Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

ΠΟΝΟΣ (ορθόδοξη θεολογική θεώρηση)

ΠΟΝΟΣ

(ορθόδοξη θεολογική θεώρηση)

Ο Κωστής Παλαμάς σ’ ένα ποίημά του με τίτλο «Πόνος» γράφει τα εξής:

«Μήπως όλα στον κόσμο τ’ αγαπώ
 γιατί μονάχα ο πόνος μού είναι μισητός;
 Κανείς δεν θέλω να πονεί,
 ζωή, νους, καρδιά, κορμί,
 ψυχή κάτου απ’ τους ουρανούς
»

Ο Νίτσε θεωρούσε ήρωα, όποιον αντιμετώπιζε τον πόνο χωρίς παρηγοριά.

Ο Νικόλας Μπερδιάγεφ έλεγε πως ο Θεός υπάρχει, επειδή ακριβώς υπάρχει το κακό και η οδύνη. Αν ο κόσμος ήταν καλός και ακέραιος, τότε ο Θεός δεν θα ήταν απαραίτητος, γιατί ο κόσμος θα ήταν Θεός.

Οι άνθρωποι δεν θέλουν να σκέφτονται τον πόνο και εδώ αναφερόμαστε είτε στον σωματικό, είτε στον ψυχικό πόνο. Παρόλα αυτά όμως ο πόνος είναι συμφυής με την ανθρώπινη φύση. Μπορούμε να τον αντιμετωπίσουμε αισιόδοξα, θεωρώντας τον ως κάτι παροδικό και περιστασιακό και να προσπαθήσουμε να τον προσπεράσουμε. Μπορεί όμως να τον δούμε από την απαισιόδοξη σκοπιά και να τον θεωρήσουμε ως αναγκαστική και αναπόφευκτη κατάσταση, χωρίς κανένα νόημα, απλώς ως γραφτό της μοίρας μας.

Η Εκκλησία μας αποδέχεται και σέβεται τον πόνο, είναι η μοναδική που έχει την αληθινή θεώρηση του ανθρώπινου πόνου και τον διαχωρίζει σε σαρκικό πόνο και ψυχικό πόνο. Ο σαρκικός πόνος είναι απόρροια της πτώσης μας. Ο Αδάμ δημιουργήθηκε στον Παράδεισο, έναν χώρο χωρίς πόνους και οδύνες. Γι αυτό και στην Εξόδιο Ακολουθία αναγιγνώσκεται: «ένθα ουκ έστι πόνος ου λύπη ου στεναγμός». Ο πνευματικός πόνος είναι αποτέλεσμα της πτώσεως, δηλαδή το αποτέλεσμα της αμαρτίας και ο αγώνας μας κατά της αμαρτίας προκαλεί επίσης πόνο.

Υπάρχει και ο ψυχικός πόνος που δημιουργείται από οδυνηρές καταστάσεις π.χ. απώλεια προσφιλούς προσώπου. Ο Χριστός παρόλο που είναι η ζωή, δάκρυσε μπροστά στον θάνατο του επιστήθιου φίλου Του Λαζάρου, δείχνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο τον σεβασμό Του στην οδύνη της ανθρώπινης φύσης, ταυτόχρονα όμως έδωσε και την ελπίδα ότι ο Θεός είναι Αυτός που λυτρώνει τον άνθρωπο, γι αυτό και ανέστησε τον Λάζαρο.

Ο Λόγος του Θεού στις περιγραφές του είναι και ακριβής είναι και αληθινός. Με πολλές θλίψεις εισέρχεται ο άνθρωπος στην Βασιλεία των Ουρανών. Η ελπίδα της Βασιλείας τον ενισχύει στις θλίψεις και στις δυσκολίες της ζωής. «…διά πολλών θλίψεων πρέπει να εισέλθωμεν εις την Βασιλείαν του Θεού»[1].

Ο Χριστός  ελεεινολόγησε και κακοτύχισε τους ευδαίμονες, αυτούς που γελούν και διασκεδάζουν, αυτούς που επαινούν οι άνθρωποι και μακάρισε τους πενθούντες και τους ονειδισμένους[2]. Ο Χριστός αποκάλυψε: «ελάτε σ’ εμένα όλοι όσοι κοπιάζετε κι είστε φορτωμένοι, κι εγώ θα σας ξεκουράσω»[3]. Ο Χριστός είχε πει στους μαθητές Του: «ο κόσμος θα σας κάνει να υποφέρετε, αλλά εσείς να έχετε το θάρρος, γιατί εγώ τον έχω νικήσει τον κόσμο»[4].

Ο Απόστολος Παύλος ομολογεί: «…Τι διωγμούς υπέφερα! Και απ’ όλα με γλίτωσε ο Κύριος»[5].
Η Εκκλησία θεωρεί τον πόνο ως μία ευνοϊκή περίσταση, για σωφρονισμό, παίδευση και πνευματική τελείωση του ανθρώπου. «Από την αρχή ο Θεός συνένωσε τον πόνο με τον άνθρωπο, όχι για να τον τιμωρήσει, ούτε για να τον κολάσει, αλλά για να τον σωφρονίσει και να τον διαπαιδαγωγήσει. Όταν ο Αδάμ ζούσε χωρίς πόνο έπεσε από τον Παράδεισο. Αντίθετα όταν ο Απ. Παύλος πονούσε και μοχθούσε έλεγε: “με κόπο και πόνο εργαζόμουν νύχτα – μέρα”. Με αυτόν όμως τον τρόπο ανέβηκε στον τρίτο ουρανό και πήγε στον Παράδεισο. Ας μη θυμώνουμε με τον πόνο, ούτε να αποστρεφόμαστε τον κόπο». (άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος)[6].

Με άλλη εικόνα ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει ότι ο γεωργός χαίρεται και αγάλλεται, όταν υπάρχει βαρύς χειμώνας, γιατί δεν βλέπει μόνο το κρύο και τις βροντές και την κακοκαιρία, αλλά αναλογίζεται τα στάχυα, τον θερισμό και όχι τα σπέρματα που σαπίζουν μέσα στο χειμώνα. «Έτσι και εμείς να μην βλέπουμε την παρούσα θλίψη και τον πόνο, αλλά την ωφέλεια που προέρχεται απ’ αυτήν και τους καρπούς που θα αποδώσει, καθώς και να αναμένουμε και άλλα ωφέλιμα». Στον ίδιο μεγάλο διδάσκαλο και πατέρα οφείλουμε την ενθαρρυντική διαπίστωση «δριμύς ο χειμών, αλλά γλυκύς ο παράδεισος»[7].

Κατά τον Νικόλαο Καβάσιλα, «ο Θεός επενόησε την λύπη εξ αρχής, αλλά μετά την πτώση, ως θεραπεία της αμαρτίας. Αν δεν πονούσε ο Αδάμ, το κακό θα έμενε διά παντός. Ο Χριστός πληγώθηκε και πόνεσε και κατ’ αυτόν τον τρόπο, έδιωξε την αμαρτία».

Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, «πονάμε διότι εισήλθε στη φύση μας (ο πόνος), εξαιτίας της ευχαρίστησης (ηδονή). Εμείς όμως με γενναιότητα ας σηκώσουμε τους πόνους … γιατί μ’ αυτό τον τρόπο κι εμείς θα ελευθερωθούμε από την κόλαση»[8].

Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, «όποιος δεν ασκείται εκούσια στην αποδοχή της οδύνης, κάμπτεται εύκολα στις ακούσιες επιθέσεις της». Δηλαδή, πρώτα πρέπει να εκπαιδεύσουμε την ψυχή μας εκούσια να καταφρονεί (περιφρονεί) την ηδονή και την δόξα και κατ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε ευκολότερα να αντέξουμε και τις ακούσιες συμφορές.

Ο άγιος Διάδοχος Φωτικής κάνει μια παρομοίωση. «Αν δεν δουλευθεί και ζεσταθεί το κερί, δεν σφραγίζεται, ούτε αποτυπώνεται κάτι πάνω του».

Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, «η πονεμένη ψυχή είναι κοντά στον Θεό και θέλει να στραφεί προς Αυτόν που μπορεί να της δώσει πλούσιες δωρεές»[9]. Έτσι αιτιολογείται ότι απαλλαγή πόνου κανένας άγιος δεν εζήτησε από τον Θεό. Μόνο να του χαρίσει υπομονή να τον αντέξει.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μεταφέρει λόγια του Αποστόλου Παύλου: «η θλίψις παράγει υπομονή. Τι λοιπόν υπάρχει ανεκτότερο από άνθρωπο με πάρα πολύ ισχυρή υπομονή και όλα μπορεί να τα υποφέρει με ευκολία; Τι θα μπορούσε να υπάρξει ισχυρότερο από άνθρωπο δοκιμασμένο; Τι μπορεί να εξισωθεί με την απόλαυση που πηγάζει απ’ αυτήν; Διότι τρεις ηδονές γεννιούνται απ’ εδώ, η υπομονή, ο δοκιμασμένος χαρακτήρας και η ελπίδα για τα μελλοντικά αγαθά. Στις θλίψεις με παρηγόρησε. Με άκουσε ο Θεός. Και λέει με ποιόν τρόπο τον άκουσε. Όχι, με το να του δώσει πράγματα, καθόσον τίποτε παρόμοιο δεν ζητούσε. Όχι, με το να τον βοηθήσει να υπερισχύσει των εχθρών του, διότι ούτε αυτό ζητούσε, αλλά με το να του προσφέρει ανακούφιση μόνο στη θλίψη του»[10].

Ο άγιος ο Χρυσόστομος επαινεί τον Ιώβ όχι για τον πρότερό του βίο, που ήταν ελεήμων. οικτίρμων, που ήταν φιλόξενος, που ήταν της προσευχής άνθρωπος, όχι. Επαινεί την υπομονή που έκανε στη μεγάλη δοκιμασία που του παρεχώρησε ο Θεός, στον πειρασμό, στην ασθένειά του. Εκεί επαινεί τον Ιώβ. Αλλά «την υπομονήν Ιώβ ηκούσατε»[11]. Εξ ου και η ρήση «ιώβειος υπομονή».

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διηγούμενος την ιστορία του Ιωσήφ του Παγκάλου, αναφέρει: «…έπειτα ήρθε η φυλακή και η επί τόσον χρόνον εκεί ταλαιπωρία, αλλ’ όμως διετηρήθη καθαρός ως άδαμας όχι μόνον χωρίς να γίνει ασθενέσθερος, αλλά και προσλαμβάνων μεγαλυτέραν δύναμιν. Διότι είχε την ουράνιον χάριν που τον ενίσχυε[12] Ακούοντες αυτά ας μην διστάζουμε εμπρός στις θλίψεις, ούτε να δυσανασχετουμε στηριζόμενοι στους συλλογισμούς μας, αλλ’ επιδεικνύοντας μεγάλη υπομονή να τρεφόμεθα με την ελπίδα, γνωρίζοντας την εφευρετηκότητα του Κυρίου μας, ότι δεν θα μας εγκαταλείψει, επειδή μας περιφρονεί, δια να δοκιμάσουμε τις θλίψεις, αλλά επειδή θέλει να αγωνισθούμε και να φορέσουμε τον λαμπρόν στέφανον»[13]. Και συνεχίζει: «… ας μην αγανακτούμε λοιπόν για τις θλίψεις, αλλά ας ακούσουμε τον Παύλο ο οποίος λέει ότι αυτοί που θέλουν να ζήσουν ευσεβώς εν Χριστώ Ιησού, θα διωχθούν (Β΄ Τιμ. 3, 42). Και ας μην παραξενευόμαστε, ούτε να δυσανασχετούμε, αλλά με μεγάλη ανδρεία και υπομονή να υποφέρουμε όσα έρχονται»1.

Η οικειότητα οδήγησε προφανώς τον Ιάκωβο με τον αδελφό του Ιωάννη να ζητήσουν μέσω της μητέρας τους από τον Κύριο, πρωτοκαθεδρία στην εγκόσμια βασιλεία Του, παρανοώντας την αποστολή του Μεσσία. Οι δύο Μαθητές ζήτησαν από τον Χριστό, δόξα με ανθρώπινα κριτήρια, έχοντας κατά νου ότι ἡ Βασιλεία Του είναι αισθητή. Ὁ Χριστός όμως, διορθώνοντας την εσφαλμένη δοξασία τους, υποδεικνύει την πραγματική και αιώνια δόξα, η οποία διέρχεται μέσα από τον «ποτήριον», που είναι τα Πάθη και ο Σταυρός. Γι αυτό τους λέγει: «Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. Δύνασθε πιεὶν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι;». Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι καί τό ὄνομα Κυρίου ἐπικαλέσομαι[14].

Κατά τον άγιο Κλήμη Α΄ Ρώμης, «εάν ο Θεός επιβράβευε άμεσα τους δικαίους, τότε θα γινόμασταν έμποροι και όχι ευσεβείς. Θα θεωρούσαμε δικαιοσύνη, όχι την αγάπη του Θεού, αλλά την επιδίωξη του κέρδους».

Κατά τον Μέγα Αντώνιο, «όποιος δεν γεύθηκε πειρασμούς, δεν μπορεί να εισέλθει στην Βασιλεία των Ουρανών. Διώξε τους πειρασμούς ανάμεσα από τους ανθρώπους και κανείς δεν θα σωθεί»[15].

Κατά τον Ισαάκ τον Σύρο, «όπως εφάπτονται τα βλέφαρα μεταξύ τους διαρκώς, τόσο κοντά είναι οι πειρασμοί στον άνθρωπο. Αυτά τα φρόντισε έτσι ο Θεός με πολύ σοφία για την δική σου ωφέλεια, για να Του χτυπάς την πόρτα με επιμονή … και να Τον πλησιάσεις με την προσευχή».

Κατά τον άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο, ο πόνος και ο θάνατος θεωρούνται ευεργεσία. «Αν και εξέβαλε ο Θεός τον άνθρωπο από τον Παράδεισο και τον καταδίκασε να πονά, πρέπει περισσότερο να Τον προσκυνούμε και να Τον θαυμάζουμε. Επειδή η άνεση του Παραδείσου οδήγησε τον άνθρωπο στη ραθυμία, περιορίζει την ευχαρίστηση και με λύπη περιορίζει την ραθυμία».

Και ας μην ξεχνάμε, ο πόνος ατελεύτητος στη ζωή του Χριστού, της Θεοτόκου, των Αποστόλων, των αγίων, των μαρτύρων. «Όχι μόνο δεν στενοχωριόμαστε με τον πόνο και τις θλίψεις, αλλά χαιρόμαστε και υπομένουμε καρτερικά καυχόμαστε ακόμη και καμαρώνουμε»[16], λέγει ο Απόστολος Παύλος. Ήδη η Παναγία Μητέρα του κεντήθηκε στην καρδιά της από την προφητεία του πρεσβύτη Συμεών κατά την ημέρα της Υπαπαντής: «και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία»[17].

Ο Απόστολος Παύλος απευχήθηκε: «ας μη γίνει ποτέ να καυχηθώ εγώ δια τίποτε άλλο, παρά μόνον δια τον σταυρικό θάνατον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δια του οποίου έχει πλέον σταυρωθεί και νεκρωθεί ως προς εμέ ο κόσμος, όπως και εγώ, χάρις στον σταυρόν του Κυρίου, έχω σταυρωθεί και νεκρωθεί δια τον κόσμο»[18].

«Ον αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγγοί δε πάντα υιόν ον παραδέχεται»[19]. Ο Θεός τους ανθρώπους που είναι κοντά Του και εκείνους που έχουν καλή διάθεση, αν σφάλουν λίγο, τους δίνει ένα ράπισμα και εξοφλούν, ή αν τους δώσει περισσότερα ραπίσματα, αποταμιεύουν. Σ’ εκείνους πάλι που είναι μακριά Του δίνει χρόνια, για να μετανοήσουν. Γι’ αυτό βλέπουμε κοσμικούς ανθρώπους να κάνουν σοβαρές αμαρτίες και παρ’ όλα αυτά να έχουν άφθονα υλικά αγαθά και να ζουν πολλά χρόνια, χωρίς να περνούν δοκιμασίες. Αυτό γίνεται κατ’ οικονομίαν Θεού, για να μετανοήσουν. Αν δεν μετανοήσουν, θα είναι αναπολόγητοι στην άλλη ζωή.

Τους γιατρούς τιμά και επαινεί η Εκκλησία μας ως λειτουργούς του Θεού[20]. Ο απόστολος Λουκάς, ως γνωστόν, ήταν γιατρός, δεν μπόρεσε όμως να ιατρεύσει τον απόστολο Παύλο από τον «σκόλοπα τη σαρκί»[21], την ασθένεια που τον βασάνιζε. Επί δώδεκα έτη η αιμορροούσα γυναίκα του Ευαγγελίου «ιατροίς προσαναλώσασα όλον τον βίον ουκ ίσχυσεν υπ' ουδενός θεραπευθήναι»[22]. Πλήθος ιατρών αγίων, αναργύρων μάλιστα και αφιλαργύρων, αριθμεί στο αγιολόγιό της η Εκκλησία και πλήθος επίσης νοσοκομείων ίδρυσε κατά την λαμπρή περίοδο του Βυζαντίου, για να απαλύνει τον ανθρώπινο πόνο, παρέχοντας άριστο παράδειγμα γνήσιας και αφιλοκερδούς νοσοκομειακής περίθαλψης. Ο πρωτεργάτης μάλιστα αυτής της κινήσεως στο γνωστό συγκρότημα της Βασιλειάδος, ο Μ. Βασίλειος, ήταν ο ίδιος γιατρός, γι' αυτό και έθεσε άριστες οργανωτικές βάσεις, ως ιατρός, και πνευματικά θεμέλια και κίνητρα, ως ιεράρχης και άγιος. Πολλές φορές έχουν παρουσιασθεί σε επιστημονικά συνέδρια οι ιατρικές γνώσεις του Μ. Βασιλείου. Πρέπει, λέγει, να μη καταλήγει η Ιατρική σε υπερβολική φροντίδα για την καλοπέραση και την επιμέλεια του σώματος, και προ παντός να χρησιμοποιείται έτσι, ώστε να μην εξαρτά κανείς καθ' ολοκληρίαν την υγεία ή την ασθένεια από τους ιατρούς, αλλά να αφήνει ανοικτή την ελπίδα στην θεραπευτική επέμβαση του Θεού. Ούτε λοιπόν να αποφεύγουμε τους ιατρούς, αλλά ούτε και να στηρίζουμε σ' αυτούς όλες τις ελπίδες[23].

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σχολιάζει την Β΄ προς Κορινθίους «θέτοντας» λόγια στο στόμα του Θεού προς τον Απόστολο Παύλο: «σου αρκεί ότι νεκρούς ανασταίνεις, ότι τυφλούς θεραπεύεις, ότι λεπρούς καθαρίζεις και όλα τα άλλα θαύματα που κάνεις». Κατά κάποιον τρόπο μεταφέρει μέρος της επιστολής του αποστόλου ως απάντηση στον Θεό: «με πολύ ευχαρίστηση θα καυχηθώ για τις ασθένειές μου, για να με ενισχύσει η δύναμις του Χριστού».
Κατά τον Ισαάκ τον Σύρο, «τας γαρ αρρωστίας διά την υγείαν της ψυχής επάγει ο Θεός»[24]. Με ατή την προοπτική, το να υποφέρει κανείς με χαρά και εκουσιότητα, σημαίνει ότι ελευθερώνεται από τα δεσμά του. Η αρρώστια στην περίπτωση ατή γίνεται μέσο θεραπείας τις ψυχής.

Συνοψίζοντας των όσων ελέχθησαν, ας κατανοήσουμε τα σοφά λόγια του Αγίου Πατέρα μας Ιωάννου του Χρυσοστόμου: «τίποτε άλλο δεν είναι τόσο επιθυμητό από τον Θεό, όσο το να είμαστε ευγνώμονες και όχι μόνο κατά τον καιρό της ευημερίας, αλλά και όταν τα πράγματα είναι αντίθετα. Αυτό προ πάντων είναι θυσία, αυτό είναι η μέγιστη προσφορά. Έτσι αναγνωριζόταν από τον Θεό ο Ιώβ, έτσι ο Παύλος, έτσι ο Ιακώβ, έτσι ο καθένας από τους δικαίους, δείχνοντας την ευγνωμοσύνη του και την ευχαριστία του προς τον Θεό, ειδικά στις δύσκολες περιστάσεις. Αυτό λοιπόν ας κάνουμε κι εμείς και πάντοτε ας ευχαριστούμε Αυτόν, ώστε να επιτύχουμε και τα αιώνια αγαθά, τα οποία εύχομαι όλοι μας να επιτύχουμε, με τη χάρη και την φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν[25].

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου