ουσιαστική επανάσταση, που εισήχθη εν Χριστώ στον κόσμο, για τη συνεχή ανακαίνιση του κόσμου, ο μοναχισμός διακρατεί τον Χριστιανισμό ως μόνιμη (πνευματική) επανάσταση, μέσα στον κόσμο ενώ παράλληλα συνεχίζει την πνευματικότητα των πρώτων αιώνων, προφυλάσσοντας την Εκκλησία από τον κίνδυνο της εκκοσμίκευσης, ενεργώντας ανασταλτικά στην εξάπλωσή της. Ο Μοναχισμός στην απόλυτη συνέπειά του στον αγώνα για θέωση, εκφράζει σε κάθε εποχή το «περισσόν» της Χριστιανικής ασκήσεως, την οδόν της «υπερβολής» (Α´ Κορινθίους 12, 31), η οποία στην πνευματική ζωή γίνεται κανόνας. Γι αυτό και ονομάσθηκε «κρείσσων οδός» ή «κόσμος της Εκκλησίας».
Διότι, μολονότι όλοι οι Χριστιανοί έχουν κληθεί να καταλάβουν «με τη βία» (τον βιασμό της φύσεώς τους) τη βασιλεία του Θεού, οι μοναχοί ακολουθούν την Κυριακή εντολή με μεγαλύτερη συνέπεια, μέσα από την συνεπέστερη και πληρέστερη άσκησή τους. Κατά συνέπεια, όλοι οι πιστοί επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό. Οι μοναχοί όμως παλαίουν με μεγαλύτερη επάρκεια δυνατοτήτων. Ο δικός τους δρόμος είναι η βίωση της «εσχάτης ώρας» (Α´ Ιωάν. 2, 18), της αδιάκοπης εγρήγορσης στην αναμονή του «ερχομένου Κυρίου».
Είναι, γι’ αυτό, ο μοναχισμός η αυθεντικότερη μορφή Χριστιανικής ζωής και «φως» των αγωνιζομένων στον κόσμο. Η ένταξη δε της λατρείας στον πνευματικό αγώνα των μοναχών, όσο και αν θεωρείται διαφοροποίηση στην αρχική θεώρηση της λατρείας από την Εκκλησία, απέβη η μεγαλύτερη ευλογία για το εκκλησιαστικό σώμα, διότι μέσω του μοναχισμού συνεχίσθηκε η διασύνδεση λατρείας και ενθουσιαστικού μαρτυρικού στοιχείου, εφ όσον και ο μοναχισμός είναι ιστορική συνέχεια του Χριστιανικού μαρτυρίου, ως «μαρτύριον συνειδήσεως» (2). Ήδη η Αποστολικής κοινότητα των Ιεροσολύμων παρουσιάζεται ως κατ’ εξοχήν λατρευτική. Η προσευχή των πιστών αναπέμπεται «εν ενί στόματι και μια καρδία» προς τον Θεό (Ρωμαίους 15, 6· Α´ Πέτρ. 4, 1· Αποκ. 15, 4 κ. τλ). Σ’ αυτή την παράδοση θα μείνουν πιστοί οι μοναχοί, ως συνεχιστές των «ενθουσιαστικών τάσεων» της αρχαίας Εκκλησίας. Η ζωή τους θα διαμορφωθεί ως ζωή λατρείας, οι ίδιοι δε θα περιφέρονται ως «εν σώματι άγγελοι» και «λειτουργικά πνεύματα». Ο μοναχός, άλλωστε, δεν «τροφοδοτείται» απλώς (παθητικά) στη λατρεία, αλλά γίνεται κοινωνός και τελετουργός της, μετέχοντας έτσι στον τρόπο υπάρξεως της Εκκλησίας ως σώματος Χριστού. Με οργανωτή τον Μ. Βασίλειο, το μοναστικό κοινόβιο συνιστά μικρογραφία της Εκκλησίας ως «μοναστική ενορία», όπου η καθημερινή ζωή εκφράζεται ως λειτουργική δοξολογία. Μέσω του κοινοβίου η εκκλησιαστική λατρεία αναπτύσσει τη δυναμική της στον χώρο της ασκήσεως (3). Στο γεωγραφικό κέντρο του μοναστικού κοινοβίου υπάρχει πάντα το Καθολικόν ή Κυριακόν, ο κεντρικός ναός για τη λειτουργική σύναξη όλης της Μονής.

Ο γυναικείος μοναχισμός και η «Εξομολόγηση» μιας γερόντισσας


Της Τάνιας Χαροκόπου – Από την εφημερίδα Ορθόδοξη Αλήθεια
Γνώριζα την Ηγουμένη Ευπραξία από τα σχολικά μου χρόνια. Ηταν δύο τάξεις πιο μεγάλη από μένα, ένα δραστήριο κορίτσι, όμορφη, ψηλή, αρκετά ζωηρή και με το επικοινωνιακό χάρισμα σε υπερθετικό βαθμό. Ηταν στην πρώτη γραμμή στις παρελάσεις, πρωταγωνιστούσε στις σχολικές θεατρικές παραστάσεις και πάντα «ζωντάνευε» τη χορωδία, αφού είχε υπέροχη και σωστή φωνή.
Η Ηγουμένη Ευπραξία ή, αλλιώς, η Κάτια, όπως την ξέραμε, ήταν η χαρά της τάξης, των συμμαθητών αλλά και των καθηγητών. Η έκπληξή μου ήταν μεγάλη όταν 35 χρόνια αργότερα, μέσα από την κατάμαυρη μαντίλα, αναγνώρισα εκείνα τα ζωηρά μάτια με το σπινθηροβόλο βλέμμα. Τη φώναξα Κάτια, αλλά δεν αποκρίθηκε… Την κοίταξα με την πεποίθηση πως θα με θυμόταν, ωστόσο έδειξε μια ευγενική αδιαφορία. Της γέλασα, όμως μου το ανταπέδωσε με ένα συντηρητικό χαμόγελο. Για μια στιγμή αμφέβαλα για την πεποίθησή μου, όμως, όταν την άκουσα να ψέλνει, έδιωξα κάθε αμφιβολία. Η χροιά της φωνής της ήταν η ίδια…
Οση ώρα γινόταν η λειτουργία, το μυαλό μου ταξίδευε. Εφερνα μπροστά μου σκηνές, εικόνες, στιγμιότυπα από τα χρόνια που ήμασταν στο σχολείο. Ηθελα να τη ρωτήσω πώς, γιατί. Επρεπε όμως να περιμένω να ολοκληρώσει ο παπάς τη λειτουργία στην ιερά μονή που είχα επισκεφτεί, προκειμένου να την πλησιάσω. Και σκεφτόμουν τις επιλογές που κάνουμε και οι οποίες καθορίζουν τη ζωή μας.
Την άκουγα, την κοίταζα, αναλογιζόμουν ποια γεγονότα, ποιες πράξεις, ποιες αδιαλλαξίες την έσπρωξαν σε αυτό τον τρόπο ζωής. Οχι πως έχει κάτι επιλήψιμο, κάτι που να φθείρει ή να παραγκωνίζει· ίσα ίσα που αυτή η κορύφωση και η έκσταση της αγάπης προς τον Χριστό είναι ιδεώδεις. Ωστόσο είναι κάτι που αντιτίθενται στον δικό της χαρακτήρα, στη δική της προσωπικότητα, στην ιδιοσυγκρασία της. Αν ήταν μια χαμηλού προφίλ κοπέλα, αν ζούσε σε καθαρά θρησκευτικό περιβάλλον. Δεν ήταν όμως τίποτε από αυτά. Απεναντίας, μάλιστα. Αρα κάτι είχε συμβεί που άλλαξε εντελώς τη θεωρία της για τη ζωή.
Κοίταζα γύρω της. Υπήρχαν κι άλλες μοναχές, οι περισσότερες ηλικιωμένες. Ομως ήταν και τρεις δόκιμες. Κορίτσια κάτω των 25 χρονών. Καλό αυτό; Ή κακό; Μέσα στην καρδιά τους, στο καταγώγιο της ψυχής τους, χρειάστηκε να παλέψει ο νους τους, για να γνωρίσουν την εικόνα του Θεού και να αποφασίσουν τον προορισμό τους.
Ξέρω, όλοι γνωρίζουμε πως το μοναστικό ιδεώδες χαρακτηρίζεται από αδιάκοπη έφεση προς φυσική τελειότητα του ατόμου που το ασπάζεται και αγιοσύνη. Εγώ δεν είχα διακρίνει καμία τέτοια έφεση στην Κάτια. Ούτε καν γνώριζε την αγιοσύνη.
Αναλογίστηκα τα μοναστήρια που είχα επισκεφτεί τα τελευταία χρόνια. Δεν ήταν και λίγα. Τα περισσότερα, γυναικεία. Και δεν ήταν λίγες οι μοναχές που είχαν αφοσιωθεί. Πολλές γυναίκες. Γιατί άραγε; Μήπως η αιτία είναι η ασφυκτική κηδεμονία του άνδρα; Μήπως κουράστηκαν πια οι γυναίκες να αναλώνονται τόσο πολύ σε οικιακές φροντίδες;
Βέβαια, στις μέρες μας κανένας δεν μπορεί να μην παραδεχτεί πως ο γυναικείος μοναχισμός προσφέρει πολλά. Ιδιαίτερα επειδή κατά καιρούς ο ανδρικός μοναχισμός βρίσκεται σε ύφεση για διάφορους λόγους, τα γυναικεία μοναστήρια τονώνουν το κοινό αίσθημα.
Εδώ δεν μιλάμε για ισοτιμία ή ισότητα. Ο γυναικείος μοναχισμός έχει να επαναλάβει το του Αποστόλου Παύλου «ουκ ένι άρσεν και θήλυ· πάντες γαρ υμείς εις εστέ εν Χριστώ Ιησού».
Επρεπε να ρωτήσω την Κάτια· να μου εξηγήσει, να μου αναλύσει, να μου τεκμηριώσει αυτές τις αποφάσεις ζωής.
Η ΡΑΓΔΑΙΑ ΑΝΘΗΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΑΣΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ
Είχα διαβάσει κάπου πως από τον 2ο αιώνα μ.Χ. υπάρχουν παραδείγματα γυναικών που αφιέρωναν τον εαυτό τους στον Χριστό, με πλούσιο πνευματικό και κοινωνικό έργο. Και ότι από τον 4ο αιώνα τα γυναικεία μοναστήρια ήταν πια πάρα πολλά. Πόσες Αγίες από αυτές που πρεσβεύουν για εμάς στον Θεό δεν ήταν μοναχές ή ασκήτριες… Ξέρω πως ο Αγιος Νεκτάριος το 1904 δημιούργησε την πρώτη αδελφότητα στην Αίγινα και η πρώτη μοναχή ήταν μια τυφλή κοπέλα. Ξέρω ακόμα πως μετά το ’60 ο γυναικείος μοναχισμός βρίσκεται σε ραγδαία άνθηση και πολλά ανδρικά μοναστήρια έχουν μετεξελιχθεί σε γυναικεία.
Η μοναστική ζωή πάντα είχε μια εξέχουσα και τιμητική θέση μέσα στην Ορθοδοξία. Αποπνέει ιδιαίτερο σεβασμό ο άνθρωπος εκείνος που θυσιάζει τα πάντα «προς δόξαν Θεού» αλλά και για το καλό του πλησίον. Εξάλλου, το Ευαγγέλιο το λέει καθαρά: «Οποιος θέλει». Αν δεν θέλει ο άνθρωπος, δεν τον εξαναγκάζει κανένας. Και σίγουρα πρέπει να θέλει κανείς πολύ για να ακολουθήσει τον μοναχισμό.
«Αν ανακαλύψεις αυτή την έφεση που σε φέρνει κοντά στον Κύριο, η ευτυχία είναι ένα μυστήριο που δεν ερμηνεύεται»
Ολοι γνωρίζουμε πως η διαδικασία μέχρι κάποιος να γίνει κατ’ ουσίαν μοναχός, δηλαδή ως την κουρά, είναι μια μεγάλη δοκιμαστική περίοδος. Σίγουρα σε αυτό το διάστημα φαίνεται ξεκάθαρα ποιος είναι, για ποιον λόγο έχει αποφασίσει να εγκαταλείψει την κοσμική ζωή, ποιες είναι οι ψυχικές δυνάμεις του ή και οι αδυναμίες του. Αν έχει αντιστάσεις. Εχουν την καθοδήγηση από τον γέροντα ή τη γερόντισσα, τον διαφωτισμό, τις συμβουλές. Πρέπει να γνωρίζουν τις προϋποθέσεις, τις αντιξοότητες που απορρέουν από την επιλογή αυτού του δρόμου. Οσο τα σκέφτομαι όλα αυτά τόσο μου φαίνονται υπερβολικά δύσκολα. Βέβαια, υπάρχει μέσα τους αυτή η επιτακτική ανάγκη να έχουν μια αυθεντική σχέση με τον Θεό. Μια σχέση καθόλου επιφανειακή. Ισως αυτός είναι ο κυριότερος λόγος. Για την Κάτια όμως; Ενδεχομένως εγώ να μην το περίμενα…
Θυμάμαι πως είχε πετύχει στις εισαγωγικές εξετάσεις στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Ηθελε να γίνει δικηγόρος, όπως και ο πατέρας της. Είχε και κάποια σχέση με ένα καλό παιδί. Είχαμε βγει μερικές φορές όλοι παρέα. Μάζευε δισκάκια 45 στροφών. Χόρευε σέικ υπέροχα, σύχναζε στου Φλόκα στη Φωκίωνος Νέγρη. Ολο το βιογραφικό της το ήξερα, αλλά ως την ηλικία των 19 χρονών. Υστερα την έχασα. Χαθήκαμε. Την ξέχασα. Την έσβησε από τη μνήμη μου η καθημερινότητα. Ή μήπως όχι; Μήπως δεν έμαθα κάτι γι’ αυτήν, επειδή είχε αφιερωθεί στον Θεό;
Και η λειτουργία τελείωσε. Μια μοναχή ή δόκιμη μας είπε πως, αν θέλαμε να πάρουμε καφέ και πρωινό, μπορούσαμε να πάμε στο αρχονταρίκι. Πήγα και την περίμενα. Μπήκε σχεδόν τελευταία, γιατί συνομιλούσε με ένα νεαρό ζευγάρι. Ακουσα να την προσφωνούν «Ηγουμένη». «Γερόντισσα». Είχε τον αξιοσέβαστο τίτλο. Περίμενα. Της ζήτησα να μιλήσουμε. Δεν με αναγνώρισε στην αρχή. Είπα το όνομά μου. Χάρηκε. Δάκρυσε. Με αγκάλιασε. Και έπειτα από μισή ώρα αναφοράς σε αναμνήσεις των εφηβικών χρόνων μας, της ζήτησα να της κάνω μερικές ερωτήσεις. Από τη στιγμή που την αναγνώρισα, ήθελα να γράψω κάτι για τον γυναικείο μοναχισμό.
«Είναι καλύτερα να μάθω από εσένα… από εσάς, Ηγουμένη, αυτά που νομίζω πως ενδιαφέρουν τους αναγνώστες παρά από εγκυκλοπαιδικές πηγές» της είπα. «Πρέπει να πάρω την ευλογία του Μητροπολίτη πρώτα. Δεν είναι απλά τα πράγματα» απάντησε. Περίμενα όσο χρειάστηκε για να επικοινωνήσει με τον Μητροπολίτη, στην ενορία του οποίου ανήκε το μοναστήρι, να του εξηγήσει, να πάρει την άδεια…
Ηγουμένη, γιατί αυτή η επιλογή; Εννοώ, πώς εγκαταλείψατε την κοινωνική εμπειρία, τους συγγενείς, τους φίλους, τα όνειρα;
Ο μοναχισμός είναι μια επιλογή πολύ σημαντική. Πρέπει αυτός που θα τον ακολουθήσει να είναι πολύ καλλιεργημένος για να καταλάβει και το βάθος και το νόημα της μοναχικής ζωής, και στη συνέχεια να την επιλέξει.

Συμφωνώ. Ομως ρωτάω για εσάς προσωπικά.

Δεν θα ήθελα να αναφερθώ στα προσωπικά μου, όμως θα σου πω δυο λόγια. Μια πολύ σημαντική ανατροπή στη ζωή μου με έφερε κοντά σε έναν «άγιο» άνθρωπο, σε έναν ιερωμένο. Κι εκεί που έλεγα «γιατί, Θεέ μου, το έκανες σ’ εμένα αυτό;», με τη δική του βοήθεια είπα «Σε ευχαριστώ, Κύριε, που επέλεξες εμένα γι’ αυτή τη δοκιμασία».
Καταλάβαινα…
Οι γονείς σας; Ο σύντροφός σας;
Είχα τη συγκατάθεση και την ευλογία των γονιών μου. Οι περισσότερες γυναίκες που έρχονται στα μοναστήρια έχουν τη συγκατάθεση των γονιών τους. Τις συνοδεύουν, μάλιστα, και τις επισκέπτονται τακτικά. Βέβαια, υπάρχουν και κάποιοι που αντιδρούν, όμως, όταν οι γυναίκες είναι ενήλικες, έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν μόνες τους. Γενικά, γονείς, συγγενείς και φίλοι, όταν δουν ότι ο άνθρωπος κάνει κάτι που το αισθάνεται και το θέλει, απλώς το συνειδητοποιούν.
Ηγουμένη, συγχωρήστε με, αλλά μια νέα και ωραία γυναίκα, με πανεπιστημιακές διακρίσεις, δεν έχει πειρασμούς; Κάποιους λογισμούς;
Ο Σατανάς πείραξε τον ίδιο τον Χριστό. Ομως η ζωή μας εδώ, με τις καθημερινές ασχολίες, που αποφέρουν μεγάλη κούραση, με τις προσευχές και τις αγρυπνίες, δεν μας επιτρέπει στιγμή ελεύθερη για τους λογισμούς που εννοείτε. Επειτα, ο γέροντας κάθε μονής, εκτός από τα εφημερικά καθήκοντά του, έχει τη φροντίδα για την πνευματική ανύψωση του φρονήματος, την εξομολόγηση, τη νουθεσία. Οι μονές μας μαρτυρούν ήθος Χριστού.

Τελικά, είναι ψυχοθεραπεία η θρησκεία;

Αγωνιζόμαστε να αποβάλουμε τα πάθη της ψυχής. Καθαρίζουμε την καρδιά μας με την πίστη μας. Τη διατηρούμε καθαρή, για να κατοικήσει μέσα μας ο Κύριος, για να μας πλημμυρίσει το Αγιο Πνεύμα. Αυτό αποτελεί σκοπό και πόθο αγιάτρευτο. Αν αυτό λέγεται ψυχοθεραπεία, τότε είναι η καλύτερη. Πρέπει όμως όλοι να προσέξουμε μήπως για χάρη της παρούσας ζωής στερηθούμε τη μέλλουσα.

Πόσο δύσκολο είναι;

Είναι δύσκολο μα και υπέροχο συνάμα. Η νηστεία, η αγρυπνία και η προσευχή βοηθούν να γίνει εύκολο και επιτευχθέν.

Θα προτρέπατε μια νέα γυναίκα να ακολουθήσει αυτά τα βήματα;

Αν ανακαλύψει κατά τη δοκιμαστική περίοδο την κλίση, αυτή την έφεση που τη φέρνει κοντά στον Κύριο, ω ναι! Η ευτυχία που θα νιώσει είναι ένα μυστήριο που δεν ερμηνεύεται.

Τι ζητάτε στην προσευχή σας;

Να μας λυπηθεί ο Θεός και να συγχωρεί τα λάθη μας. Να μας ενισχύει ώστε να αγωνιζόμαστε τον αγώνα τον καλό. Να εντοπίζουμε τις αδυναμίες, τις ελλείψεις και τα ελαττώματά μας και γι’ αυτά να έχουμε δύναμη ψυχής να αγωνιζόμαστε.

Να προσθέσετε κι εμένα στις προσευχές σας…

Η φίλη μου η Κάτια, η γερόντισσα Ευπραξία, με τέλεια αυταπάρνηση ανταποκρίνεται στον γυναικείο μοναχισμό. Με τη συνέπεια που πάντοτε τη χαρακτήριζε, για την αγάπη του Χριστού θυσίασε τα πάντα. Με τη φιλοξενία της και τη συμπαράστασή της στους έχοντες ανάγκη, κάνει τη χριστιανική φιλοσοφία πράξη. Και εύχεται σε όλους το «αγαπήσωμεν αλλήλους ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν»…

Παρασκευή 19 Αυγούστου 2016

Πατρικές νουθεσίες γέροντα Ιωαννίκιου Μπαλάν




1) Είπε ο γέροντας σ΄ έναν νέο δόκιμο που μόλις είχε λάβει δώρο ένα κομποσκοίνι από έναν άλλο πατέρα. Αυτό το κομποσκοίνι θα σου ζητήσει πολύ κόπο ¨

2) Οι αρχάριοι στην προσευχή να λένε όσο πιο συχνά το ¨ Πάτερ ημών ή τον Ν ψαλμό ή κάποια άλλη προσευχή χωρίς να επιμένουν στην αρχή τόσο στην ευχή του Ιησού αλλά προσπαθώντας ν΄ αποκτήσουν κατάσταση εγρήγορσης στην παρουσία του Θεού.

3) Καλύτερα να είσαι στον κόσμο με τον πόθο να γίνεις μοναχός παρά να είσαι στο μοναστήρι με το μυαλό στα εγκόσμια. Όποιος είναι στον κόσμο και δοκιμάζεται έτσι, ας βάλει ως στόχο τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια της ζωής του να τα περάσει στο μοναστήρι.

4) Να κοινωνάτε τα παιδιά σας κάθε Κυριακή. Κι αν κατά τη διάρκεια της εβδομάδας είναι καμιά μεγάλη γιορτή να τα κοινωνάτε και τότε.

5) Διαβάζεται τους βίους των αγίων. Εκεί θα βρείτε μεγάλη πίστη και συμβουλές περί προσευχής. Θα βρείτε την ιστορία και την αληθινή φιλοσοφία, κατανοητή για όλους. Και πάνω απ΄ όλα θα βρείτε μορφές ανθρώπων μέσω των οποίων εργάστηκε το Άγιο πνεύμα.

6) Εάν όλοι οι χριστιανοί στη χώρα μας νήστευαν μια εβδομάδα, αν θα σταματούσαν τις εκτρώσεις και τις ανομίες, αν θα μετανοούσαν ειλικρινώς, εάν θα εξομολογούνταν και θα κοινωνούσαν, θα βλέπατε μεγάλα θαύματα. Θα γύριζε ο Θεός το πρόσωπό του πάλι προς τη χώρα μας.

7) Πιο λίγη τηλεόραση και πιο πολλή προσευχή. Όποιος δε βλέπει καθόλου τηλεόραση κάνει το καλύτερο.

8) Από τον καθημερινό κανόνα προσευχής να μη λείπει το Ψαλτήριον, τουλάχιστον 1-2 καθίσματα.

9) Η μητέρα να προσεύχεται μαζί με το παιδί της. Να τα μάθει από μικρά να προσεύχονται. Ο καθένας με ότι ταιριάζει στην ηλικία του, αλλά να επιμένει σ΄ αυτό. Έτσι τα παιδιά μεγαλώνουν με το Χριστό και τα μεγαλώνει Εκείνος.

Γιατί καταδιώκονται, εξορίζονται και φυλακίζονται οι υπηρέτες του Χριστού;

Απαντάει ο Άγιος ιερομάρτυς και ομολογητής Ονούφριος(1889- 1938)

Ο βίος του Αγίου ιερομάρτυρος και Ομολογητή Ονουφρίου ΕΔΩ


Δέκα χρόνια πριν από το μαρτυρικό του τέλος, ό επίσκοπος Ονούφριος, εξόριστος στα Ουράλια, έγραφε:
«“Μηδέν φοβού ά μέλλεις παθείν. ιδού δη μέλλει βαλείν ό διάβολος έξ υμών εις φυλακήν ίνα πειρασθητε, και έξετε θλίψιν ημέρας δέκα, γίνου πιστός άχρι θανάτου, και δώσω σοι τόν στέφανον της ζωής” (Άποκ. 2:10).

»Γιατί καταδιώκονται, εξορίζονται και φυλακίζονται οι υπηρέτες του Χριστού; Όλα αυτά δεν τά παθαίνουν χωρίς τη βούληση του Θεού. Επομένως, τά βάσανά τους είναι δυνατό να τελειώσουν οποιαδήποτε στιγμή, αν το θελήσει ό Θεός. Οι διωγμοί παραχωρούνται για να δοκιμαστεί ή πιστότητά μας σ Εκείνον. Αν παραμείνουμε σταθερά κοντά Του ως το τέλος, θα πάρουμε ως βραβείο την αιώνια ζωή... Έτσι μάς υπόσχεται ό Κύριος, ό όποιος ποτέ δεν ψεύδεται.
 Οι διωγμοί, λοιπόν, των ομολογητών της πίστεως συνεπάγονται την αιώνια χαρά, την ουράνια μακαριότητα... 
Να γιατί δεν πρέπει να θλιβόμαστε εμείς, οι υπηρέτες τού Χριστού, επειδή είμαστε σκορπισμένοι σε φυλακές και απόκεντρους τόπους εξορίας. 
Δεν πρέπει ούτε καν να σκεφτούμε την απαλλαγή από τις ταλαιπωρίες μέ οποιονδήποτε συνειδησιακό συμβιβασμό. 
Ό διωγμός είναι σταυρός πού μάς δόθηκε από τον ίδιο τον Θεό. Πρέπει, λοιπόν, να τον σηκώσουμε πιστοί στο χρέος μας μέχρι θανάτου.
»Μην κοιτάς λυπημένα προς τά πίσω. Τράβα μέ θάρρος μπροστά, παραδομένος στο έλεος τού Θεού. Γιατί ό Σωτήρας λέει: “Ουδείς έπιβαλών την χείρα αυτού επ’ άροτρον και βλέπων εις τά οπίσω εύθετός έστιν εις την βασιλείαν τού Θεού” (Λουκ. 9:62)».

Από το βιβλίο «Άγιοι κατάδικοι.Ρώσοι ιερομάρτυρες και ομολογητές του 20ου αιώνα''Ι.Μ.Παρακλήτου

Και πάλιν Τριώδιον και πάλιν ταπείνωση υψοποιός... π.Παντελεήμων Κρούσκος

  Και πάλιν Τριώδιο και πάλι Τελώνης και Φαρισαίος και πάλι η ορθή προσευχή και η υψοποιός ταπείνωση. " Θέλω να σας μιλήσω για την ταπείνωση αδελφοί και φοβούμαι" , γράφει ο αββάς Ισαάκ "διότι θα μιλήσω για πράγμα σπουδαίο",πού φτάνει ως τον ουρανό και τον Θεό.Ταπείνωσις εστί "στολή της θεότητος", διότι την ταπείνωση ντύθηκε ο Λόγος του Θεού για να συναναστραφεί με τους ανθρώπους.

  Πώς να εισακουστούν και να εκτιμηθούν τα λόγια του αββά Ισαάκ σήμερα; Σήμερα η ταπείνωση θεωρείται ταπεινολογία, φαρισαισμός, αδυναμία, δειλία.Δεν διακρίνουμε την παρρησία από το θράσος, αλλά ούτε και τον εξευτελισμό και την ένοχη σιωπή από την αληθινη ταπείνωση. Η ταπείνωση στον άνθρωπο σε αντίθεση με τον ταπεινούντα εαυτόν εως γης Χριστόν, έχει και σχήμα και ενεργεια εσωτερικά κυρίως. Κοσμεί τον μέσα άνθρωπο. 

Η ταπεινοσχημια όμως δεν διαφέρει από αυτή την κομπαστική υπερηφάνεια που έκανε τον Φαρισαίο "άγιο" και δικαιούντα εαυτόν. Γι'αυτό και οι πραγματικά ταπεινοί είναι και δυσδιάκριτοι, αλλά και σε έναν κόσμο αυτοπροβολής και επιδεικτικής θρησκευτικότητας, καλά κρυμμένοι. 
Λέγεται για τους αγίους σαλούς, πώς επιδείκνυαν αχαρακτήριστες και σκανδαλώδεις συμπεριφορές για να κρύψουν την αγιότητα τους.Αυτή είναι η μεγαλειώδης ταπείνωση πού δεν χωρεί αμφισβήτηση παρά μόνο διακριτικώς θαυμασμό και σεβασμό.

 Φυσικά το μόνο μήνυμα της αυριανής Κυριακής δεν είναι μόνον η ταπείνωση ως αυτοσκοπός, αλλά και το ορθόν μέσον,η ευάρεστη στον Θεό προσευχή. Αν οι αρχαίοι προσέφεραν στον Θεό , θυσίες και ολοκαυτώματα, η δική μας λατρεία ορίζει μοναδική και ευάρεστη θυσία "καρδιά συντετριμμένη και τεταπεινωμενη". Η ορθόδοξη λατρεία είναι θέατρον και δράμα, αλλά και "ανάμνησις" ταπεινώσεως. Η Φάτνη, ο Γολγοθάς, ο Τάφος, η Ανάσταση,οι ζωντανές αποδείξεις της Αφάτου Κενώσεως είναι έμπροσθεν μας και μας διδάσκουν, μας μυούν στο μυστήριο και το ήθος της ταπείνωσης, με Μυσταγωγό αυτόν τον ίδιο τον Αμνό του Θεού, τον πράο και ταπεινό τη καρδιά και εαυτόν ταπεινώσαντα και κενώσαντα εως θανάτου Σταυρού.

  Μπαίνουμε και πάλι στο ευλογημένο Τριώδιο , πού αρχίζει από τον Ναό των Ιεροσολύμων, με την προσευχή των δύο μεγάλων αμαρτωλών και καταλήγει στον εσφραγισμένο λίθο του Παναγίου Τάφου, το Μεγάλο Σάββατο. Το στοιχημα λοιπόν είναι η νέκρωση της αμαρτίας για να δούμε την Ανάσταση, νέκρωση τελωνική και όχι εντύπωση φαρισαϊκή.
Θέλει γενναιότητα ψυχής για να μπούμε στο Τριώδιο.Γενναιότητα να απορρίψουμε όλα αυτά που αγαπάμε και συνηθίζουμε. Να βγούμε από τον εαυτό μας. Να μονωθούμε στην έρημο, ζώντας παράλληλα την κοινωνία των ανθρώπων.Η Εκκλησία μέσα στο Τριώδιο όρισε την πυκνή λειτουργική ζωή και προσευχή. Αυτά μας προσδιορίζουν και δίνουν χρώμα και κατεύθυνση στον αγώνα μας. Ας πάρουμε την γενναία απόφαση...

Ιερομάρτυς Ιωάννης Κοτσούρωφ-Ο πρώτος μάρτυρας της νεότερης Ρωσίας(+31 Οκτωβρίου 1917)



Ό Ιερομάρτυς άγιος Ιωάννης γεννήθηκε το 1869.Ηταν γιος του ιερέως Α
λεξάνδρου Κοτσούροφ. Ό π. Αλέξανδρος -εφη­μέριος στο ναό των Θεοφανείων, στο χωριό Βιγκελτινοσούρκ-ήταν ταπεινός και είχε εμφυσήσει το φόβο του Θεού στα παιδιά του,ιδιαίτερα στον Ιωάννη, πού ήταν το πιο ευαίσθητο. Ό Ιω­άννης το 1891 αποφοίτησε από το Θεολογικό Σεμινάριο της πό­λεως Ριαζάν. Στή συνέχεια ενεγράφη στη Θεολογική Ακαδη­μία, στην Άγια Πετρούπολη. Αποφάσισε ν' αφιερώσει τη ζωή του στην ιεραποστολή. 
Το 1895 στάλθηκε στην Αλάσκα ως ιε­ραπόστολος. Μετά τη χειροτονία του, τον Αύγουστο του ϊδιουχρόνου, τοποθετήθηκε εφημέριος στο ναό αγίου Βλαδίμηρου στο Σικάγο, και στους Τρεις Ιεράρχας της πόλεως Στρήτορ. Οι να­οί ήσαν άδειοι. "Ομως, αυτό δεν έκαμψε το ζήλο του. Με πολλή προσευχή και πολύ αγώνα, μέσα σέ τρία χρόνια ασκητικής ζωής στο Σικάγο, ό άγιος Βλαδίμηρος απέκτησε ποίμνιο διακοσίων περίπου ψυχών και οι Τρεις Ιεράρχες ενενήντα.Ίδρυσε επίσης καί κατηχητικά σχολεία. Ό π. Ιωάννης βάπτισε ο ϊδιος τα παι­διά του, μη υπαρχόντων άλλων ιερέων
Τον Ιούλιο του 1907, γύρισε στην Άγια Πετρούπολη, μόλις πληροφορήθηκε το θάνατο του πεθερού του. Διορίστηκε στη Με­ταμόρφωση του Σωτήρος στην πόλη Νάρδα. Παράλληλα, δίδα­σκε στο γυμνάσιο. Το Νοέμβριο του 1916 έγινε εφημέριος στην αγία Αίκατερίνα στην πόλη Τσάρσκογιε Σελό, οπού βρίσκονταν τα θερινά ανάκτορα των τσάρων. "Εδωσε -όπως το έκανε παντού και πάντα- ολόκληρο τον εαυτό του στο έργο του, ως καλός ποιμήν.

'Υστερ'από τρεις μήνες, ξεκίνησε ή επανάσταση του 1917. Στήν πολίχνη, οπού υπηρετούσε, πήγαν στρατιώτες και περικύκλω­σαν τ' ανάκτορα. Γίνονταν επεισόδια συνεχώς. Ό π. Ιωάννης πάσχιζε να μεταδώσει σε όλους την ειρήνη του Θεού και να τους στηρίξει πνευματικά. Σύντομα ή εξουσία πέρασε στους μπολσε­βίκους. Στό Πέτρογκραντ, ομάδες του κόκκινου στρατού διατά­χθηκαν να φθάσουν στα θερινά ανάκτορα των τσάρων και ναχτυπήσουν τους κοζάκους πού τα υπερασπίζονταν. Το πρωί της 30ης Όκτωβρίου, άρχισε ή πολιορκία της πόλεως. "Εντρομοι οι κάτοικοι ζήτησαν καταφύγιο στους ναούς.
Ό π. Ιωάννης, στην Αγία Αικατερίνα, έκανε παράκληση να σταματήσει ό εμφύλιοςσπαραγμός. 'Ολοι μαζί οι κληρικοί αποφάσισαν να κάνουν πε­ριφορά των εικόνων. 
Εφημερίδα της Πετρουπόλεως, έγραψε; «Ή λιτάνευση γινόταν με τη συνοδεία πυροβολισμών. Παρά τον άμεσο κίνδυνο τη ς ζωής τους, χιλιάδες λάου συνόδευσαν τις εικό­νες και προσεύχονταν. "Ολοι έκλαιγαν, γι' αυτό οι ψαλμωδίες των ιερέων δεν ακούγονταν καθαρά! Ή περιφορά ολοκληρώθη­κε αργά το βράδυ. "Αναψαν κεριά και συνέχισαν τις ικεσίες στον Θεό. Μόλις σκοτείνιασε για καλά,οι κοζάκοι άρχισαν να φεύ­γουν. Περνώντας από τους ιερείς, τους έλεγαν: «Σταματήστε, πα­τέρες, τις δεήσεις καί φύγετε. Ή κατάσταση είναι έκρυθμη».
 Ό π. Ιωάννης, απάντησε εξ ονόματος όλων των κληρικών: «Δεν θά φύγουμε. Θα εκτελέσουμε το ποιμαντικό καθήκον μας, ως το τέ­λος. Κόκκινοι καί λευκοί, όλοι είναι παιδιά του Θεού». Οι κο­ζάκοι έφυγαν, για ν' αποφευχθούν σφαγές.

Μόλις ξημέρωσε, μπήκαν στην πόλη οι πρώτες συντεταγμένες ομάδες μπολσεβί­κων.Αμέσως άρχισαν οι συλλήψεις, οι εκτελέσεις, οι ανακρί­σεις. Από τους πρώτους, συνέλαβαν τους ιερείς, με την κατηγορία ότι ή λιτανεία έγινε για να νικήσουν οι κοζάκοι!.. 
Ό π. Ιω­άννης έλεγε και ξανάλεγε ότι δεν έχουν καμία σχέση με την πο­λιτική και ότι κληρικοί και πιστοί, προσεύχονται να σταματήσει ο εμφύλιος. Οι στρατιώτες, μη δίνοντας σημασία στα λόγια του, άρχισαν να τον χτυπούν στο πρόσωπο άγρια. Με φωνές και σαρ­κασμούς εσχισαν τα ράσα του. Άφού τον ταλαιπώρησαν αρκε­τά, τον πυροβόλισαν. Δεν είχε ξεψυχήσει ακόμη κι άρχισαν να τον βασανίζουν... Γρήγορα όμως ό Θεός πήρε κοντά Του τον ίερομάρτυρα, για να του δώσει τον άμαράντινο της δόξης στέφανο.

Οι πιστοί υψώνουν σταυρό στο μέρος όπου υπήρχε ο ναός της Αγίας Αικατερίνης και ο τάφος του Αγίου

Την ώρα πού ξεψυχούσε, οι εκτελεστές τράβηξαν από το στήθος του το σταυρό κι έφυγαν. Την άλλη μέρα οι πιστοί μετέφεραν το Σκήνωμα στο κοιμητήριο. Πολλοί, βλέποντας τον επιστήθιο σταυρό του να λείπει, θυμήθηκαν τα λόγια πού είχε πει δώδεκα χρόνια πριν -στην Αμερική- όταν του δώρησαν το σταυρό αυτό. Είχε πει τότε: «Ασπάζομαι τον σταυρό αυτό, ό όποιος θά είναι το στήριγμα μου στις δύσκολες στιγμές. Δεν θα πω μεγάλα λόγια, ότι θα τον έχω δηλαδή και στον τάφο μου. Δεν είναι ή θέση του σταυρού αύτού στον τάφο. Να μείνει σαν ιερό κειμήλιο, μαρτυ­ρία της αγάπης, της αδελφοσύνης και της φιλίας, των πιο ιερών αισθημάτων στη γη!..».

Στις 31 Μαρτίου 1918, στο ναό της Θε­ολογικής Άκαδημίας της Μόσχας, ό πατριάρχης Τυχών τελούσε τα μνημοσυνα των ιερομαρτυρων και μαρτύρων που είχαν χάσει τη ζωή τους, από τους άθεους ύλιστές. Ανέπεμψε δέηση «υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των δούλων του Θεοϋ, των υπέρ της ορθοδόξου ημών πίστεως μαρτυρησάντων». Αμέσως μετά το πρώτο όνομα του ίερομάρτυρος Μητροπολίτου Κιέβου Βλαδί­μηρου, μνημονεύθηκε ό πρώτος ιερεύς πού έδωσε τη ζωή του για τα πνευματικά του τέκνα. "Ήταν ό πρωθιερεύς Ιωάννης Κοτσούρωφ, ό μαρτυρικός θάνατος του οποίου άνοιξε μια νέα σε­λίδα δόξης των Ρώσων νεομαρτύρων του εικοστού αιώνος.
Ή ένταξη του ίερομάρτυρος Ιωάννου Κοτσούρωφ στο εορτο­λόγιο της ρωσικής Εκκλησίας, πραγματοποιήθηκε το χειμώνα του 1994-95.
Η μνήμη του τιμάται στις 31 Οκτωβρίου

Από το βιβλίο του Μ.Μελινού-''Άνθη Αγίας Ρωσίας

Ιερομάρτυς και Ομολογητής Νικόλαος (Κανταούρωφ +1938)


ΚΟΖΑΚΟΣ στην καταγωγή, ό ίερομάρτυς Νικόλαος γεννήθηκε στις 21 Ιανουάριου του 1880 στο κοζάκικο χωριό Μπαρσουκόφσκι, στο Κουμπάν του Βορείου Καυκάσου. Ό πατέρας του Ανδρέας Κανταούρωφ, όπως και όλοι σχεδόν οι Κοζάκοι  πρόγονοί του, ήταν αξιωματικός του στρατού. Από τούς προγόνους της μητέρας του Άννας πολλοί ήταν ιερείς.

Ό Ανδρέας Κανταούρωφ ανδραγάθησε σε πολλούς πολέμους, παρασημοφορήθηκε επανειλημμένα και κατέλαβε υψηλές θέσεις στη στρατιωτική ιεραρχία. Μετά την αποστράτευση του, διορίστηκε επιθεωρητής λαϊκής μορφώσεως Βορείου Καυκάσου. Το 1898 δολοφονήθηκε από τρομοκράτες -ήταν εποχή πού διάφορα επαναστατικά κινήματα και κοινωνικές συγκρούσεις συντάραζαν απ’ άκρη σ’ άκρη την απέραντη Ρωσία.

Λίγο μετά τη δολοφονία του πατέρα του, ό Νικόλαος αποφάσισε να διακονήσει τον Θεό και τον λαό Του ως ιερέας. Ή απόφαση του ήταν ενσυνείδητη. Ήθελε μέ τον τρόπο αυτό να εκδηλώσει έμπρακτα την αντίδραση του στο αθεϊστικό ρεύμα, το όποιο τά χρόνια εκείνα απλωνόταν ανεξέλεγκτα, υποσκάπτοντας όλες τις παραδοσιακές δομές της ορθόδοξης ρωσικής κοινωνίας.
- Πρέπει και κάποιος να γίνει ιερέας! είπε μέ νόημα μια
μέρα στη μητέρα του, σχολιάζοντας μέ θλίψη πώς και τά παιδιά ακόμα των ιερατικών οικογενειών δεν τολμούσαν να σκεφτούν καν την αναδοχή της ιεροσύνης.
Φοίτησε, λοιπόν, στο Εκκλησιαστικό Σεμινάριο της Σταυρουπόλεως. πού το τελείωσε το 1907. Σπουδαστής ακόμα νυμφεύθηκε την Ελένη, κόρη τού ιερέα Ιωάννη Καραγάτσεφ. Από τον γάμο του απέκτησε έξι παιδιά, τρία αγόρια και τρία κορίτσια.
Με την σύζυγό του,1907

Το 1908. σε ηλικία είκοσι οκτώ χρόνων, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και υπηρέτησε ως εφημέριος σε διάφορα κοζάκικα χωριά τού Βορείου Καυκάσου, κάτω από αντίξοες συνθήκες, αλλά πάντοτε μέ αξιοθαύμαστο ζήλο και φιλοπονία.

 Όταν, μετά την μπολσεβίκικη επανάσταση τού 1917, ξέσπασε ό εμφύλιος πόλεμος, ό π. Νικόλαος τήρησε ουδέτερη στάση απέναντι στις δύο αντιμαχόμενες πλευρές, τούς Λευκούς και τούς Κόκκινους, πού κυρίευαν μέ εναλλαγή την περιοχή. Στα κηρύγματά του έκανε λόγο για ειρήνη και συμφιλίωση, διακηρύσσοντας πώς ό φυλετικός εκείνος σπαραγμός αποτελούσε αυτοκτονία τού έθνους.

  Μετά την οριστική επικράτηση τών Κόκκινων, εγκαθιδρύθηκε το σοβιετικό καθεστώς και στον Βόρειο Καύκασο το 1920. Αμέσως άρχισε σκληρός διωγμός κατά της Εκκλησίας, πού εκδηλώθηκε πρώτα-πρώτα μέ τις αρπαγές εκκλησιαστικών ειδών από τούς ναούς και τις συλλήψεις κληρικών. Οι τοπικές αρχές τού Κουμπάν, ωστόσο, επειδή σέβονταν και εκτιμούσαν τον
π. Νικόλαο για την ακεραιότητα του, αρκετές φορές τον προειδοποίησαν μέ απεσταλμένους τους για την επικείμενη σύλληψή του και τον παρακίνησαν να δια- φύγει έγκαιρα.

-Νικόλαε Άντρέγεβιτς, του έλεγαν, συγκεντρώνονται στοιχεία για τη δικαιολόγηση της συλλήψεώς σας. Μη χάνετε καιρό! Θα σάς δώσουμε άλογα. Πάρτε τα και φύγετε!
Αλλά και οι ενορίτες, αναστατωμένοι, τον παρακαλούσαν να κρυφτεί, πηγαίνοντας σ’ άλλον τόπο για ένα χρονικό διάστημα.
Ό π. Νικόλαος δεν άκουσε κανέναν. Έμεινε κοντά στο ποίμνιό του και συνέχισε να κηρύσσει, όπως πρώτα, την πίστη, την αγάπη, την ειρήνη, τη μετάνοια. Δεν δίσταζε, μάλιστα, να στηλιτεύει  την αθεΐα, πού είχε διαβρώσει τά θεμέλια της ορθόδοξης Ρωσίας και οδηγούσε τον λαό της στον πνευματικό θάνατο. Πολλοί τού έλεγαν ότι μέ τά αντεπαναστατικά του κηρύγματα θα προκαλούσε τη σύλληψή του.
- Τά κηρύγματά μου δεν έχουν τίποτα το αντεπαναστατικό, απαντούσε. Μιλώ για το μέλλον της Ρωσίας μας, πού διαγράφεται ζοφερό.
  Τελικά, το 1930 τον συνέλαβαν και τον καταδίκασαν σε έγκλεισμά δύο ετών σε Σωφρονιστικό Στρατόπεδο Εργασίας. Τον έστειλαν στον ηλεκτροπαραγωγικό σταθμό Σατούρσκι, όπου εργάστηκε αρχικά ως φορτωτής τύρφης και αργότερα ως αποθηκάριος. Στο διάστημα αυτό ή πρεσβυτέρα του Ελένη πέθανε από την πείνα. Τά χρόνια εκείνα τού μεγάλου λιμού, αν ένα άλογο ψοφούσε στον δρόμο, μέσα σε λίγες ώρες δεν απέμενε απ’ αυτό τίποτα. Από τά χωριά τών Κοζάκων του Κουμπάν είχαν εξαφανιστεί και τά σκυλιά και οι γάτες.
 Μετά την έκτιση της ποινής του, ό π. Νικόλαος διορίστηκε εφημέριος στο χωριό Βισοτσέρτ της Λευκορωσίας. Στα 1933- 34 ό λιμός, έπειτα από μια πρόσκαιρη ύφεση, παρουσίασε νέα έξαρση. Ό π. Νικόλαος και τά παιδιά του απέφυγαν τον θάνατο από την πείνα χάρη στη βοήθεια της διευθύντριας του τοπικού ελαιοπαραγωγικού εργοστασίου, πού ήταν μια βαθιά πιστή γυναίκα. Κάθε μέρα τούς πρόσφερε ένα μπιτόνι γάλα, για να το πάρουν τά παιδιά του ιερέα πεζοπορούσαν επτά χιλιόμετρα.

 Το 1935 ό π. Νικόλαος διορίστηκε εφημέριος στον Ναό των Είσοδίων της Θεοτόκου του χωριού Ποντλέσναγια της επαρχίας Μόσχας. Πηγαίνοντας εκεί, βρήκε την ενορία διαλυμένη και τον ναό μισοερειπωμένο, γιατί οι τοπικές αρχές είχαν δρομολογήσει το κλείσιμό του. Εκείνος, όμως, σε σύντομο  διάστημα κατόρθωσε να έπιδιορθώσει τον ναό και να μαζέψει τούς ενορίτες. Ό ναός μέ το εντυπωσιακό καμπαναριό και τούς ανακαινισμένους τρούλους έγινε ένα κόσμημα, πραγματικός οίκος του Θεού. Στις κατανυκτικές ακολουθίες έρχονταν τώρα τόσοι άνθρωποι, πού δημιουργούνταν το αδιαχώρητο• πολλοί αναγκάζονταν να στέκονται στον δρόμο.
Με την μητέρα του
Μολονότι έπασχε και από την καρδιά του και από τά πόδια του, ό καλός ποιμένας περιόδευε σχεδόν κάθε μέρα στη μεγάλη ενορία του, βοηθώντας υλικά και πνευματικά όσους είχαν οποιαδήποτε ανάγκη. Για τούς περισσοτέρους ήταν το τελευταίο καταφύγιο και ή μοναδική τους ελπίδα. Συχνά, επιστρέφοντας στο σπίτι, έλεγε στη μητέρα του:
-    Μητέρα, δεν θα σου δώσω χρήματα για το σημερινό φαγητό μας. Όλα όσα είχα τά μοίρασα σε φτωχούς και άρρωστους.
Εκείνη ούτε θύμωνε ούτε βαρυγκωμούσε. Πιστή καθώς ήταν, γνώριζε ότι ό Κύριος ποτέ δεν αφήνει πεινασμένο εκείνον πού βοηθάει τον πλησίον.
Ή αδελφή του π. Νικολάου ήταν δασκάλα τραγουδιού. Διαπιστώνοντας πώς ό αδελφός της είχε υπέροχη φωνή και μουσικό αυτί, επανειλημμένα τον παρακινούσε να εγκαταλείψει την ιεροσύνη.

-  Οι καιροί είναι δύσκολοι, του έλεγε. Δεν βλέπεις τί γίνεται στη χώρα μας; Σκέψου τά παιδιά σου. Πρέπει να τά θρέψεις. ’Αν δουλέψεις στο θέατρο, μέ τη φωνή πού έχεις, θα αποκτήσεις και χρήματα πολλά και δόξα μεγάλη.
Ό ιερέας, ωστόσο, απέρριπτε σταθερά τις προτάσεις της, λέγοντας:
-   Τον σταυρό του Χριστού, πού τον πήρα εκούσια στούς ώμους μου, θα τον σηκώσω ως το τέλος, ότι κι αν συμβεί...

Το βράδυ της 25ης Ιανουαρίου του 1938 κάθονταν όλοι στο σπίτι, γύρω από την πέτσκα, και συζητούσαν ευχάριστα. Ένα κερί μόλις πού φώτιζε το δωμάτιο.
Ξαφνικά, ακούστηκε ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα, ή οποία αμέσως άνοιξε διάπλατα. Το κερί έσβησε. Κάποιο από τά παιδιά άναψε μια λάμπα πετρελαίου. Τότε όλοι είδαν στην είσοδο έναν βλοσυρό άνθρωπο με χλαίνα και περίστροφο στη ζώνη.
-  Ό Κανταούρωφ εδώ μένει; ρώτησε με τραχιά φωνή.


-  Παιδιά, όλα τελείωσαν! είπε ό π. Νικόλαος μ’ ένα σοβαρό ύφος, αλλά δίχως να χάσει την ειρήνη του.
Αποχαιρέτησε θερμά την οικογένεια του και, παραδομένος στο θέλημα του Θεού, ακολούθησε τον άνδρα της ΝιΚαΒεΝτε.

Τον έκλεισαν αρχικά στις φυλακές της Κολόμνα και έπειτα στις φυλακές της Μόσχας. Τον κατηγορούσαν για άσκηση άντισοβιετικής προπαγάνδας και για διάδοση αντεπαναστατικό. ιδεών. Ή ανάκριση δεν κράτησε παρά μια μόνο μέρα και το πόρισμα ήταν, βέβαια, ενοχοποιητικό. Στις 2 Φεβρουάριου τού 1938 ή τρόικα της ΝιΚαΒεΝτε τον καταδίκασε σε θάνατο με τουφεκισμό. Στις 17 Φεβρουάριου ό π. Νικόλαος εκτελέστηκε και ή ψυχή του ενώθηκε μέ τις ψυχές των ιερομαρτύρων που θυσιάστηκαν για την Αγάπη του Χριστού. Το σκήνωμά του τάφηκε σε άγνωστο τόπο.

Από το βιβλίο ''Άγιοι κατάδικοι.Ρώσοι ιερομάρτυρες και Ομολογητές του 20ου αιώνα''Ι.Μ.Παρακλήτου