Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

Λόγια αθωνιτων πατερων Β’



ΑΒΒΑΚΟΥΜ Ο ΑΝΥΠΟΔΗΤΟΣ 1894-1978
ΣΑΒΒΑΣ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ 1821-1908
ΠΑΠΑ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΚΑΓΚΑΣΤΑΘΗΣ 1902 – 1975
ΠΕΡΙ ΠΟΝΗΡΟΥ ΕΧΘΡΟΥ (ΠΑΠΑ ΔΗΜΗΤΡΗΣ )
ΔΙΑΦΟΡΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟ
Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ
Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ
Ο ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ (1901- 1959)
Ο ΓΕΡΩΝ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ (1886 – 1983)
ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΦΙΛΟΘΕΙΤΗΣ
ΓΕΡΩΝ ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΣΤΑΥΡΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ (1906-1982)
Έλεγε ο παπα-Τύχων. Για να βρεις καλό πνευματικό πρέπει να κανείς τρεις μέρες προσευχή και κατόπιν τι ο Θεός θα φωτίσει. Και στο δρόμο που θα πηγαίνεις να κανείς προσευχή να τον φωτίσει ο Θεός να σου πει λόγους καλούς.
Έλεγε ακόμη. Πάντοτε να κάνεις ευχή πριν αρχίσεις κάθε εργασία. Να λες « Θεέ μου, δώσε μου δύναμη και φώτιση» και κατόπιν να αρχίσεις την δουλεία σου. Και στο τέλος «δόξα τον Θεό».
Έλεγε πάλι. Η κόλαση έχει γεμίσει από ανθρώπους παρθένους – υπερήφανους. Ταπεινό άνθρωπο θέλει ο Θεός.
Είπε γέρων. Κάποτε πήγε ένας μοναχός σ` ένα κελί που ήταν καθαρό, περιποιημένο, αρχοντικό επίσημο.
Είπε.
Όπως είναι η καρδιά του Γέροντα έτσι είναι και το κελί του. Πήγε σ` ένα άλλο που ήταν ακατάστατο,
Αραχνιασμένο κι άνω – κάτω.
Είπε.
Ο Γέροντας είναι καλός, ασχολείται συνέχεια με τα πνευματικά, και δεν έχει καθόλου καιρό για τα υλικά.
Ήταν αγαθός ο μοναχός αυτός και τα έβλεπε όλα όμορφα. Ότι είσαι αυτό βλέπεις, ότι ζητάς αυτό βρίσκεις.
Είπε γέρων….Θα ψάλουμε όλοι «Τη Υπερμάχω», θα κάνουμε την μεγάλη αγρυπνία, θα κοινωνήσουμε κι
Ας πεθάνουμε μετά .
Είπε γέρων. Ο Θεός ψάχνει εναγώνια να βρει μια στιγμούλα μεταμέλειας μέσα στους αιώνες για να μας πάρει. Ο κακά απομονωμένος άνθρωπος είναι ο πιο δυστυχής, το δείχνουν τα μάτια του το πρόσωπο του, οι αντιρρήσεις του, τα πάντα του. Χύνει αίμα συνεχώς. Αντίθετα ο καλά ευρισκόμενος εν μονώσει βρίσκεται στην τελειότητα.
Είπε άλλος γέρων. Είμαι σαν το κερί. Λιώνω εύκολα. Παγώνω εύκολα. Μην παίρνεις για φαΐ τα ξεροκόμματα των άλλων, δηλαδή τις αφέλειές τους. Να ταπεινώνεσαι μ` ότι σου δίνει ο Θεός.
ΑΒΒΑΚΟΥΜ Ο ΑΝΥΠΟΔΗΤΟΣ 1894-1978
Ο πατέρας Αββακούμ ήταν καλός εργάτης της προσευχής και της εγκράτειας.
Στο ασκηταριό του στην Βίγλα είχε σύντροφο του την εγκράτεια.
Λίγο βρασμένο ρυζάκι, και πολλάκις ανάλαδο, ήταν από τα πιο συνηθισμένα γεύματα.
Γέροντα, θέλει πλύσιμο του είπε κάποτε ένας αδελφός της Λαύρας, όταν τον είδε να ρίχνει
το ρύζι στην κατσαρόλα, χωρίς να το πλύνει προηγουμένως.
Όλα άγια με την προσευχή, ήταν η απάντηση του π. Αββακούμ ο οποίος εφάρμοσε και σε αυτό
το σημείο τον λόγο της Γραφής.
«Παν κτίσμα Θεού καλόν και ουδέν απόβλητον μετά ευχαριστίας λαμβανόμενων, αγιάζεται γαρ δια λόγου Θεού και εντεύξεως».
Το κελλάκι του ήταν πτωχό και απέριττο, αλλά αυτός το ονόμαζε παλάτι.
Η σύντροφος κακοπάθεια του βίου του τον είχε κάνει να αρκείται στα ελάχιστα, και το πνεύμα
της ευγνωμοσύνης τον δίδασκε να τα θεωρεί και αυτά πολλά και τον εαυτό του ανάξιο για τόσες ευλογίες.
Παντού κυκλοφορούσε ανυπόδητος, παρεκτός των περιπτώσεων που εισερχόταν στην
εκκλησία ή πήγαινε στο Συνοδικό, όπου γινόντουσαν οι συνάξεις των Γερόντων.
Η πίστη του ήταν μεγάλη.
Τα πάντα εγκατέλειπε στην πρόνοια του Θεού, της κυρίας Θεοτόκου και του Αγίου Φανουρίου.
Φάρμακα δεν χρησιμοποίησε ποτέ του.
Όταν τελευταία πάτησε ένα καρφί και πρήσθηκε το πόδι του, και στην συνεχεία μαύρισε με συνεχή άνοδο του πρηξίματος στο γόνατο του αρνήθηκε να χρησιμοποίηση φάρμακα που του έδωσαν.
Έχουμε την παναγία έλεγε, αυτή μας υποσχέθηκε ότι είναι θα είναι η γιατρός μας.
Και πράγματι!
Ενώ το πρήξιμο είχε περάσει το γόνατο του, μετα από λίγο άρχισε να υποχωρεί για να εξαφανισθεί
τελείως μετα από λίγες μέρες.
Ο γνωστός καθηγητής κ. Κ. Καβαρνός αναφέρει για τον γέροντα.
Ο Π. Αββακούμ είχε τέλεια εμπιστοσύνη στο Θεό.
Είχε τελείως παραδοθεί στην θεία Πρόνοια.
Οτιδήποτε επιχειρείς να κανείς μου είπε, πάντοτε να επικαλείσαι τον Θεό και λέγε.
Ας γίνει, αν είναι καλόν.
Πάτερ Αββακούμ ποια είναι η θέση σου απέναντι στην φιλοσοφία;
Αληθινοί φιλοσοφία παιδί μου, απάντησε βρίσκεται στα Ευαγγέλια στις επιστολές, του αποστόλου Παύλου και αλλαχού της Γραφής ως επίσης στα έργα των πατέρων και τους βίους των αγίων.
Αν και ήταν αγράμματος ο π. Αββακούμ, είχε εκπληκτική γνώση των Γραφών.
Μπορούσε να απαγγέλλει από την μνήμη του ταχέως και ακριβώς σελίδα σελίδα την Παλαιά και Καινή Διαθήκη.
Πως απέκτησες αυτή την ικανότητα ρώτησα τον π. Αββακούμ;
Είναι αποτέλεσμα καθημερινής σπουδής και αγνότητας, και πάνω από όλα Δώρο του άγιου Πνεύματος, απάντησε.
Πάτερ Αββακούμ πες μου είναι δυνατό για ένα που ζει στο κόσμο να πετύχει την αγιότητα;
Είναι πολύ δύσκολο απάντησε , αλλά όχι αδύνατον.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει ότι δεν είναι ο τόπος, αλλά ο τρόπος που κάνει αγίους.
Ο άγιος προέτρεπε τους ανθρώπους οι οποίοι ζουν στο κόσμο να πηγαίνουν στους πατέρες που ζουν
στην έρημο και να εξομολογούνται σε αυτούς.
Ένα απόγευμα πάλι ενώ προσευχόταν στο κελλάκι του την Μονής, τον ειδοποίησαν ότι κάποιος
επίσκοπος του πατριαρχείου θέλει να το δει στο Συνοδικό.
Αμέσως ετοιμάστηκε και με απλότητα παιδιού παρουσιάστηκε ενώπιον του υψηλού ξένου
και των Γερόντων είπε
Ευλογείτε πατέρες ποιος με ζήτησε;
Εγώ π. Αββακούμ, είπε ο επίσκοπος. Θα ήθελα πολύ να μου εξηγήσεις τον μακαρισμό
«μακάριοι οι πτωχοί το πνευματοι, ότι αυτών εστί η βασιλεία των ουρανών».
Σεβασμιότατε, υπάρχουν πολλές εξηγήσεις εγώ τώρα μια κρατώ του Μεγάλου Βασιλείου, όπου λέει, ότι τέτοιοι είναι ωσάν τον Απόστολο Παύλο ο οποίος έλεγε
« ως περικαθάρματα του κόσμου εγενήθημεν, πάντων περίψημα έως άρτι».
Γιατί ταπεινώνεται και ο αμαρτωλός, αλλά καπτόμενος υπό της αμαρτίας.
Βρε, και εμείς το λέμε ανάποδα, αναφώνησε ο επίσκοπος και τον αγκάλισε.
ΣΑΒΒΑΣ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ 1821-1908
Μια σπουδαία Αγιορείτικη Μορφή είναι και ο παπα – Σάββας ο πνευματικός.
Μέγας ασκητής, ισάγγελος λειτουργός, ασύγκριτος εξομολόγος και καθοδηγητής ψυχών.
Αναρίθμητες ψυχές ταλαιπωρημένες σε χρόνους δύσκολους και ταραγμένους βρήκαν κοντά του
το λιμάνι της σωτηρίας, τους δρόμους της ζωής το ύδωρ της αναπαύσεως.
Στους τόσους που εξομολογούσε ο παπα – Σάββας ήταν και ένας ρουμάνος διάκονος.
Νεαρός ακόμη ήρθε στον Αθω και ησύχαζε κάπου στην έρημο, όχι πολύ μακριά από την Μικρά Αγία Άννα.
Πνευματικέ μου, του λέει μια μέρα ο διάκονος αυτός περίλυπα, σε παρακαλώ μην ξεχάσεις να μνημονεύσεις
Αύριο στην λειτουργία την μητέρα μου που έχει τα τρίτα της.
Τα λόγια αυτά χτύπησαν στην ακοή του παπα – Σάββα σαν λόγια που πρόδιδαν θριάμβους του διαβόλου.
Ο Γέροντας ταράχτηκε. Εδώ σκέφτηκε κάποιο άσχημο φαγητό μαγείρεψε ο εχθρός.
Ο πανούργος! Με πόση τέχνη πλανεύει και σκοτίζει τα πλάσματα του Θεού.
Χωρίς να δείξει εξωτερικά την αγωνιά του, επιδόθηκε στην ανίχνευση του κακού.
Για πες μου παιδί μου καθαρότερα την υπόθεση.
Η μητέρα σου έχει αύριο τα τρίτα της.
Δηλαδή πέθανε προχτές. Πέθανε στην Ρουμανία.
Πώς εσύ σε δυο μέρες πληροφορήθηκες το θάνατο της;
Μεσολάβησε λίγη σιγή.
Πως; Πως το έμαθα; Άρχισε να λέει δειλά ο διάκονος. Να μου το είπε…..
Ποιος σου το είπε;
Μου το είπε ο φύλακας άγγελός μου.
Ο φύλακας άγγελος σου;
Έχεις δει τον άγγελό σου;
Αξιώθηκα να τον δω. Δεν είναι μια και δύο φορές.
Είναι τώρα δυο χρόνια.
Μου παρουσιάστηκε με συντροφεύει στην προσευχή.
Λέμε μαζί τους χαιρετισμούς κάνουμε μετάνοιες ανοίγουμε πνευματικές συζητήσεις……
Εκείνο τα «δύο χρόνια» πίκρανε πολύ τον παπα – Σάββα.
Δυο χρόνια πλάνης δεν είναι κάτι το ασήμαντο.
Να αφήνεις τον εχθρό να χτίζει μέσα σου ανενόχλητα επί δυο χρόνια το οικοδόμημα της καταστροφή σου,
είναι θλιβερό.
Και γιατι παιδί μου, τόσο καιρό, δεν μου ανέφερες τίποτα;
Μου είπε ο άγγελος πως δεν είναι απαραίτητο.
Ο παπα – Σάββας καταλάβαινε πως έχει να δώσει μεγάλη μάχη.
Να πείσει πρώτα τον δυστυχή διάκονο ότι δεν πρόκειται για άγγελο.
Να ετοιμασθεί έπειτα να αντιμετωπίσει την οργή του δαίμονα. «κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον
και σώσον ημάς», προσευχήθηκε με θέρμη
Παιδί μου είσαι βέβαιος πως είναι άγγελος του Θεού αυτός που εμφανίζεται;
βέβαιος! Βεβαιότητα Γεροντά μου!
Μα προσευχόμαστε μαζί, κάνουμε καθημερινώς χίλιες μετάνοιες.
Συζητούμε για την μέλλουσα ζωή, για τον παράδεισο.
Ο φύλακας άγγελος μου είναι.
Ο διάκονος φαινόταν αμετάπειστος.
Εκείνο όμως που του έκανε εφεκτικό ήταν η εμπιστοσύνη του, στον θεοφώτιστο Πνευματικό του.
Αλλά πάλι έλεγε πως μπορεί ο δαίμονας να με ενισχύσει στην προσευχή;
Αυτός πολεμάει τους προσευχόμενους.
Μετά από πολλά συμφώνησαν να καταφύγουν σε μερικές δοκιμασίες.
Να δοκιμάσουν τον «φύλακα άγγελο».
Ζήτησε του, του είπε ο παπα-Σάββας, μόλις ξανάρθει να πει το «Θεοτόκε Παρθένε».
Ακόμη πες του να κάνει το σημείο του Σταυρού.
Τα πράγματα όμως δεν ήταν τόσο απλά.
Όταν δυο ολόκληρα χρόνια σε έχει ο πονηρός τυλιγμένο στην πλάνη, τότε και τα μάτια σου και τα αυτιά σου
τα πλανεύει και φαντάζεσαι πως ακούς το «Θεοτόκε Παρθένε» και πως τον βλέπεις να σταυροκοπιέται.
Στην επόμενη επίσκεψη ο διάκονος με κάποια κρυφή εσωτερική ικανοποίηση είπε στον Πνευματικό.
Γεροντά μου τα πράγματα έχουν όπως σου το έλεγα.
Είναι άγγελος Θεού. Είναι ο φύλακας άγγελός μου.
Και το «Θεοτόκε Παρθένε» το είπε και τον Σταυρό του τον έκανε.
Ο παπα-Σάββας το είχε αντιληφθεί.
Δύο ετών δουλεία από τον πολυμήχανο εχθρό δεν μπορούσε να αχρηστευθεί εύκολα.
Αν όμως αυτός ξέρει πολλές μηχανές, στους θεοφόρους λάμπει το φως της πανσοφίας του
Θεού, που εξουδετερώνει τα τεχνάσματα του σκότους.
Κάποια φωτεινή ιδέα άστραψε τότε στον φωτόμορφο νου του Πνευματικού.
Και στρέφεται αμέσως προς τον διάκονο.
Άκουσε παιδί μου πρόσεξε σε μια τελευταία δοκιμασία.
Μ` αυτήν θα ξεκαθαρίσουν τα πράγματα.
Στους αγγέλους του θεού υπάρχει η δυνατότητα όλα να είναι γνωστά, γιατί τους τα αποκαλύπτει ο Θεός.
Στους δαίμονες αντιθέτως δεν υπάρχει παρόμοια δυνατότητα και πολλά πράγματα τους είναι σκοτεινά.
Συμφωνείς;
Συμφωνώ.
Αφού συμφωνείς, πρόσεξε τι θα κάνουμε.
Εγώ την στιγμή αυτή, ακριβώς την στιγμή αυτή κάτι θα σκεφτώ – σκέφτηκε κάτι σε βάρος του διαβόλου
– και το αφήνω κρυπτό και αψηλάφητο μέσα μου.
Εσύ το βράδυ θα ζητήσεις από τον άγγελο να σου το πει.
Αν το βρει τότε χωρίς αμφιβολία είναι του θεού.
Και να έρθεις να με ενημερώσεις.
Γυρίζοντας ο διάκονος στην καλύβι του, σάλευε μέσα του κάτι σαν αγωνία, σαν δυσάρεστη προαίσθηση.
Από την άλλη μεριά θαύμαζε την σπουδαία ιδέα του Πνευματικού.
Η υπόθεση θα περνούσε τώρα την κρίσιμη φάση της.
Μόλις ζητήθηκε την νύχτα από τον άγγελο η λύση του προβλήματος, κάποια δυσδιάκριτη ταραχή
αυλάκωσε το φωτεινό πρόσωπο του.
Φάνηκε να σαστίζει.
Ο διάκονος που άρχιζε κάτι να υποψιάζεται επέμενε στο θέμα του.
Κάνω υπακουή στον Πνευματικό.
Να μου πεις τι σκέφτηκε.
Ο άγγελος με μερικούς ελιγμούς προσπάθησε να μεταφέρει αλλού την συζήτηση.
Ο διάκονος όμως με επιμονή τον επανέφερε στο θέμα.
Άλλωστε οι τεχνικές αυτές υπεκφυγές δεν του προξενούσαν καλή εντύπωση.
Να μου πεις τι σκέφτηκε ο Πνευματικός.
Το θέμα είναι απλό. Γιατι αποφεύγεις;
Το αγνοείς;
Πρόσεχε διάκο.
Με τον μικροπρεπή τρόπο που μου συμπεριφέρεσαι κινδυνεύεις να χάσεις την εύνοια μου.
Δεν ξέρω. Σου ζητώ κάτι εύκολο.
Γνωρίζεις ή όχι επιτέλους, τι σκέφτηκε ο Πνευματικό;
Την ώρα αυτή πετάχτηκε το λαμπερό προσωπείο, μια φρικτή μορφή αποκαλύφθηκε,
μερικά άγρια δόντια έτριξαν και σαν από στόμα λυσσασμένου θηρίου ακούστηκαν τα λόγια.
Να χαθείς άθλιε.
Αύριο τέτοια ώρα στην κόλαση, στην φωτιά!
Θα σε κάψουμε! Θα σε καταστρέψουμε!
Και ο διάκονος έμεινε μόνος του.
Μόνος του και σωστό ερείπιο
.
Όλη η γλυκύτητα των οπτασιών, δυο χρόνια τώρα, δεν αντιστάθμισε την τωρινή του πικρία.
Αν δεν τον στήριζαν από μακριά οι προσευχές του Πνευματικού που ξαγρυπνούσε και παρακαλούσε γι`
αυτόν, θα είχε παραδώσει το πνεύμα του.
Πέρασαν αρκετές ώρες ώσπου να συνέλθει και να σταθεί στα ποδιά του.
Η Καλύβι του πια δεν τον χωρούσε.
Πουθενά δεν έβλεπε ασφάλεια παρά μόνο κοντά στον Πνευματικό.
Σε όλη του την διαδρομή βούίζε στ` αυτιά του η απειλή.
«αύριο τέτοια ώρα στην κόλαση»
ο τρόμος τον διαπερνούσε μέχρι το μεδούλι.
Έφθασε, όπως έφθασε ως την καλύβι της Αναστάσεως.
Έπιασε το ράσο του Πνευματικού και δεν το άφηνε ούτε στιγμή.
Και την ώρα που έπρεπε εκείνος να κοιμηθεί λίγο, δίπλα του ο τρομοκρατημένος διάκονος.
Μη φοβάσαι παιδί μου ηρέμησε.
Πώς να μην φοβηθώ, Πνευματικέ μου, που πλησιάζει η ώρα.
Ω! πλησιάζει η ώρα που θα με πάρουν.
Τι κραυγές τρόμου και απελπισίας ήταν αυτές!
Σώσε με, Πνευματικέ μου!
Χάνομαι! Με παίρνουν!
Σώσε με!
Γονατίζει ο παπα-Σάββας και γεμάτος πόνο και δάκρυα δέεται στον Κύριο να λυπηθεί τον δούλο του
και να επιτιμήσει τους πονηρούς δαίμονες.
Εισακούσθηκε η δέηση του και ο ταλαίπωρος διάκονος σώθηκε από το στόμα λέοντος.
Έτσι πήρε τέλος η τραγωδία.
Τραγωδία πολύ διδακτική.
Αλήθεια τι κίνδυνοι κρύβονται πίσω από τις οπτασίες και τα οράματα τι μπορεί να χτίσει ο εχθρός, όταν
δεν ξεδιπλώνονται πλήρως τον εσωτερικό του κόσμο στην εξομολόγηση!!
Τι αξίζει ένας έμπειρος Πνευματικός.
Αλλά και κάτι άλλο.
Με τον χρόνο και την καθοδήγηση του παπα-Σάββα ο Ρουμάνος διάκονος ηρέμησε.
Η πνευματική του ζωή πήρε καλή εξέλιξη.
Χειροτονήθηκε αργότερα και Ιερέας και διακρινόταν πάντα για την ευλάβεια του.
Ωστόσο εκείνα τα χρόνια της πλάνης του άφησαν κάποια δυσάρεστα ίχνη.
Ο διάβολος βλέπετε, είχε απόκτηση απάνω του δικαιώματα.
Δωρεάν θα του πρόσφερε τόσο απολαυστικά οράματα;
Έτσι, αν και από μικρός πήγαινε στο Αγιον όρος, αν και αναπτύχθηκε σε ένα αγγελικό, θα λέγαμε περιβάλλον
παρ` όλα αυτά σ` όλη κατόπιν ζωή του εταλαιπωρείτο με διάφορους
ενοχλητικούς πειρασμούς.
Όλοι οι διακριτικοί πατέρες διέβλεπαν σ` αυτόν το κατάλοιπο της διετούς εκείνης συνεργασίας
με τον άγγελο που δεν ήταν άγγελος.
ΠΑΠΑ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΚΑΓΚΑΣΤΑΘΗΣ 1902 – 1975
Διηγείται ο πατέρας Δημήτριος .
Στις 30/12/1967, ημέρα Σάββατο και ώρα 3 μ.μ. πήγα στα Μετέωρα για να προσκυνήσω και ωφεληθώ πνευματικά.
Την Κυριακή λειτούργησα στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως και την Δευτέρα Στον Άγιο Στέφανο, νυχτερινή. Χαρά Θεού και ευλογία Κυρίου.
Αφού με την δύναμη του Θεού επέστρεψα στο χωριό μου, με ειδοποίησαν αμέσως να πάω να κοινωνήσω
μια γρια Ζωή Αντωνίου Γκαγκαστάθη, που ήταν από καιρό κατάκοιτη, περίπου 85 ετών.
Πήγα λοιπόν και την κοινώνησα των Αχράντων Μυστηρίων, αμέσως φώναξε.
Με έκαψε η Κοινωνία, φωτιά έχω, δώστε μου νερό να πιω καίγομαι.
Με καίει μέσα. Στις λίγες ώρες που έζησε φώναζε συνεχεία η καημένη. Κατόπιν παρέδωσε το πνεύμα της.
«πυρ γαρ εστί τους αναξίους φλέγον».
Είπε πάλι.
Να έχετε αγάπη και ταπεινοφροσύνη και υπακουή.
Να σε φυλάξει ο Θεός και η Παναγιά από οικογενειακά.
Ο σατανάς στην οικογένεια είναι σαν έναν που πηγαίνει και βρίσκει το αμπέλι ξέφραγο θα μπει μέσα.
Το ίδιο είναι και στην οικογένεια.
Εάν την οικογένεια την βρει διαμοιρασμένη και λοιπά, ια μπει μέσα.
Εάν όμως έχουν αγάπη, τον Χριστό θα στέκεται μακριά.
Δεν μπορεί να μπει γιατι υπάρχει ο Χριστός. Ζει ο Χριστός λέει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει..
Έχω μια ζωή στην εκκλησία.
Μ` αρέσει πώς να το πω.
Με πονάει θέλω όλος ο κόσμος να έρθει στην εκκλησία.
Είναι γλυκύς ο Χριστός, είναι πολύ γλυκύς.
Είπε πάλι.
Εάν η Ελλάδα δεν ρίξει βλέμμα προς τους πολύτεκνους και δεν νοιαστεί η πολιτεία για κάθε παιδί που
γεννιέται, δεν πρόκειται να γίνει τίποτα.
Τρεις μέρες πριν την επιστράτευση έλεγε.
Το μπουμ πλησιάζει. Και μετα τρεις μέρες έγινε η επιστράτευση.
Ένα μπουμ θα σιμώσει τον κόσμο και θα έλθουν και πάλι στον Χριστό, την Εκκλησία.
Όταν ψέλνεις να καταλαβαίνεις και να νιώθεις το τι λες.
Όχι να επαίρεσαι ότι δήθεν ψέλνεις ωραία, ότι είσαι καλλίφωνος.
Να ζεις αυτά που λες.
Κάποτε εγώ έλεγα στη εκκλησία ένα τροπάριο του αποστόλου Πέτρου, σχετικά με την άρνηση του. Όταν σε έφτασα στην λέξεις «ο δε έκλαυσε πικρώς» τότε είδα την εικόνα του Πέτρου να κυλούν δάκρυα.
Ευχαριστήθηκε ο Άγιος.
Άλλοτε πήγα στην Αίγινα.
Περιοδεύσαμε όλα τα εκκλησάκια που υπήρχαν απέναντι από το μοναστήρι του αγίου Νεκταρίου.
Στο δρόμο ακούγαμε εγώ και ο συνοδοιπόρος μου ένα θρόισμα.
Στο τέλος μπήκαμε σε ένα Ναό που υπήρχε ο Εσταυρωμένος.
Ψάλλαμε και Εκει από το βάθος της ψυχής.
Ο Εσταυρωμένος ευχαριστήθηκε και μας πλήρωσε με ευωδιά.
Το απολυτίκιο που λέμε είναι σαν να λέμε καλημέρα στον άγιο και εκείνος μας απαντά.
ΠΕΡΙ ΠΟΝΗΡΟΥ ΕΧΘΡΟΥ (ΠΑΠΑ ΔΗΜΗΤΡΗΣ )
Διηγείται ο πατέρας Δημήτριος.
Ο εχθρός μας ο διάβολος πάντοτε μας πολεμά. Πιο πολύ όταν δεν του κάνουμε τα χατίρια
Τότε από την κακία του βρίσκει χίλιους τρόπους να μας πειράξει.
Μια φορά γύριζα το βράδυ στο σπίτι, με χιόνι. Μου παρουσιάστηκε σαν χοίρος.
Διαλύθηκε όμως σαν καπνός, μόλις έκανα το σημείο του Σταυρού.
Κάποτε πάλι όταν λειτουργούσα , ακούω έξω να θορυβούν. Βγαίνω και βλέπω ότι χτίζανε πολυκατοικία Άλλος είχε μυστρί, άλλος φτυάρι. Κ.λ.π. τους σταύρωσα και εξαφανίστηκαν τα πάντα.
ένα απόγευμα περνούσα από την πλατεία του χωριού και πήγαινα στο σπίτι μου. Βλέπω στο καφενείο πολλούς άνδρες, άλλοι πίνανε κρασί, άλλοι χαρτοπαίζανε. Οι σατανάδες ήταν γύρω – γύρω πάνω στα κεφάλια τους, σε έναν μάλιστα ήταν σαν αρκούδα.
Μια μέρα γύριζα από το χωράφι και περνώντας έξω από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου
βλέπω ένα σατανά ξαπλωμένο. Τον ρωτώ, τι κανείς εδώ;
Και μου απαντά. .Εγώ κάθομαι εδώ για να μην αφήνω κανένα να κάνει τον σταυρό του.
Μια φορά ήταν καλοκαίρι, με καλέσανε στο χωριό Κούρσοβο να κηδεύσω κάποιον.
Όταν γύρισα στο χωριό μου στο δρόμο οι σατανάδες με πετροβολούσαν.
Θέλανε να με σκοτώσουν. Άρχισα να λέγω τους Χαιρετισμούς και διαλύθηκαν σαν καπνός.
Κάποτε διηγήθηκε το εξής περιστατικό.
Κάποτε ένας ασκητής προσευχόταν στο Θεό να του φανερώσει με ποιους ανθρώπους
κάνει καλύτερα την δουλειά του ο πονηρός, και ποιοι τιμωρούνται περισσότερο.
Μόλις τέλειωσε ο ασκητής την προσευχή του παρουσιάσθηκε ο σατανάς.
Τότε ο ασκητής τον ρωτά αυτό που ήθελε να του φανερώσει ο Θεός.
«Εγώ κάνω καλύτερα την δουλειά μου με τις γυναίκες.
Αυτές είναι πιο καλόπιστες στα θελήματα μου και αυτές τιμωρούνται περισσότερο».
Ο ασκητής δεν πείστηκε και πολύ.
Τότε του λέει. Θα σου το αποδείξω και σε δυο τρις μέρες θα πιστέψεις.
Σε ένα χωριό πιο πάνω από την Βάνια ζούσε ένα αντρόγυνο ευσεβές, πήγαινε στην εκκλησία τακτικά, κοινωνούσε νήστευε και προσευχόταν. Εκείνος το φθόνησε, και μηχανεύτηκε το εξής. Παίρνει μορφή γυναίκας και πηγαίνει σε μια άλλη γυναίκα και της λέει. Εγώ είμαι η Γεωργία από το τάδε χωριό.
Ήλθα να σε δω.
Μετα από συζήτηση της λέει.
Θέλω να με βοηθήσεις σε κάτι, και θα σου δώσω
ένα κασελάκι λίρες.
Εκείνη προθυμοποιήθηκε, όποτε συνεχίζει, εάν κατορθώσεις να βάλεις το τάδε αντρόγυνο
να μαλώσει τότε θα πάρεις τις λίρες.
Εγώ φεύγω και θα περάσω σε δυο μέρες να δω τι έκανες.
Εκείνη πήγε στο σπίτι αυτό το ευσεβές.
Εκει είχανε ένα σοφατζή και έκανε το σπίτι.
Αυτή πήγε και έβαλε τα χέρια της στον ασβέστη.
Μετα χτύπησε την πόρτα και της άνοιξε η σύζυγος ονόματι Μαρία. Εκείνη την χαιρέτισε
και την χάϊδευσε στο πρόσωπο, λέγοντα της τι όμορφη που είναι και πόσο πάχυνε.
Κάθισε λίγο και έφυγε.
Πήγε αμέσως και συνάντησε τον άνδρα της και του λέει.
Πήγα σπίτι σου και βρήκα την γυναίκα σου με τον σοφατζή να παίζουν και να ασχημονούν.
Εκείνος δεν την πίστεψε.
Εκείνη όμως τη απάντησε.
Πήγαινε και δε τα αποτυπώματα στο πρόσωπο της γυναίκα σου.
Αυτός έτρεξε αμέσως στο σπίτι του
. Μόλις είδε την γυναίκα με τα αποτυπώματα, άρχισε να την χτυπά.
Εκείνη του έλεγε ότι είναι αθώα, ότι δεν συνέβηκε τίποτα.
Αυτός όμως δε πίστεψε και εξακολούθησε να την κτυπά αγρίως έως ότου η Μαρία πέθανε.
Τότε πήγε ο σατανάς στην γυναίκα αυτήν και της λέει.
Ήλθα να σε ευχαριστήσω.
Εκείνη ζήτησε τις λίρες.
Της απαντά χαζή είσαι;
Που να τις βρω εγώ τις λίρες;
Εγώ χάλασα το δικό μου το κονάκι και το δικό σου θα φτιάξω;
Εγώ είμαι ο σατανάς και εξαφανίστηκε.
Ήλθε σ μένα και μου λέει.
Πείστηκες τώρα;
Πάει παιδί μου, σκοτώσανε τσάμπα και φερεσέ την Μαρία.
Μην φοβάστε παιδί μου τον σατανά. Δεν έχει τόση δύναμη.
Είναι πολύ αδύνατος.
Σκόνη είναι και δυσωδία. Αυτός δουλεύει για εμάς
. Όταν έρχεται να σε πειράξει μα μην στεναχωριέσαι.
Ο θεός τον στέλνει για να στεφανωθείς εσύ.
Αυτός πλανά τους ανθρώπους, προπάντων τους εγωιστές και τους υπερήφανους,
φοβάται την καθαρή εξομολόγηση, την ταπείνωση την αγάπη.
Εκει μόνο δεν χωράει να μπει.
ΔΙΑΦΟΡΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟ
Έλεγε ότι είχε φοβερά ντοκουμέντα που τα είχε φανερώσει η δυνάμεις του Θεού.
Εκ της Αγίας Τραπέζης των αγίων Ταξιαρχών έβγαινε μύρος, ευωδιά.
Ιδίως κατά την μεταφορά των Αχράντων Μυστηρίων από την προσκομιδή στην Αγία Τράπεζα.
Τον τελευταίον καιρό, που πλησίαζε προς το τέλος του, οι εικόνες των Ταξιαρχών και της Παναγίας
ευωδίαζαν και αυτές.
Ένα βράδυ έκανε τους χαιρετισμούς της Παναγίας στους φίλους του Ταξιάρχες.
Ύστατο μπροστά στην Ωραία Πύλη βλέπων προς την εικόνα της Παναγίας του τέμπλου.
και έψαλλε. Συνήθιζε να ψάλει και το Θεοτόκε Παρθένε….
Κατά την στιγμή εκείνη παρουσιάστηκε μια γυναίκα, τον έπιασε από το χέρι και
τον γύρισε ακριβώς απέναντι από την Ωραία Πύλη, που βρίσκεται τοιχογραφημένη
η Κοίμηση της Θεοτόκου και εξαφανίσθηκε.
Ο Θεός όμως ήδη του είχε στείλει την πρόσκληση για το Ουράνιο Δείπνο που του ετοίμαζε.
Την 1ην Ιουνίου 1963 λειτούργησε στην ιερά μονή της Άγιας Τριάδος Μετεώρων. Κατά την ώρα του χερουβικού η Αγια Τράπεζα έβγαλε άρωμα, γιατι Εκει ήταν και ένα μικρό κουτάκι με λείψανα Αγίων.
Έβγαινε ως ένας μικρός στύλος καπνού, που ευωδίαζε όλο το Ναό. Κατανυκτική Λειτουργία που δεν περιγράφεται.
Να η Θρησκεία μας φωνάζει ότι είναι ζωντανή.
Όλη την βδομάδα που εργαζόμουν το κεφάλι μου και το δεξί μου χέρι ευωδίαζε.
Την 7ην Ιουνίου Παρασκευή, εργαζόμουν όλη την μέρα στο κτήμα μου μακριά από τον κόσμο.
Όλη την μέρα έψαλλα διάφορα κατανυκτικά τροπάρια και προ παντός της Θεοτόκου.
Δεν αισθανόμουν ούτε κούραση, ούτε πεινά, ούτε και τον καύσωνα της μέρας, γιατι ήλθα
Εκει που έπρεπε την κατάνυξη.
Εκάθησα λίγο να ξεκουραστώ Εκει και ακούω μια φωνή να λέγει.
«είσαι ευπρόσδεκτος όπως έλθεις στο
Αγιον Όρος, στην μεγάλη μου εορτή.
Θα γράψεις στους Δανιηλαίους και αυτοί θα σε τακτοποιήσουν.
Τώρα σε περιμένω να έρθετε».
Ενθύμιο Θερμοκρασίας.
Την 23ην Αυγούστου ημέρα Σάββατο και 24ην Κυριακή, έκανε ζέστη μεγάλη
47 βαθμούς και κινδύνευε ο κόσμος να χαθεί. Λίβας δυνατός ξέρανε τα αμπέλια και σχεδόν
τα λαχανικά μποστάνια και δεντροφυτείες. Τα χάλασε τα περισσότερα.
Μεγάλο κακό. Τα νερά λιγόστεψαν.
Αυτά έγινα παρά του Θεού προς γνώση και συμμόρφωση
Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας την 15 Αυγούστου 1959 παίρνοντας την εικόνα της Παναγίας, για να σηκώσουμε το ύψωμα άρχισε να σείεται το τέμπλο επί 30 λεπτά. Πρωτοφανές αυτό.
Συνέβη και το 1931 την ώρα που ο δάσκαλος Χρήστος Ντάσκος έψαλε το,
«Οτε η μετάστασις του αχράντου σου σώματος»,
δάκρυσε ο Πέτρος μέχρι που τελείωσε το ύψωμα και τα δάκρυα τα πήραμε με το βαμβάκι.
Την 18ην Αυγούστου 1959 ενώ λειτουργούσα στους Ταξιάρχες περί την 4ην της νυκτός,
μόλις πλησίασα την Ωραία Πύλη, βλέπω στο αριστερό μέρος και ακολουθούσε
ένα εύμορφο παιδάκι μικρής ηλικίας και χάθηκε σαν σκιά, και κρότος ακούστηκε
πάνω από την κανδήλα της Παναγίας και άρχισε να σείεται μέχρι το τέλος της Λειτουργίας.
και την 26 Σεπτεμβρίου ώρα 4ην την νύχτας που λειτουργούσα στους Ταξιάρχες είδα κατά την ώρα της δοξολογίας να στέκεται το ίδιο παιδάκι μπροστά στην προσκομιδή και χάθηκε σαν καπνός.
Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ
Είπε ο Γέροντας. Ένας άνθρωπος ρώτησε. Εφ` όσο ο πατήρ Ιάκωβος αγαπά το Θεό και τους
Αγίους και τον Όσιο Δαβίδ και πιστεύει στα Ιερά Λείψανα και στις Εικόνες και στο Θεό, γιατι
ο Θεός επέτρεψε και πήγε στο Νοσοκομείο και του έκανα σοβαρές εγχειρήσεις;
Επέτρεψε ο Θεός για να ταπεινωθώ.
Τον Άγιο Ιωάννη τον Pώσο, ο Γέροντας τακτικά τον επισκεπτόταν, κυρίως
πηγαίνοντας για την Αθήνα για τους γιατρούς που τον παρακολουθούσαν.
Κάποτε πήγα έλεγε Ο γεροντα και βλέπω τον άγιο ζωντανό μέσα στη λάρνακά του.
Του λέω. – Άγιε μου πως περνούσες στη Μικρά Ασία, τι αρετές είχες και αγίασες;
Ο Άγιος μου απάντησε.
Μέσα στη σπηλιά που ήταν στάβλος κοιμόμουνα και με τα άχυρα σκεπαζόμουνα τον χειμώνα για να μην κρυώνω.
Είχα και την ταπείνωση και την πίστη.
Σε λίγο μου λέει.
Περίμενε, πάτερ Ιάκωβε, γιατι ήρθαν τώρα δυο άνθρωποι και με παρακαλούν για ένα παιδί άρρωστο.
Περίμενε να πάω να βοηθήσω.
Ξαφνικά άδειασε η λάρνακα γιατι ο Άγιος έφυγε. Σε λίγη ώρα ξαναγύρισε,
δεν τον είδα πως γύρισε, αλλά τον είδα να τακτοποιείται μέσα στη λάρνακα του σαν ένας άνθρωπος.
Στις 15 Ιουλίου 1990, ημέρα Κυριακή, το πρωί, μόλις ο π. Ιάκωβος κατέβηκε από το κελλάκι του
στο Ναό για την Θεία Λειτουργία περιέγραφε μέσα στο ιερό με πρόσωπο εκστατικό σε Πατέρες
της Μονής του όσα ο Θείος Ιωάννης ο Ρώσος «πνευματικό τω τρόπω» του είχε πει την νύχτα
που πέρασε – «ο Θεός οίδε» – εμπρός στην Ιερά Λάρνακα με το αδιαλώβητο σκήνος
Του στο Ναό Του στο Προκόπι.
Νομίζουν πως κοιμάμαι, πεθαμένος, είμαι νεκρός και δεν υπολογίζουν οι Χριστιανοί. Εγώ όμως είμαι ζωντανός.
Τους πάντες βλέπω. Το σώμα μου είναι μέσα, αλλά εγώ εξέρχομαι πολλές φορές από την λάρνακα μου.
Τρέχω ανάμεσα στους ανθρώπους για να τους βοηθήσω.
Πολύς ο πόνος. Αυτοί δε με βλέπουν.
Εγώ τους βλέπω και τους ακούω τι λένε.
Και πάλι μπαίνω στη λάρνακα μου. Αλλά άκουσε Πάτερ μου να σου πω. Πολλή η αμαρτία στο κόσμο,
πολλή η ασέβεια και πολλή η απιστία.
Γιατί τα λες αυτά Άγιε μου; Του απάντησα. Δε βλέπεις πόσος κόσμος έρχεται στη χάρη σου
και σε προσκυνά;
Πολλή έρχονται, Πάτερ Ιάκωβε, αλλά λίγα είναι τα τέκνα μου, πρόσθεσε ο Όσιος και συνέχισε.
Για αυτό πρέπει να γίνει πόλεμος. Γιατι πολλή η αμαρτία στο κόσμο.
Όχι, Άγιε μου του είπα ταραγμένος.
Από μικρό παιδί όλο σε πολέμους και ταλαιπωρίες βρέθηκα. Στην Μικρά Ασία που γεννήθηκα
αλλά και όταν ήλθαμε στην Ελλάδα. Ύστερα Άγιε μου αν γίνει έξαφνα ο πόλεμος θα χαθούν
και ψυχές πριν προφτάσουν να μετανοήσουν.
Πρέπει να γίνει πόλεμος, πρέπει να γίνει πόλεμος, πρέπει να γίνει πόλεμος,
απάντησε λυπημένα με μια σταθερή φωνή ο Όσιος και συνέχισε ότι θα γίνουν ορισμένες πλημμύρες, πυρκαγιές και άλλες καταστροφές στην περιοχή της Εύβοιας κα κάπου άλλα δεινά.
Όλα όσα είπε ο Όσιος στον Γέροντα εκείνο το βράδυ πράγματι συνέβησαν και συμβαίνουν.
Την πρώτη Αυγούστου 1990 κηρύχτηκε πόλεμος στον περσικό κόλπο., ενώ λίγο αργότερα στην
Εύβοια έγιναν πλημμύρες από καταρρακτώδης βροχές, χάθηκαν ανθρώπινες ζωές
και προξενήθηκαν μεγάλες υλικές καταστροφές και φωτιές κατέκαψαν δάση και άλλες εκτάσεις.
Διηγείται ο Γέροντας. Κάποτε διάβαζα το βίο του Άγιου Σεραφείμ του Σαρώφ και στο σημείο που έλεγε ο Άγιος ότι είδε τα σκηνώματα του Παραδείσου, «εν τη οικία του Πατρός μου πολλαί μοναί εισί»,
τότε λέω πώς να είναι άραγε Θεέ μου, αυτές οι Μονές;
Ξαφνικά μου έπεσε το βιβλίο από τα χέρια και βρέθηκα σ` ένα ωραίο μέρος.
Μπροστά μου ήταν ένας δρόμος κατάφυτος με βιολέτες, όλες το ίδιο ύψος και πυκνοφυτεμένες,
ευωδιαστές και δίπλα μου στεκόταν ένας Γέροντας, ο Άγιος Δαβίδ ήταν.
Ήθελα να προχωρήσω και δίσταζα να μην σπάσω τα λουλούδια.
Έλεγε μάλιστα ποιος τα φύτεψε τόσο πυκνά.
Αν ήταν λίγο αραιότερα θα έβαζα το πόδι μου ανάμεσα και δε θα τα έσπαζα και δίσταζα να προχωρήσω.
Τότε μου λέει ο Γέροντας.
Προχώρα, προχώρα, προχώρα, πάτερ Ιάκωβε, μη φοβάσαι τα λουλούδια αυτά δεν είναι
σαν και εκείνα που ξέρεις , δεν σπάζουν.
Καθώς προχωρούσα λοιπόν πατούσα και δεν σπάζανε. Βλέπω δεξιά μου, ένα απότομο
κατήφορο, χωματόδρομο πολύ επικίνδυνο και λέω.
Τι δρόμος κατηφορικός είναι αυτός; Αν περάσει κανένα αυτοκίνητο θα κινδυνεύσει.
Μου λέει τότε ο γέροντας.
Εδώ πάτερ Ιάκωβε δεν υπάρχουν αυτοκίνητα, ας` τον αυτόν τον δρόμο μην τον κοιτάζεις καθόλου,
εσύ βάδιζε το δρόμο που βαδίσεις.
Βαδίζαμε λοιπόν στο ανθισμένο αυτό δρόμο και λέω. «ας κοιτάξω τι υπάρχει γύρω».
Βλέπω κάτι ωραιότητα σπιτάκια, αραιοκατοικημένα, σαν παλατάκια, με τις περιφράξεις τους
με τις εξώπορτες τους, γεμάτα λουλούδια και ομορφιά και φως,
αλλά ήταν εντελώς άδεια, δεν υπήρχε κανένας άνθρωπος μέσα.
Λέω τότε στον Γέροντα που με συνόδευε.
Γέροντα, τι ησυχία και τι ομορφιά είναι αυτή;
Ας είχα και εγώ ένα τέτοιο σπιτάκι να κάθομαι στην ησυχία, να κάνω την προσευχή μου,
γιατι εγώ είμαι άνθρωπος της ησυχίας.
Τότε σήκωσε ο Γέροντας το χέρι του και μου έδειξε το σπιτάκι του που ήταν για μένα.
Αμέσως όμως βρέθηκα στο κελί μου και είπα.
Γιατι ξαναγύρισα σ` αυτό το κόσμο; Αχ να μην ξαναγύριζα, αλλά να έμενα για πάντα εκει!!!
Όταν προσκομίζω , έλεγε ο Γέροντας, βλέπω τις ψυχές που περνούν από μπροστά μου
και με παρακαλούν να τις μνημονεύσω, και να θέλω να τις ξεχάσω δεν μπορώ.
Έλεγε ο Γέροντας πολύ να προσέχουμε στην προσευχή μας τι ζητάμε από τον Θεό,
γιατι παραδείγματος χάρη δεν ξέρουμε, όταν του ζητήσουμε δοκιμασία και μας τη δώσει,
αν θα την αντέξουμε.
Έλεγε επισεις ο Γέροντας.
Όταν ο Ιερέας βγάζει μερίδες και μνημονεύει τα ονόματα των πιστών στην Ιερά Πρόθεση
κατεβαίνει Άγγελος Κυρίου και παίρνει την μνημόνευση αυτή και την πηγαίνει και
την εναποθέτει στο Θρόνο του Δεσπότου Χριστού ως προσευχή γι` αυτούς
που μνημονεύθηκαν.
Σκεφθείτε λοιπόν τι αξία έχει να σας μνημονεύσουν στην Αγία Πρόθεση.
Κάποια φορά είχα ξεχάσει να μνημονεύσω στους κεκοιμημένους τη μητέρα μου, που ήταν
Αγια γυναίκα.
Όταν τελείωσα την Θεια Λειτουργία, και πήγα στο κελλάκι μου, Εκει που καθόμουν, ήλθε η ψυχή το
πνεύμα της μητέρα μου και μου είπε με παράπονο.
Πάτερ Ιάκωβε δε με μνημόνευσες σήμερα.
Πως μητέρα δεν σε μνημόνευσα.
Κάθε μέρα σας μνημονεύω και μάλιστα την καλύτερη μερίδα σας βγάζω τις είπα.
Όχι παιδί μου, σήμερα με ξέχασες και η ψυχή μου δεν αναπαύεται τόσο όσο τις άλλες μέρες που με μνημονεύεις, μου απάντησε.
Σκεφθείτε τι μεγάλος κέρδος και ωφελεία δέχεται η ψυχή όταν τη μνημονεύει ο ιερέας.
Είδα και την ψυχή του πατέρα μου, έλεγε ο Γέροντας, να κάθεται έξω από ένα απλό σπιτάκι σαν
κελλάκι και του λέω.
Πατέρα μου, εσύ που ήσουν και χτίστης, δεν έχτιζες ένα μεγαλύτερο σπίτι να μένεις άνετα,
αλλά κάθεσαι σε ένα τέτοιο σπιτάκι;
Τότε τι μου λέει.
Παιδί μου, εσύ με τις προσευχές σου και τις ελεημοσύνες σου μου έκτισες το σπιτάκι αυτό και το έχω και μένω.
Ένα πνευματικό του παιδί λέει στον Γέροντα. Πήγαμε στο μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου του
εν Ολύμπω.
Κι ο γέροντας εντελώς φυσικά του λέει.
Παιδί μου, ο Άγιος Διονύσιος ήταν εδώ πριν λίγες ημέρες και συλλειτουργήσαμε!!
Πήγε κάποιος στον γεροντα και του λέει.
Κάνω 3000 μετάνοιες το εικοσιτετράωρο.
Του λέει ο γέροντας.
Καλά κανείς παιδί μου, αλλά από τώρα κι ύστερα να κανείς 100 μετάνοιες, γιατι αργότερα
θα κουραστείς και δεν θα κανείς καμία.
Για το θέμα της τηλεόρασης έλεγε. Η τηλεόραση – το κουτί του διάβολου – κάνει μεγάλη ζημία,
ιδιαίτερα στα παιδία, γι αυτό και πρέπει να βγει από το σπίτι.
στους γονείς που ρωτούσαν τι να κάνουμε τα παιδία μας όταν δεν ακούνε τους έλεγε.
Προσευχή θα κάνετε με πίστη, θα τα νουθετήσετε κι όσο μπορείτε με την αγάπη και με τον καλό
το τρόπο. Γιατι με συγχωρείτε, με το αυστηρό δεν πάει.
Γιατι σου λέω σηκώνουμε και φεύγω και πάει.
Κι είναι σήμερα Σόδομα και Γόμορρα και κάτι χειρότερο.
Είπε ο γέροντας. Όταν είχε κοιμηθεί ο Γέροντας μου ο πατήρ Νικόδημος,
είπα στην προσευχή μου, που να πήγε άραγε η ψυχή του;
Τότε είδα, όχι σε όνειρο, αλλά πνευματικό τω τρόπω ότι με φώναξε ο Γέροντας μου να του πάω τα
κλειδιά της Μονής γιατι ήρθε ο Μέγας Αρχιερέας.
Πήγα λοιπόν έξω από την πόρτα του κελιού που είναι πάνω από την είσοδο της μονής κι όταν έφτασα κοντά, ακούω ομιλίες, ερώτηση, απάντηση.
Μέσα γινόταν ανάκριση, εξέταση.
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα μέσα στο δωμάτιο και τι να δω!!!……. ο Γέροντας μου στεκόταν όρθιος, ξεσκούφωτος με το κεφάλι κατεβασμένο και τα χέρια σταυρωμένα με πολύ φόβο και ευλάβεια.
Απέναντι του ήταν ο Μέγας Αρχιερέας καθήμενος επί θρόνου.
Ο θρόνος ήταν μετέωρος ένα μέτρο πάνω από το δάπεδο.
Το πρόσωπο του έλαμπε.
Χρυσό σαν καθαρό κερί, δεν μπορώ να το περιγράψω παιδί μου.
Στα γόνατα του ήταν ανοιχτό ένα βιβλίο και μέσα ήταν γραμμένη η ζωή του Γεροντά μου.
Ρωτούσε ο Μέγας Αρχιερέας και απαντούσε ο Γέροντας μου.
Μόλις μπήκα μέσα σταμάτησε η ανάκριση, πήγα στον Γέροντα μου, του έβαλα μετάνοια και του έδωσα τα κλειδιά της Μονής.
Γέροντα έφερα και τα κλειδιά της Λειψανοθήκης μην τυχόν θελήσει ο Αρχιερέας να προσκυνήσει τα Αγια Λείψανα, του είπα.
Ο γεροντα μου τα πήρε.
Ήθελα να βάλω μετάνοια και στον Μέγα Αρχιερέα, αλλά δεν μου είπε τίποτε ο Γέροντας μου
και επειδή ήμουν υποτακτικός, δεν μπορούσα να κάνω κάτι χωρίς ευλογία.
Έτσι βάζοντας μετάνοια στον Γέροντα μου και υποκλινόμενος από μακριά στον Μέγα Αρχιερέα, βαδίζοντας προς τα πίσω, χωρίς να γυρίσω την πλάτη μου, βγήκα από το δωμάτιο.
Αμέσως Μόλις βγήκα άρχισε πάλι η ανάκριση.
Είδα, παιδί μου, ότι όλη μας η ζωή, έργα, λόγια, σκέψεις είναι γραμμένα, θα δώσουμε για όλα λόγο.
Όσο για τον Γεροντά μου πληροφορήθηκα ότι η ψυχή του πήγε πολύ καλά.
Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ
Ηγούμενος από την περιοχή της Μακεδονίας, επισκέφθηκε τον Γέροντα με δυο θεολόγους
και ένα φοιτητή. Ένας από τους θεολόγους ζήτησε να τους εξηγήσει την ευωδιά των αγίων λειψάνων.
Ο Γέροντας έσκυψε το κεφάλι του στο μέρος της καρδιάς του, αποξενώθηκε από τους
συνομιλητές του και προσευχόταν.
Ξαφνικά γέμισε ο τόπος όλο ευωδιά.
Αυτοί αλληλοκοιτάζονταν και έκλαιγαν.
Μετα από λίγα λεπτά ο Γέροντας τους είπε.
Επειδή δεν μπορούσα να σας εξηγήσω με λόγια, ζήτησα να σας το δείξει ο ίδιος ο Θεός.
…..και εμείς προσωπικά διαπιστώσαμε πολλές φορές ότι έβγαινε ευωδιά από
το στόμα του όταν μιλούσε και έλαμπε το πρόσωπο του όταν λειτουργούσε.
Τα χέρια του και όλο το σώμα του ευωδίαζαν.
Επισεις πολλή ομολογούσαν ότι όταν τους ευλογούσε αισθάνονταν την καρδιά τους να φλέγεται.
Σε κάποιο μοναχό που τον επισκέφτηκε για να τον συμβουλευθεί, διάβασε ιδιαίτερη ευχή
και του είπε. «Πω! Πω! Εύφορο χωράφι, αλλά γεμάτο χόρτα και ζιζάνια!».
Συμβολισμός των παθων του παλαιού ανθρώπου που οφείλουμε να εκριζώσομε.
Σε πνευματικό μας παιδί που τον ρώτησε για την δύναμη των προσευχών των μοναχών του Άγιου ‘Όρους, είπε ότι παρακάλεσε τον Θεό να του δείξει αυτή την δύναμη.
Έτσι ένα βράδυ στην προσευχή του είδε πύρινα βέλη να φεύγουν από την γη στον ουρανό
από τα μοναστήρια δε, έφευγε πύρινος ποταμός.
Έλεγε.
Η Παναγία είναι πάντοτε μαζί μας.
Εμείς δεν το καταλαβαίνουμε.
Δεν συμφέρει να την δούμε γιατι θα υπερηφανευτούμε.
Αυτός όμως την Έβλεπε.
Κάποτε είδε την Δέσποινα μας να διασχίζει τα δωμάτια της καλύβας του και να φανερώνει την
ευαρέσκεια της για όλη την συνοδεία του.
Όσοι αντιμετώπισαν ιδιαίτερες δυσκολίες και θλίψεις τους έστελνε στην Μονή Δοχειαρείου να προσευχηθούν στην θαυματουργική εικόνα της Παναγίας της Γοργοϋπηκόου
Ο ίδιος είχε πολλές αντιλήψεις και δεχόταν άμεση λύση στα προσωπικά του προβλήματα από αυτήν την εικόνα.
Αγιορείτης Γέροντας, όταν ακόμη ζούσε ο παπα Εφραίμ, τον είδε σε όραμα μέσα στο θείο φως, ο
οποίος τον συμβούλευσε να καθοδηγεί την συνοδεία του σε περισσότερη εσωστρέφεια.
Κάποιος μοναχός πίεζε τον Γεροντά του να τον χειροτονήσει ιερέα. Αυτός δεν δεχόταν.
Παρακάλεσε τον Γέροντα Εφραίμ να προσευχηθεί για να δώσει ο θεός πληροφορία.
Στην προσευχή του και σε ώρα καλής αλλοιώσεως, ανάφερε το θέμα του στο Χριστό μας
για να λάβει πληροφορία.
Τότε η Χάρις του έδειξε τον Μόναχο αγκαλιά με τον διάβολο.
Κατάλαβε ότι αυτός ήταν αιχμάλωτος στα πάθη του και δεν ήταν άξιος για την ιεροσύνη.
Όταν τον ρωτούσαν οι μοναχοί της νέας συνοδείας του με περιέργεια για τις
υπερφυσικές πληροφορίες του, τους έλεγε ότι «πράγματι είναι υπερφυσικά τα ιδιώματα της Χάριτος.
Αλλά εγώ τα πήρα από τον γέρο Ιωσήφ δηλαδή τον γεροντα του.
Άλλη φορά έλεγε.
Όταν έστελνα τον υποτακτικό μου σε κάποια Μονή για υπηρεσία, πήγαινα και εγώ μαζί του νοερός
και έβλεπα με την Χάρη τον νου, τις σκέψεις του, τι θα του συμβεί, ποιους
θα συναντήσει και γενικά συμπορευόμουν μέχρι να επιστρέψει.
Γνώριζα όλα όσα είχαν συμβεί πριν ακόμα μου αναφέρει αυτός κάτι.
Το ίδιο συνέβαινε με τον γεροντα μου Ιωσήφ, που παρακολουθούσε τον παραδελφό του Αθανάσιο με κάθε λεπτομέρεια στην υπηρεσία που τον έστελνε.
Όταν έκανε λάθη και παραλείψεις έλεγε.
«Κοίτα τώρα τι κάνει και προκαλεί στον εαυτό του πειρασμούς.»
Ένας επισκέπτης διηγήθηκε σε αδελφό της Μονής μας το εξής γεγονός που έζησε ο ίδιος.
Σκεπτόμουν να γίνω μοναχός, αλλά δεν το αποφάσιζα.
Επισκέφθηκα τον Γέροντα στα Κατουνάκια για να τον συμβουλευτώ.
Όταν μπήκα στο κελί του, ευωδίαζε ολόκληρο.
Η ευωδιά έβγαινε από τον Γέροντα.
Για μια στιγμή έλαμψε το πρόσωπο του και έγινε όλο φως
Όταν τον ρώτησε για το θέμα, που με απασχολούσε μου απάντησε.
Θα γίνεις παιδί μου μονάχος, αλλά θα αρχίζεις.
Ένας ευλαβής ιερέας, μας είπε, ότι επισκέφτηκε τον Γέροντα για να πάρει την ευλογία του και να τον παρακαλέσει να προσεύχεται για την οικογένεια του και κυρίως για την πρεσβυτέρα του,
που σήκωνε μεγάλο βάρος γιατι γηροκομούσε τα πεθερικά της.
Όταν μπήκα στο κελί του γεροντα, πριν προλάβω να του πω κάτι για τα θέματα μου,
τον άκουσα να μου λέει.
«η πρεσβυτέρα σου είναι πολύ καλή.
Να της πεις, να κάνει υπομονή στην γηροκομήσει των γονέων σας και θα έχει
μεγάλο μισθό από τον Θεό.
Στη συνέχεια τον ρώτησε ποσά παιδία είχε. Τέσσερα Γέροντα.
Ο Γέροντας έμεινε σκεφτικός. Μετα τον ξαναρώτησε.
Τέσσερα;. ναι, Γέροντα.
Μα Τέσσερα;
Τότε ο ιερέας του είπε.
Δηλαδή γεροντα πέντε αλλά το ένα πέθανε μικρό.
Αααα!!! Έκανε ο γέροντας επιφωνηματικά, εκφράζοντας την λύση της απορίας του.
Και στην συνεχεία είπε. Αφού έχεις Τέσσερα παιδία μπορείς να λειτουργείς όποτε θέλεις,
επαινώντας την πολυτεκνία ως θεια ευλογία.
Είπε πάλι. Να δεις πως κάνει ο σατανάς για να μπει μέσα σε κάποιο μοναστήρι!
Τον είδα όταν επισκέφθηκα ένα μοναστηράκι, που προσπαθούσε όλη την νύχτα να περάσει
την μάνδρα και να κάνει τις δουλείες του.
Λυσσάει γιατι οι μοναχοί θα του πάρουμε την δόξα που είχε πριν πέσει.
Σε ένα λαϊκό αδελφό που τον ρώτησε για την ευχή, είπε τα εξής.
Αφιέρωσε μίση ώρα το εικοσιτετράωρο για να λες την ευχούλα.
Όποτε μπορείς. Καλύτερα το βράδυ.
Να την λες χωρίς να κρατάς κομποσχοίνι, ικετευτικά, παρακλητικά, κλαψιάρικα.
«Κύριε Ιησού Χριστέ ελεησον με».
Καλλιέργησε αυτό και θα δεις τι καρπό θα βγάλει.
Από μίση ώρα, θα γίνει μια ώρα.
Και πρόσεξε εκείνη την ώρα.
Ή το τηλέφωνο θα χτυπήσει αυτή την δουλεία πρέπει να την κάνω τώρα ή υπνος θα σου έρθει, ή καμία βλασφημία θα σε κτυπήσει.
Τίποτε. Κλείσε το τηλέφωνο.
Τελείωσε τις δουλείες σου και κάνε αυτό μίση ώρα και θα δεις.
Φύτεψες ένα δενδράκι κι αύριο μεθαυρίο θα κάνει καρπό. Κι ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και ο Άγιος Βασίλειος από αυτό άρχισαν και έγιναν φωστήρες της οικουμένης.
Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος από κοσμικός είχε εμπειρία του άκτιστου Φώτος.
Κοσμικός ήταν.
Πόσοι κοσμικοί φαίνονται έτσι εξωτερικά, και κατά βάθος είναι καλόγεροι.!
Η προσευχή, το κομποσχοίνι, η ελεημοσύνη νικά το έλεος του Θεού.
Καμία αμαρτία δει είναι μεγαλύτερη από το έλεος του Θεού.
Ένα κομποσχοίνι που κανείς για τον αδελφό σου, για τον συγγενή σου, δεν πάει χαμένο.
Ο Θεός θα τον βοηθήσει, όταν βρεθεί σε δύσκολη θέση.
Το κομποσχοίνι, όχι μόνο βοηθάει, αλλά και ψυχή από την κόλαση μπορεί να βγάλει!
Τόση δύναμη έχει η προσευχή.
Ο ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ (1901- 1959)
Έλεγε ο γέροντας. Ούτε τα πλούτη να σας κάνουν εντύπωση, ούτε οι δόξες, αλλά πάντοτε να βαδίζετε δίκαια. Το ψωμί σας να το τρώτε με τον τίμιο ιδρώτα σας κι όχι με αδικίες. Αυτά που θα κερδίζεται με την τιμιότητα σας, να μην τα σκορπίζεται άσκοπα. Να ζείτε τίμια και ταπεινά και όσο μπορείτε να απλώνεται το χέρι σας στην ελεημοσύνη. Να μην σκέπτεστε μόνο τι θα φάτε, τι θα φορέσετε, τι μεγάλο σπίτι θα κτίσετε. Περισσότερο να προτιμάτε τα σπίτια των θλιμμένων και όχι των χαρούμενων. εάν κάνετε έργα καλά, θα έχετε μεγάλο μισθό από τον Θεό. Θ` αξιωθείτε να δείτε θαύματα και στην άλλη ζωή, θα έχετε απέραντη αγαλλίαση.
Άλλη φορά είπε σε μια γυναίκα που τον επισκέφτηκε από τη Δράμα. Μάλωσες με τον σύζυγο σου και ήρθες. Δεν έκανες καλά. Θα προσπαθείτε με την γνώμη του συζύγου σας να έρχεσθε εδώ.
Σε μια άλλη νέα γυναίκα είπε. Εσύ για την αγάπη που έδειξες στην κατάκοιτη μητέρα σου έκανες πολύ καλά. Ο Θεός Σου τα συγχώρησε όλα.
Έλεγε προς τα πνευματικά του τέκνα. Ο κόσμος έχει φύγει από την αθωότητα και την αγαθότητα. όσο περνούν τα χρόνια βαδίζουμε προς την καταστροφή. Ο Θεός να μας λυπηθεί. Ο Θεός αυτά δεν τα θέλει.
Πριν 50 χρόνια ο κόσμος ήταν πολύ διαφορετικός
Όταν πήγα στο μοναστήρι ήμουν 7 χρονών.
Τότε υπήρχε μεγάλη πίστη και καρδιακή καθαρότητα.
Σ` ένα κελί της μονής ήταν φυλαγμένα όλα τα χρήματα με θύρα ανοιχτή..
Αντί για θύρα υπήρχε μια κουρτίνα.
Ο ηγούμενος με έστελνε να φέρω όσα χρήματα χρειάζονταν ως μικρότερος.
Όλοι οι μοναχοί γνώριζαν που ήσαν τοποθετημένα τα χρήματα.
Όλοι ήσαν αφοσιωμένοι στο Θεό και δεν τους εντυπωσίαζαν καθόλου τα χρήματα.
Σ` ένα ψαλτή που αμφισβητούσε το πνευματικό χάρισμα του Γέροντα όταν τον επισκέφτηκε του αποκάλυψε πολλές πτυχές από την ζωή του και στο τέλος του είπε.
Ο Χριστός δεν μου έδωσε καθόλου από το πνεύμα του που τον υπηρετώ από επτά χρονών;
Ο ψάλτης ζήτησε συγγνώμη.
Σε μια γυναίκα μοιχοί και με τρία νόθα παιδία είπε. Θα γίνεις ζητιάνα, σε επτά χωριά.
Θα σου λένε πήγαινε να δουλέψεις νέα είσαι, γιατι ζητιανεύεις;
Εσύ θα σιωπάς.
Ότι μαζέψεις θα το πας στις φύλακες και στο γηροκομείο της Δράμας.
Μια παραστρατημένη γυναίκα πήγε στη μονή να κάνει μνημόσυνο στη μητέρα της.
Οι γυναίκες που βρέθηκαν εκει κι είχαν ακούσει για αυτήν, άρχισαν να την κουτσομπολεύουν άσχημα.
Όταν ο Γέροντας τελείωσε τις πλησίασε και σε τόνο αρκετό αυστηρό τις επέπληξε λέγοντας.
Αυτή η γυναίκα σήκωσε μια πέτρα κι εσείς πέτρα γεμίσατε ένα τσουβάλι με το κουτσομπολιό
σας και δεν μπορείτε να το σηκώσετε.
Ο ΓΕΡΩΝ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ (1886 – 1983)
(ΣΥΝΑΣΚΗΤΗΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΟΥ)
Σε μια μικρή συνάθροιση με λαϊκούς , ένας ευλαβής νέος είπε στο γέροντα Αρσένιο.
Παππού, σε παρακαλώ να εύχεσαι για μένα.
Πώς σε λένε;
Με λένε Ανδρέα.
Εγώ να εύχομαι για τον Ανδρέα, αλλά για να πιάσει η δική μου προσευχή πρέπει να ενδιαφέρεται
Και να εύχεται και ο Ανδρέας για τον εαυτό του.
Ο άγιος Αντώνιος λέει, «ούτε εγώ σ` ελεώ ούτε ο Θεός σ` ελεεί, αν δεν ελεήσεις πρώτα εσύ τον εαυτό σου».
Δηλαδή, Γέροντα;
Μα δεν το καταλαβαίνεις;
Καλά, τότε να σου πω κάτι που συνέβη επί των ημερών μου.
Πέρασε ένας προσκυνητής από την έρημο ψάχνοντας άγιους, όπως και εσύ τώρα, για να του κάνουν προσευχή.
Βρίσκει ένα ασκητή και του λέει.
«σε παρακαλώ γεροντα, προσευχήσου για μένα, έχω σοβαρά προβλήματα».
Ο ασκητής τον λυπήθηκε και κάθε βράδυ στην αγρυπνία, δώστου προσευχή για τον κοσμικό.
Μια νύχτα ενώ προσευχόταν, βλέπει έξω από το κελί του τον σατανά, να γελά σαρκαστικά
και να κοροϊδεύει.
Του λέει ο Μονάχος. «γιατι ρε καταραμένε μου χαλάς την ησυχία;», κι ο σατανάς, «χα, χα, χα γελώ
που αγρυπνάς άδικα για τον δικό μου (τον Γιάννη).
Κι αυτός αγρυπνά αλλά στα στέκια τα δικά μου (εννοώντας ασφαλώς τα κέντρα διαφθοράς).
Ε, τώρα κατάλαβες τι θέλω να πω;
Ναι , Γέροντα, τώρα κατάλαβα ότι πρέπει κι εμείς να ζούμε χριστιανικά και να προσπαθούμε όσο μπορούμε.
Κάποτε είπε ο Γέροντας ήμουν μόνος στον Άγιο Βασίλειο, δεν ξέρω πως, έχασε το δρόμο
ένας Πειραιώτης και βρέθηκε έξω από την καλύβα μου.
Τον φιλοξένησα λίγο και του πρότεινα αν θέλει να διανυχτερεύσει.
«όχι- όχι μου λέει φεύγω». Πως μπορείς, πάτερ και ζεις χρόνια σ` αυτά τα βράχια;
Εγώ να με δέσεις θα κόψω το σχοινί να φύγω.
Εσύ που μένεις;
Στον Πειραιά.
Και μένα του απαντώ να με δέσεις στον Πειραιά , θα κόψω το σχοινί και θα έρθω εδώ!
Πράγματι ο παππούς με όλη την απλότητα έδωσε μια πολύ σοφή και εύστοχη απάντηση, και συνέχισε.
Καλά, τούτο δεν είναι τίποτε.
Ήλθε βράδυ τον έβαλε ο Γέροντας στο κελί του να κοιμηθεί και ο Γέροντας αγρυπνούσε
στην εκκλησία.
Για μια στιγμή ακούμε φωνές, κραυγές, τρέχουμε κοντά του, πέφτει απάνω μου και
Σφιγγόταν κι έτρεμε ολόκληρος.
Τι συμβαίνει βρε ευλογημένε;
Πέφτει στα ποδιά μας με κλάματα.
Ήλθαν οι δαίμονες και μ` έσπασαν στο ξύλο, θα με σκοτώσουν.
Πάρτε με γρήγορα στην Αγια Άννα, δεν μπορώ.
Του λέει ο Γέροντας.
Ησύχασε, παιδί μου, ώσπου να ξημερώσει, δεν σε ξαναχτυπάνε, λάθος έκαναν.
Κάθε βράδυ εμένα πλακώνουν στο ξύλο, αλλά κατά λάθος τις έφαγες Εσύ!
Όσα και να του είπαμε αυτός τίποτα.
Θέλω να φύγω μας έλεγε.
Τι να κάνουμε; Νύχτα σκοτεινή τον κατεβάσαμε στην Αγια Άννα.
Ο γέροντας Παίσιος στο βιβλίο του «Αγιορείτες πατέρες» αφιερώνει μικρό κεφαλαίο σε συνομιλία
Με τον Γέροντα Αρσένιο. Ο παππούς με απλότητα εκφράζει μια απορία.
«Όταν κάνω κομποσκοίνι όρθιος, αισθάνομαι έντονα ευωδία θεϊκή, όταν λέω την ευχή καθιστός ελάχιστη ευωδία αισθάνομαι».
Παρ` όλο που ήταν ενενήνταπεντε χρονών ο Γέροντας αγωνιζόταν φιλότιμα και συνεχεία
Πλουτίζονταν πνευματικά, κι ας είχε αποθηκευμένα πολλά πνευματικά κεφαλαία.
Ο Γερο- Παίσιος πολύ θαύμασε, γιατι η ευωδιά της προσευχης προϋποθέτει καθαρά καρδιά
Την οποια μοσχοβολά η παρουσία του ενοικούντος Άγιου Πνεύματος.
Άλλος αδελφός ρώτησε.
Παππού πολλή μοναχοί συνηθίζουν να λένε χαιρετισμούς όταν δουλεύουν, αντί ευχή.
Τι είναι καλύτερα;
Α! Τους χαιρετισμούς πολύ αγαπά η Παναγία μας. Εμείς με τον Γέροντα τους λέγαμε
Σαν δουλεύαμε, απ` έξω, δυο τρεις φορές την μέρα.
Να εδώ έχω ένα βιβλιαράκι με τους χαιρετισμούς που στην αρχή αναφέρει ότι η Παναγία μας
Φανερώθηκε σε πολλούς αγίους και τους υποσχέθηκε ότι, οποίος λέει
Τους χαιρετισμούς της κάθε μέρα, θα τον φυλάει και σ` αυτήν τη ζωή, αλλά και μετα
Θάνατο θα τον υπερασπίσει ενώπιον του Υιού της.
Και συνέχισε. Η βάση βέβαια είναι η ευχή. Αν έχεις προθυμία στην ευχή μην την κόβεις
Τα λέει όλα. Αν αδυνατίσει η ευχή, τότε πες τους χαιρετισμούς.
Ακόμη και το «Θεοτόκε Παρθένε» πολύ αγαπά η Παναγία μας.
Κάποτε σαν το λες καμπόσες φορές, σου προσφέρει ένα γλύκισμα η Παναγία μας που δεν περιγράφεται.
Γέροντα, όταν από την πολλή κούραση παραλύει το σώμα, μπορούμε να λέμε ξαπλωμένη την ευχή;
Ο Χριστός μας οικονομά σύμφωνα με τις δυνάμεις μας. Αν πραγματικά δεν μπορούμε
Ούτε όρθιοι, ούτε γονατιστοί, ούτε καθιστοί, τότε μας οικονομά ακόμη και ξαπλωμένους.
Αν έχουμε δυνάμεις, ο σατανάς Εκει είναι. Αμέσως φέρνει αμέλεια και ύπνο.
Και τώρα θα σας διηγηθώ μια ιστορία από τους Πατέρες.
Μια φορά είχε κάποιος τρεις φίλους. Με τον πρώτο φίλο κάθε μέρα περνούσε καλά.
Είχε δεύτερο. Και με εκείνον περνούσε καλά. Όχι όπως με τον πρώτο. Λιγότερα πιο κατώτερα.
Είχε και τρίτο φίλο δυστυχώς. Κάποτε τον έβλεπε αλλά με κρύα καρδιά.
Στο μεταξύ ήλθε είδηση από τον βασιλεία για κάποιο έγκλημα.
Ήθελε να τον δικάσει ο βασιλείας.
Τρέχει στον πρώτο φίλο του.
Του λέει. Φίλε μου ο βασιλιάς με προσκαλεί να με δικάσει. κάποιο έγκλημα έκανα.
Και ο φίλος του απαντά.
Και εγώ από το σπίτι μου δεν βγαίνω.
Αυτός απελπισμένος πηγαίνει στο δεύτερο φίλο του.
Και αυτός απαντά . εγώ στην αυλή του βασιλεία πηγαίνω αλλά μέσα δεν μπαίνω.
Τρέχει στον τρίτο φίλο αλλά ντρεπόταν.
Πώς να του το πω.
Δεν τον ευχαρίστησα καμία φορά. Τελικά πηγαίνει με ντροπή και του λέει.
Φίλε μου ο βασιλείας με κάλεσε να με δικάσει. Μπορείς να με βοηθήσεις.
Αυτός αμέσως πρόθυμος πήγε στον βασιλιά και τον βοήθησε.
Αυτό είναι παραβολικός. Οι τρεις φίλοι είναι.
Ο πρώτος είναι τα χρήματα, τα έπιπλα του σπιτιού κλπ.
Ο δεύτερος είναι γονείς, αδέλφια, συγγενείς.
Τρίτος είναι η ελεημοσύνη.
Όταν έρχεται ο θάνατος ο πρώτος φίλος δηλαδή τα χρήματα, έπιπλα από το σπίτι δεν βγαίνουν
Και ο δεύτερος φίλος συγγενείς, ίσα μέχρι το τάφο πηγαίνουν.
Ο τρίτος φίλος η ελεημοσύνη πηγαίνει στο Χριστό μας και τον βοήθα.
Τα πρώτα χρόνια που ήταν υποτακτικός μαζί με τον γέροντα Ιωσήφ τον Σπηλιώτη
μας διηγείται για τον γεροντα του τον απλοϊκών και άγιο Γεροντά του Εφραίμ.
Το εργόχειρο του ήταν βαρελάς, αλλά και ξυλόγλυπτης.
Σκάλιζε τέμπλα σε πολλούς ιερούς ναούς.
Ανάμεσα στα αλλά συνέβη και το εξής περιστατικό.
« Την εποχή που κοινοβίαζαν οι μοναχοί Ιωσήφ και Αρσένιος κοντά του, Εκει στα Κατουνάκια,
ανακαινίσθηκε ο ναός της καλύβας των Αρχαγγέλων.
Ο Γέροντας του κελιού κάλεσε ένα ξυλογλύπτη για προσφορά. Εκείνος ζήτησε 20 λίρες χρυσές.
Επειδή δεν είχε να δώσει τόσα πολλά κάλεσε τον Γ. Εφραίμ.
Φτιάχνεις το τέμπλο;
Το φτιάχνω είπε.
Όσο για την τιμή, συζήτηση δεν έγινε.
Δώστου – Δώστου ο Γέροντας μας τελείωσε το τέμπλο. Τώρα η πληρωμή.
Ψάχνει ο Γέροντας του κελιού στ ταμείο, βρίσκει 2 λίρες.
Βγάζει και τις δίνει.
Σύγχρονος του λέει.
Καλά είναι Γέρο – Εφραίμ;
Καλά, καλά Γέροντα ευχαριστώ.
Εγώ λέει ο Γερο Αρσένιος μόλις το έμαθα έγινα φωτιά. Πάω στο Γέροντα και του λέω.
Γέροντα, όλα κι όλα αυτό δεν το σηκώνω. Ο άλλος είκοσι λίρες ζήτησε κι εσένα με δυο λίρες σε ξόφλησε κιόλας.
Και του λέει το απλό και σοφό γεροντάκι.
Κι αν τα πληρωθούμε όλα εδώ, για τον ουρανό, τι θα μείνει παιδί μου;
Έτσι κατάλαβα είπε ο Γέροντας Αρσένιος ότι ο Γέροντας μας δεν ήταν κουτός.
Είχε αρετή που εμείς δεν μπορούσαμε να φτάσουμε.
Αλλά για να το δω και με τα μάτια μου, να σας πω τι μου έδειξε ο Θεός.
Λίγες μέρες μετα την κοίμηση του Γέροντα μου Εφραίμ τον είδα σαν προσευχόμουν σε όραμα.
Ήταν σε ένα πανευφρόσυνο τόπο. Το πρόσωπο του άστραφτε από τη πολλή δόξα και στεκόταν έξω από ένα
Ωραίο εκκλησάκι.
Αφού χάρηκα που τον είδα σε τόση δόξα κατόπιν τον ρώτησα.
Γεροντα τι είναι αυτό το όμορφο εκκλησάκι;
Α, αυτό είναι δικό μου.
Θυμάσαι που του σκάλισα το τέμπλο με δυο λίρες; Επειδή δεν πληρώθηκα εκεί και δεν γόγγυξα, ούτε κατέκρινα ο Χριστός μου το φύλαξε στον ουρανό. Θυμάσαι που σου το έλεγα;»
Συνήλθα από το όραμα γεμάτος χαρά. Αλλά μου έδωσε και ένα μεγάλο μάθημα, μετα θάνατο
Ο Γέροντας μου που το θυμάμαι σ` όλη την ζωή μου.
Εκείνο τον καιρό ασκήτευε και ένας ησυχαστής ο γέρων Δανιήλ.
Διηγείται ο γέροντας Αρσένιος. «Λοιπόν ο γέροντας αυτός ο παπα- Δανιήλ, είχε τυπικό να αγρυπνεί
Και να λειτουργεί κάθε βράδυ, ακριβώς τα μεσάνυχτα. Δεν δεχόταν κανένα.
Τον βοηθούσε στο ψάλσιμο ο υποτακτικός του, ο πατήρ Αντώνιος μόνος του.
Το γεγονός αυτό παρεξηγήθηκε ώστε πολλή να τον θεωρούν πλανεμένο.
Ο λόγος όμως ήταν ότι κάθε φορά που λειτουργούσε έχυνε ποτάμι τα δάκρυα και η λειτουργία
Παρατεινόταν δυο- τρεις ώρες.
Τελειώνοντας κλεινόταν αμέσως στο κελί του για να συνεχίσει κι Εκει τα δάκρυα ώρες ολόκληρες
Ευτυχώς κατά εξαίρεση, εμάς τους δυο με τον Γέροντα μας δεχόταν.
Όταν τελείωνε την Θεια Λειτουργία, επειδή ήξερε ότι περιμέναμε λόγο αγαθό από το αγιασμένο
στόμα του, η πρώτη του κουβέντα που συνήθιζε να λέει ήταν.
Η Αγια Συγκλητική λέγει το λυχνάρι φωτίζει, αλλά τα χείλη του καίει.
Το έλεγε και το εννοούσε, γιατι είχε μεγάλο φόβο μήπως με τις συνομιλίες χάση την κατάσταση
που είχε.
Ωστόσο σε εμάς έλεγε μερικά λογάκια και μάλιστα για να μη χρονοτριβή, διάβαζε μόνο του τους
λογισμους μας, έμπαινε κατευθείαν στα προβλήματα μας και αφού μας έδινε
τις κατάλληλες συνταγές, μας απέλυε με ειρήνη.»
Το φαγητό του παπα –Δανιήλ ήταν πάντα ίδιο. Όλο το χρόνο έτρωγε, μια φορά την μέρα,
φασόλια βραστά. Τα έστελνε η κυρίαρχη Μονή ένα τσουβάλι κάθε χρόνο ο δε άγιος εκείνος
γέροντας που τα` άφηνε όλα στο Θεό, έτρωγε αγογγύστως λέγοντας.
Αυτά μας στέλνει ο Θεός αυτά τρώμε.
Ο Γερο – Ιωσήφ όμως δεν το ανέχτηκε αυτό το πράγμα.
Γιατι για ένα ησυχαστή συνεχεία φασόλια δημιουργούν φουσκώματα και παρενέργειες στον
Οργανισμό. γι αυτό και αποτάθηκε στην Μεγίστη Λαύρα χωρίς να ρωτήσει τον Γέροντα.
Έκτοτε η Λαύρα δεν ξαναέστειλε φασόλια.
Κάποιος ρώτησε. Παππού από την αγία Γραφή τη να διαβάσουμε περισσότερο;
Όλη η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστη και πρέπει να την διαβάζουμε. Από την Π. Διαθήκη πρέπει να διαβάζουμε το ψαλτήρι. Είναι πολύ δυνατή προσευχή.
Είπε πάλι. Η ανάγνωση είναι κι αυτή ένα είδος προσευχής.
Εμείς κάθε μέρα διαβάζαμε ένα δυο κεφάλαια Αγ. Γραφής και μετα διαβάζαμε πατερικα βιβλία.
Όσο για τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο, τον κρατάμε πάντα στην μασχάλη μας.
Άλλο βιβλίο να μην έχεις ο Ισαάκ ο Σύρος φτάνει. Τα λέει όλα.
Όμως διαβάζουμε και Κλίμακα, Άββά Δωρόθεο, Ευεργεντινό, άγιο Μακάριο και τους βίους των
Άγιων μας.
Όταν διαβάζουμε βίους κερδίσουμε δυο πράγματα.
Πρώτο το παράδειγμα των αγώνων τους, μας ξυπνά από την νάρκη της αμέλειας, και δεύτερον οι άγιοι
Όταν διαβάζουμε το βίο με ευλάβεια, πρεσβεύουν στο Χριστό για μας.
Υπάρχουν κάτι αγριχελίδονα που χτίζουν τις φωλιές στους πανύψηλους εξωτερικούς τοίχους
των μοναστηριών.
Ειναι τόσα αγρία ώστε μόλις αντικρίσουν άνθρωπο πετούν και φεύγουν σαν αεροπλάνο.
Και όμως μια φορά, ενώ προσευχόταν ο παππούς στο μπαλκόνι, να ένα χελιδόνι σιμώνει
και κάθεται στους ωμούς του!!
Βρε , λέει ο παππούς ο πειρασμός σ` έστειλε για να με κόψεις από την ευχή;
Γυρνώ το κεφάλι το κοιτάζω, με κοιτάζει. Ξανά στην προσευχή.
Σε λίγο ξανακοιτάω το πουλί.
Κοιτάζει το πουλί εμένα.
Μωρέ, λέγω δεν είναι δουλειά.
Σκέφτηκα να το διώξω. Το λυπήθηκα. Α, εσύ κατάλαβες εμένα.
Ο παππούς δεν σε πειράζει. Άντε, κάτσε όσο θέλεις αλλά μια συμφωνία. Μη μου βγάλεις στους
Ώμους καμία κουτσουλιά.
Μας διηγήθηκε για τον παπα- Εφραίμ τον Κατουνακιώτη τι έπαθε μια φορά.
Τα πρώτα χρόνια που το γνωρίσαμε, αγωνιζόταν με πόλη ζήλο στη προσευχή.
Μια βραδιά έπεσε στο κρεβάτι να ξεκουραστεί λίγο και μετα να σηκωθεί για αγρυπνία.
Οι δαίμονες πολύ φθόνο είχαν μέσα τους.
Η προσευχή του παπα Εφραίμ ήταν φωτιά.
Έρχονται λοιπόν , ένας ολόκληρος λεγεώνας, έξω από το κελί του και αρχίζουν φωνές.
Ξυπνά το καλογέρι φοβισμένο. Βάζει αυτή, κατάλαβε δαίμονες ειναι.
Όλοι μαζί με μια φωνή. « Πόλεμος – Πόλεμος…».
Νόμιζαν ότι θα τρομάξει.
Όμως τι κάνει το καλογέρι; Σηκώνεται από το κρεβάτι σαν αστραπή. Αρπάζει το τρακοσάρι (κομποσχοίνι)
Και τους απαντά και αυτός με θάρρος και δυνατά.
Ναι – ναι Πόλεμος –Πόλεμος.
Και δώστου αρχινά η μάχη. « Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με»
«Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με τον αμαρτωλό».
Έβγαλε τέτοια αγρυπνία που την θυμόταν για χρόνια.
Έλεγε κι αυτός μετα ευχαριστώ, στους δαίμονες που τον ξυπνήσανε.
Στην Νέα σκήτη υπάρχει μια καλύβα τιμώμενη στο όνομα των είκοσι Αγ. Αναργύρων.
Εκει έζησε ένας ευλαβέστατος μοναχός ονόματι Θεοφύλακτος.
Είχε και αυτός ενσωματωθεί στην συνοδεία του Γέροντα Ιωσήφ του Σπηλιώτη.
Ο Γέροντας αυτός Είχε πολλές αρετές.
Χρήματα δεν κρατούσε ποτέ. Όταν του τύχαινε οικονομική ανάγκη, με πίστη ζητούσε από
Τους προστάτες του και του έστελναν όσο χρειαζόταν.
Τα κανδήλια του ναού ήταν ακοίμητα.
Αλλά και τα προσκυνητάρια της σκήτης άναβε χειμώνα καλοκαίρι.
Ακόμη και με μισό μέτρο χιόνι έπρεπε να κατέβει ν` ανάψει τα καντηλάκια.
Μαγειρεμένο φαΐ έτρωγε Όταν του δίναμε, στο σπίτι του όμως ουδέποτε μαγείρεψε.
Σ` αυτό το γεροντάκι έδωσε ο Θεός και το χάρισμα να βλέπει πολλές φορές υπερφυσικά
πράγματα με τους νοερούς οφθαλμούς της ψυχής. Ως δείγμα αναφέρω δυο.
Μια φορά σε μια συνοδεία έβλεπε συνέχεια να τριγυρνά ο σατανάς και να στήνει παγίδα.
Λέγει στον γεροντα του κελιού.
Πρόσεχε, ο σατανάς κάτι σχεδιάζει στην συνοδεία σου.
Δεν πέρασαν λίγες μέρες κι ένα καλογερι σηκώθηκε και έφυγε.
Σ` ένα πνευματικό είπε. «πρόσεξε ο σατανάς χτες τριγυρνούσε στο δωμάτιο σου»
Πράγματι την προηγούμενη μέρα ένας μοναχός με ψεύτικη εξομολόγηση τον ξεγέλασε και του έδωσε
Συμμαρτυρία για να χειροτονηθεί ιερέας.
Επανεξετάζοντας την απάτη απέσυρε την συμμαρτυρία.
Μας έλεγε σε ηλικία 95 χρονών.
Ξεκινώ για λίγο όρθιος την προσευχή. Με προλαβαίνει η Θεία Χάρις.
Ξεχνιέμαι και όταν αρχίζω να αισθάνομαι κόπο, κοιτάζω, πέρασαν τρεις ώρες.
Η γλυκύτης, η χαρά και η ειρήνη της ψυχής του δυνάμωναν και το Αδύνατο σώμα του παππού.
Καθήμενοι μια μέρα ο παππούς με τον Γ. ΠΑΙΣΙΟ στο παγκάκι της αυλής Ρώτα ο Γέροντας Παίσιος.
Γερο – Αρσένιε, βλέπεις καμία φορά τον γερο –Ιωσήφ στον ύπνο σου;
Του απαντά ο Γέροντας με απλότητα.
Ναι, γεροντα τον Βλέπω.
Πριν λίγες νύχτες μάλιστα τον είδα ζωντανά, ήλθε και με αγκάλιασε και μου λέει.
«Μέχρι ποτέ θα ζούμε χώρια; Έλα σε περιμένω»
και εγώ του απαντώ. «Μα μήπως είναι στο χέρι μου;».
ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΦΙΛΟΘΕΙΤΗΣ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΣ Ι. ΜΟΝΗΣ ΦΙΛΟΘΕΟΥ.
Σχετικά με την προσευχή διηγείται ο Γέροντας Εφραίμ.
Η προσευχή είναι καταπέλτης κατά των δαιμόνων, κατά των παθων, κατά της αμαρτίας και γενικά,
βέβαια, κατά παντός που εναντιώνεται στο δρόμο της σωτηρίας.
Κάποτε ήταν ένας μοναχός και είχε πέσει σε αμέλεια πολλή. Τόσο ώστε και τον κανόνα του
Άφησε και στράφηκε προς το κόσμο.
Πήγε στην πατρίδα του την Κεφαλονιά.
Πήγε λοιπόν να προσκύνηση τον Αγιον Γεράσιμο.
Πηγαίνοντας λοιπόν να προσκυνήσει τον Άγιο, τον συναντά μια δαιμονισμένη στο δρόμο και του λέει.
Ξέρεις τι κρατάς στο χέρι σου;
Αχ, να ήξερες, ταλαίπωρε τι κρατάς στο χέρι σου;
Να ήξερες πόσο με καίει εμένα αυτό το κομποσκοίνι σου, και συ το κρατάς, έτσι από συνήθεια
για το τύπο!
Εμβρόντητος έμεινε ο μοναχός.
Από Θεού ήταν να μιλήσει το δαιμόνιο. Συνήλθε. Τον φώτισε ο Θεός και λέγει στον εαυτό του.
Για δες τι κάνω ο ανόητος!
Κρατώ στο χέρι μου το δυνατότερο όπλο και δεν μπορώ να χτυπήσω ένα διάβολο.
Και όχι μόνο να τον κτυπήσω δεν μπορώ αλλά με σύρει και αιχμάλωτο όπου θέλει.
Ήμαρτον Θεέ μου.
Και την ίδια αυτή στιγμή αναχωρεί για το μοναστήρι.
Μετανοιωμένος έβαλε πάλι αρχή καλή. Τόσο πρόκοψε στην ευχή ώστε έγινε υπόδειγμα ωφέλειας
και για τους άλλους.
Τον πρόλαβε και η ταπεινότητα μου αυτόν τον Γέροντα.
Δεν άκουγες από το στόμα του άλλο, παρά το Κύριε Ιησού ελέησον με!
Ακατάπαυστα.
Του έλεγες κάτι, σου έλεγε δυο λέξεις και η γλώσσα του γύρισε ευθύς στην ευχή.
Τόσο την είχε συνηθίσει.
Τόσο τον είχε αλλοίωση.
Είπε πάλι. Γνωρίζω χιλιάδες ψυχές στο κόσμο, οι οποίοι βιάζουν τον εαυτό τους στην ευχή.
Έχουν θαυμαστά αποτελέσματα. Η ευχή τους τονώνει τον αγώνα τον πνευματικό, τους φωτίζει
Μέσα τους και κάνουν βαθιά εξομολόγηση, ειλικρινά και πικραμένοι από τους λογισμους
Και τους πειρασμούς που ξεσηκώνει η ευχή, τρέχουν με λαχτάρα στα Αγια Μυστήρια.
Και δεν μπορούν να κάνουν χωρίς την ευχή.
Έλεγε για την αγαθή συνείδηση και υπακουή. Στην περιοχή της Άγιας Άννας στο Άθωνα
ήταν ένα καλογέρι το οποίο κουβαλούσε τσουβάλια στάρι από τον αρσανά επάνω
Πολύς κόπος και πολλοί ίδρωτες.
Μια στιγμή άρχισε να λέγει με το λογισμό του. «Άραγε έχουμε μισθό για το τόσο κόπο
Και τους τόσους ιδρώτες που χύνουμε κάνοντας υπακουή στους Γεροντάδες μας;»
Ενώ, συλλογιζόταν αυτά, κάθισε λίγο να ξεκουραστεί.
Τότε του ήρθε λίγος ύπνος. Μεταξύ ύπνου και εγρηγόρσεως, βλέπει την Παναγιά μπροστά του.
« Μη στεναχωριέσαι, τέκνο του λέει. Οι ιδρώτες αυτοί που χύνεις για την υπάκουη, κουβαλώντας τα τρόφιμα, ως μαρτυρικό αίμα ενώπιον του Υιού μου λογίζεται».
Ήρθε στον εαυτό του ύστερα και του έφυγαν οι λογισμοί, του έφυγε η στεναχώρια.
Κι οι πατέρες το έγραψαν στο πεζουλάκι και όποιος περνά από κει το διαβάζει.
Κοντά στο καθολικό της άγιας Άννας,, υπάρχει ένα σπιτάκι, που λέγεται του «Πατριάρχου».
Εκει ασκήτευε ένας Πατριάρχης ονόματι Κύριλλος.
Εγκατέλειψε τον πατριαρχικό θρόνο και ήλθε και έγινε καλόγερος.
Οι πατέρες κουβαλούσαν τα πράγματα στη πλάτη.
Λέγουν στον Πατριάρχη. «Εσύ γέροντας είσαι, παναγιότατε και αμάθητος, να σου
πάρουμε ένα γαιδουράκι, να φορτώνεις τα τρόφιμα σου».
Του πήραν ένα γαιδουράκι και κατέβαινε με αυτό.
Μια μέρα, ενώ ανέβαινε ο Πατριάρχης με το ζώο και οι άλλοι πατέρες με τα τρόφιμα
στην πλάτη τους, κάθισαν λίγο να ξεκουραστούν. Ξαφνικά ο Πατριάρχης, μεταξύ ύπνου και εγρηγόρσεως
βλέπει την Παναγιά μαζί με τους αγγέλους.
Και η μεν Παναγιά είχε ένα δοχείο και πότιζε τους πατέρες, που κουβαλούσαν τα πράγματα,
στην πλάτη τους, οι δε Άγγελοι είχαν μαντήλια, και σκούπιζαν τον ιδρώτα τους.
Βλέποντας έκπληκτος ότι σκούπιζαν και τον ιδρώτα από το γαιδουράκι, παρακαλούσε λέγοντας.
«Σκουπίστε και εμένα σας παρακαλώ». Τότε του λέει η Παναγία. «Πάτερ, εσύ δεν έχεις
ίδρωτα, το γαιδουράκι θα σκουπίσουμε που έχει».
Τότε ξύπνησε και ήλθε στον εαυτό του.
Λέγει προς τους πατέρες.»Πάρτε το γαιδουράκι, γιατι ζημιώνουμε σε πολλά πράγματα.
Η Παναγία και οι Άγγελοι σκούπισαν το γαιδουρακι και όχι εμένα».
Έκτοτε τα κουβαλούσε και αυτός στην πλάτη του.
Ποσά και ποσά τέτοια δεν έχουν γίνει στην ζωή των πατέρων! Που να είμαστε να τα βλέπαμε!
Τώρα, σπανίως συναντούντε, χάθηκαν όλα.
Για την Θεία Κοινωνία είπε.
Μετα φόβου και ευλάβειας να στέκεσαι στην εκκλησία, γιατι αοράτος ο Χριστός μας
Με τους αγγέλους παρευρίσκεται.
Τους προσέρχοντες και ευλαβείς τους γεμίζει χάρη και ευλογία.
Τους απρόσεκτους κατακρίνει ως αναξίους.
Προσπάθησε να κοινωνείς συχνά όσο το δυνατό, γιατι η Θεια Κοινωνία είναι άριστο βοήθημα για τον αγωνιστεί κατ της αμαρτίας.
Τόνισε το εξής. Οι ηθικές δυνάμεις που έχουμε μέσα μας, όταν καθοδηγούνται από την
Προσευχή, γίνονται ισχυρότερες από όλους τους πειρασμούς και τους νικούν.
Η συχνότης στην προσευχή δημιουργεί μια συνήθεια για προσευχή, που δεν αργεί να γίνει δεύτερη
φύση και φέρει συχνά το νου και την καρδιά σε ανώτερη ψυχική κατάσταση.
Για την προσευχή είπε πάλι. Εάν επιθυμείς πραγματικά να αποδιώξεις κάθε αντιχριστιανική
Σκέψη και να εξαγνίσεις τον νουν σου, αυτό θα το πετύχεις μόνο με την προσευχή, γιατι τίποτα δεν
Μπορεί τόσο καλά να ρυθμίσει τις σκέψεις σου, όσο η προσευχή.
Το όνομα του Ιησού Χριστού που επικαλούμεθα στην προσευχή, περιέχει μέσα του αυτοϋπάρχουσαν
Και αυτενεργούσα ανορθωτική δύναμη.
Μην ανησυχείς λοιπόν από την ατέλεια και ξηρασία της προσευχής σου, αλλά περίμενε
Με επιμονή τον καρπό της συχνής επικλήσεως του Θειου Ονόματος.
Βλέπουμε ότι και λαϊκή στην προσευχή αγίαζαν.
Ο πατέρας του άγιου ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ του Παλαμά μέσα στα βασίλεια ήταν, μέσα στο υπουργικό συμβούλιο
Του Ανδρόνικου , του Βυζαντινού Αυτοκράτορα.
Παρ` όλο που είχε τόσες υποθέσεις και μέριμνες και σκοτούρες, δεν έμεινε αμέτοχος της προσευχής και της ωφέλειας και της προόδου από αυτήν.
Έτσι φανερώνεται ότι όπου ο άνθρωπος βρεθεί, όπου και αν σταθεί, οποια ζωή και αν κάνει, όταν
αδολεσχήση στην προσευχή αυτή την θαυματουργή πετυχαίνει την χάρη του Θεού.
ΓΕΡΩΝ ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΣΤΑΥΡΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ (1906-1982).
Είπε ο Γέροντας. Οι νηστείες, τα δάκρυα και οι προσευχές της Άγιας Μόνικας χάρισαν στην Εκκλησία,
ένα Άγιο Αυγουστίνο! Οι σημερινές μητέρες ζουν εν Κυρίω;
Νηστεύουν και προσεύχονται; Πως περιμένουν, χωρίς να αγωνίζονται οι ίδιες με τα όπλα αυτά,
να ευδοκιμήσουν τα παιδία τους στην πνευματική ζωή;
Τις παρά φύσιν παρεκτροπές των Σοδομιτών και Γομορριτών ο Θεός τις τιμώρησε με ένα
«παρά φύσιν» τρόπο. Με βροχή δηλαδή όχι από νερό, αλλά από φωτιά και θειάφι!
Η φιληδονία και η φιλοσαρκία ψυχραίνει και εξαφανίζει την αγάπη στο Θεό.
Παλαιότερα οι άνθρωποι αισθάνονταν ντροπή όταν έπεφταν σε σαρκικά αμαρτήματα.
Σήμερα δυστυχώς τα αμαρτήματα αυτά γίνονται αδιάντροπα.
Και με τον κατήφορο που πήραμε, θα έλθει καιρός, που όχι μόνο δεν θα θεωρούνται πια
αμαρτήματα, αλλά και θα επαινούνται! Ουαί και αλίμονο, όταν θα φτάσει η κοινωνία μας σ` εκείνο το
σημείο.
Αυτός που πιστεύει στο Θεό, και έχει δυνατή πίστη, αισθάνεται σε κάθε βήμα της ζωής του την
Παρουσία του Χριστού, και νιώθει απέραντη χαρά και ειρήνη μέσα στην ψυχή του.
Αντίθετα ο ολιγόπιστος μεμψιμοιρεί, λυπάται για τα γήινα, γογγύζει εύκολα, ταράσσεται
Γεμίζει άγχος.
Υπάρχει πίστη αληθινή, όπως υπάρχει και πίστη ψεύτικη. αληθινή πίστη φαίνεται στην ώρα του
Πειρασμού. Η ψεύτικη πίστη ανθίζει μόνο στο καιρό των ανέσεων και μαραίνεται στην ώρα της
δοκιμασίας.
Το αν κάποιος λογισμός σου είναι καλός, μη το κρίνεις από μόνος σου.
Να παίρνεις τη γνώμη του Πνευματικού σου.
Κι αν ο Πνευματικό σου βρίσκεται εκείνη την κρίσιμη στιγμή μακριά, να ζητήσεις τη γνώμη
κάποιου πνευματικού και έμπιστου αδελφού σου.
Και ταυτόχρονα να παρακαλείς τον Θεό να σε φωτίσει και να σε πληροφορήσει για την ορθότητα ή όχι
της κρίσεως σου. Εγώ όταν βρεθώ σε αδιέξοδο, και δεν έχω τη δυνατότητα να εμπιστευθώ εκείνη τη
συγκεκριμένη στιγμή κάπου το πρόβλημα μου, τότε σταματώ και λέω. «Θεέ μου κάμε όπως ξέρεις!»
και δεν ενεργώ μέχρι ότου με πληροφόρηση ο Θεός μέσα στη καρδιά μου.
Όταν ευλογεί ο ιερέας, μεταδίδει τη δύναμη και τη Χάρη του ΧΡΙΣΤΟΥ δια του Τιμίου Σταυρού.
Όσο ο ιερέας προσεύχεται στον Θεό για τους άλλους κατά την Θεία Λειτουργία, τόσο
περισσότερο ελεείται από το Θεό ο ίδιος.
Όσο περισσότερο αγωνίζεσαι να αγαπάς το Θεό, τόσο περισσότερο αυτός σου αποκαλύπτεται.
Δεν υπάρχει χώρος παραμονής στη Βασιλεία των ουρανών γι` αυτούς που στην ψυχή τους
δεν έχουν χώρο αγαπης για τους εχθρούς τους.
Ο πράος επηρεάζει και τους άλλους γύρω του!
Ειρηνεύει αυτούς που διαπληκτίζονται, γαληνεύει αυτούς που έχουν ταραχή και σύγχυση.
Ο πράος, και με μόνη τη θεά του, σκορπίζει ειρήνη και χάρη.
Ο στόχος του Πνευματικού όταν εξομολογεί, είναι να κερδηθεί ο αμαρτωλός!
100. Κι αν όλοι γύρω σου σ` εγκαταλείψουν, δεν πρέπει να επιτρέψεις στον εαυτό σου
να αισθάνεται πως δεν έχεις ανθρώπινο στήριγμα.
Γιατι ο Πνευματικός σου υπόσχεται πως θα έχει τη φροντίδα και την έγνοια σου.
ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΩ ΔΟΞΑ
Χρήστος Βλάχος
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
-ΠΑΠΑ – ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΚΑΓΚΑΣΤΑΘΗΣ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ
-ΣΑΒΒΑΣ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ.
-ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΠΑ – ΤΥΧΩΝΑ.
ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ι. ΚΕΛΙΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ –ΚΑΡΥΕΣ – ΆΓΙΟ ΌΡΟΣ.
-Ο ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ. ΜΟΝΑΧΟΥ ΜΩΥΣΕΩΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ – ΤΑΞΙΑΡΧΕΣ ΣΙΨΑ ΔΡΑΜΑ.
-Ο ΓΕΡΩΝ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. ΙΩΣΗΦ Μ.Δ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΛΥΔΙΑ.
-ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΦΡΑΙΜ ΠΑΤΡΙΚΕΣ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ . ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ι.Μ.ΦΙΛΟΘΕΟΥ – ΑΓΙΟΝ ΌΡΟΣ.
-Ο ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΟΣ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ
ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΥ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ. ΑΓΙΟ ΌΡΟΣ.
-ΑΒΒΑΚΟΥΜ Ο ΑΝΥΠΟΔΗΤΟΣ. ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ. ΑΘΗΝΑ 1988
ΕΝΑΣ ΆΓΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ Π. ΙΑΚΩΒΟΣ.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΟΣΙΟΥ ΔΑΒΙΔ ΓΕΡΟΝΤΟΣ.
ΡΟΒΙΕΣ ΕΥΒΟΙΑΣ 1993.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου