Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2014

Γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ ἄγχους (κατά τήν Ἁγία Γραφή καί τούς Ἁγ. Πατέρες) Μαρτίου 8, 2012 — anaxoriti


ΤΟ ΑΓΧΟΣ ΚΑΙ ΠΩΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΤΑΙ 
πάντηση σέ μία ψυχή:
Μοῦ ζητήσατε νά γράψω δύο σελίδες γιά τό ἄγχος. Τί εἶναι καί πῶς ἀντιμετωπίζεται…
 Θά ἦταν ἀρκετό νά σᾶς γράψω μόνο δύο σειρές, πού ἀρκοῦν γιά χιλιάδες σελίδες:
«αυτούς καί λλήλους καί πσαν τήν ζωήν μν Χριστ τ Θε παραθώμεθα». Ατό πλ σημαίνει: «Τούς αυτούς μας καί τούς λλους καί λη μας τήν ζωή ς τά φήσουμε στόν Θεό».
Ἄν τηροῦμε συνεχῶς αὐτήν τήν προτροπή ποτέ δέν θά κυριευθοῦμε ἀπό τήν δαιμονική ἐπήρεια πού λέγεται ἄγχος.
 Παρ’ ὅλα αὐτά ἄς ποῦμε λίγα ἀκόμη πάνω στό θέμα μας:
Σύμφωνα μέ τήν Ὀρθόδοξη Δογματική λα γίνονται ετε κατά εδοκία ετε κατά παραχώρηση το Θεο. ρα λα εναι γιά τό καλό μας, φο Θεός τίποτε δέν κάνει τό κακό.
Ἄν ἀντιδροῦμε, γογγύζουμε, μεμψιμοιροῦμε, ἀγχωνόμαστε, στενοχωριόμαστε μέ τά διάφορα γεγονότα, εἶναι σάν νά λέμε στόν Θεό: «Δέν μ’ ἀγαπᾶς, δέν τά κάνεις σωστά καί καλά τά πράγματα».
Οὐσιαστικά βλασφημοῦμε μ’ αὐτή μας τήν στάση τόν Θεό καί δείχνουμε ἀχαριστία. Στή ρίζα αὐτῆς τῆς συμπεριφορᾶς ὑπάρχει ἀπιστία στήν Θεία Του Πρόνοια καί στήν Θεία Του Παναγαθότητα.
Κι ὅμως:
 Ὁ Παντοδύναμος καί Πανάγαθος Κύριος μᾶς ἔχει ὑποσχεθεῖ ὅτι θά μεριμνήσει γιά μᾶς. Μᾶς δίδαξε: «τι Ατ μέλλει περί μν» δηλαδή ὅτι «Ατός χει τήν φροντίδα μας».
Ζητᾶ μόνον νά Τόν ἐμπιστευθοῦμε καί νά Τοῦ ζητήσουμε τό ἔλεος Του, διότι σέβεται τήν ἐλευθερία μας καί τό «ὄχι» μας. Εἶναι ὁ στοργικός Πατέρας Μας.  Μᾶς εἶπε ὅτι ὅλα ὅσα χρειάζονται γιά τήν βιολογική μας ζωή θά μᾶς προστεθοῦν ἀρκεῖ ἐμεῖς νά κάνουμε τά πνευματικά μας, νά ζητήσουμε τόν Ἴδιο καί τό θέλημά Του.
Γνωρίζει ὅτι εἴμαστε ἀδύναμοι…Αὐτός ἀλλωστε μᾶς εἶπε:
«Χωρίς μένα δέν μπορετε νά κάνετε τίποτε»(Ἰωάν. 15, 5). Εἴμαστε ἀδύναμοι σάν τά μωρά, ἀλλά μποροῦμε, ἄν θέλουμε νά εἴμαστε στήν ἀγκαλιά τοῦ πιό Στοργικοῦ, τοῦ πιό Ἀγαθοῦ, τοῦ πιό Σοφοῦ καί τοῦ πιό Δυνατοῦ Πατέρα.
-Τό μωρό στήν ἀγκαλιά τοῦ Πατέρα του ἔχει ἄγχος;
-Ποτέ! Πόσο μᾶλλον ἐμεῖς. Εἴμαστε τά ἀγαπημένα παιδιά τοῦ Θεοῦ καί ἐφ’ ὅσον τό θέλουμε μᾶς ἔχει στήν ἀγκαλιά Του.
 Ἕνα μόνο θά πρέπει νά μᾶς ἀπασχολεῖ. Μήπως μᾶς ξεγελάσει ὁ ἐχθρός τοῦ Πατέρα Μας καί μᾶς πείσει νά φύγουμε ἀπό τήν θερμή ἀντιαγχωτική ἀγκαλιά Του. Τότε πράγματι θά νιώσουμε ἀπέραντα ἀνασφαλεῖς καί μόνοι…
Τότε θά μᾶς «σφυρήξῃ» ὁ πονηρός: «Πάρε τή ζωή στά χέρια σου. Ἔχε αὐτοπεποίθηση…Ἀγωνίσου, δούλεψε γιά νά ζήσεις…». Ἀλλοίμονο ἄν τόν ἀκούσουμε…
Τό ἀντίθετο πρέπει νά κάνουμε. Θά πρέπει νά γυρίσουμε πάλι πίσω στήν ἀγκαλιά τοῦ Πατέρα Μας.
 Νά πῶς μᾶς τό λέει ὁ Χρυσορρήμων: «Μ φροντίσεις μ γωνία για τ δικ σου θέματα, λλ φησε τα στό Θεό. Γιατί, ν φροντίσεις σύ, φροντίζεις σν νθρωπος· ν μως προνοήσει Θεός, προνοε σν Θεός. Μ φροντίσεις γι’ ατά, διαφορώντας γιά τ σπουδαιότερα (γιά τά πνευματικά), γιατ Θες δέν θ δείξει μεγάλο νδιαφέρον γι’ ατά (γιά τά βιωτικά). Γιά νά προνοε λοιπν σ μεγάλο βαθμ Θες γι’ ατά, μπιστεύσου λα ατ στό Θεό. Γιατί, ν σ διος σχοληθες μ ατ φήνοντας τ πνευματικά, δέν θ δείξει μεγάλο νδιαφέρον γι’ ατ Θεός. Λοιπόν, γιά νά πνε καλ τ θέματά σου κα νά παλλαγες π κάθε γωνιώδη φροντίδα, φρόντισε γιά τ πνευματικ κα περιφρόνησε τ βιοτικά· γιατ τσι κα τή γ θ πιτύχεις μαζ μ τν οραν κα τ μελλοντικ γαθ θ κερδίσης»[1]
Γιατί δέν ἀκοῦμε τήν φωνή τοῦ Κυρίου καί στοργικοῦ Πατέρα Μας;
Ἄς μελετήσουμε προσεκτικά τό πιό ἀντιαγχωτικό-ἀγχολυτικό κείμενο ὅλων τῶν αἰώνων.
Ὁμιλεῖ ὁ Κύριος:
«Δι τοτο λγω μν, μ μεριμντε τ ψυχ μν τ φγητε κα τ πητε, μηδ τ σματι μν τ νδσησθε· οχ ψυχ πλεῖόν στι τς τροφς κα τ σμα το νδματος;( Ματθ. 6 ,25)
Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς καὶ σᾶς λέγω, μὴ φροντίζετε μὲ στενοχωρίαν καὶ ἀγωνίαν διὰ τὴν ζωὴν σας, δηλαδὴ διὰ τό τί θὰ φάγετε καὶ τό τί θὰ πίετε, οὔτε καὶ διὰ τὸ σῶμα σας μὲ τὶ θὰ ἐνδυθῆτε. Δεν ἀξίζει ἡ ζωὴ περισσότερον ἀπὸ τὴν τροφὴν καὶ τὸ σῶμα ἀπὸ τὸ ἔνδυμα; (Ὁ Θεός, ποὺ σᾶς ἔδωσε τὸ πολυτιμότερον, δεν θὰ σᾶς δώσῃ καὶ τὸ κατώτερον;)
μβλέψατε ες τ πετειν το ορανο, τι ο σπείρουσιν οδ θερίζουσιν οδ συνάγουσιν ες ποθήκας κα πατρ μν οράνιος τρέφει ατά· οχ μες μλλον διαφέρετε ατν; (Ματθ. 6 ,26)
Παρατηρῆστε τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἴδετε ὅτι αὐτὰ οὔτε σπέρνουν οὔτε θερίζουν οὔτε συγκεντρώνουν τροφὰς εἰς ἀποθήκας. Καὶ ὅμως ὁ Πατὴρ σας ὁ οὐράνιος τὰ τρέφει. Σεῖς δέν ἔχετε ἀσυγκρίτως μεγαλυτέραν ἀξίαν ἀπὸ αὐτά;
τς δ ξ μν μεριμνν δύναται προσθεναι π τν λικίαν ατο πχυν να; (Ματθ. 6,27)
Ποῖος δὲ ἀπὸ σᾶς, ὅσας πολλὰς καὶ μεγάλας φροντίδας καὶ ἂν καταβάλῃ, ἠμπορεῖ να προσθέση στο ἀνάστημά του ἕνα πῆχυν;
κα περ νδύματός τι μεριμντε; καταμάθετε τ κρίνα το γρο πς αξάνει· ο κοπι οδ νήθει· (Ματθ. 6,28)  
Καὶ περὶ τοῦ ἐνδύματος διατὶ φροντίζετε μὲ τόσην ἀνησυχίαν καὶ ἀγωνίαν; Παρατηρῆστε μὲ προσοχὴν τὰ ἄνθη τοῦ ἀγροῦ, πῶς φυτρώνουν καί πῶς αὐξάνουν. Οὔτε κοπιάζουν, οὔτε γνέθουν.
λέγω δ μν τι οδ Σολομν ν πάσ τ δόξ ατο περιεβάλετο ς ν τούτων. (Ματθ. 6,29)
Καὶ ὅμως σᾶς λέγω τοῦτο, οὔτε καὶ αὐτὸς ὁ Σολομὼν μὲ ὅλην του τὴν βασιλικὴν μεγαλοπρέπειαν καὶ δόξαν δέν ἐφόρεσέ ποτέ ἕνα τόσον περίλαμπρον ἔνδυμα ὡσὰν αὐτό, μὲ τὸ ὁποῖον περιβάλλεται ἕνα ἀπὸ τὰ ταπεινὰ αὐτὰ ἄνθη.
Ε δ τν χόρτον το γρο, σήμερον ντα κα αριον ες κλίβανον βαλλόμενον, Θες οτως μφιέννυσιν, ο πολλ μλλον μς, λιγόπιστοι; (Ματθ. 6,30)
Ἐὰν δὲ ὁ Θεὸς ἐνδύη μὲ τόσην λαμπρότητα τὰ χορτάρια τοῦ ἀγροῦ, ποὺ σήμερα ὑπάρχουν καὶ αὔριον ῥίπτονται στόν φοῦρνον, δεν θὰ ἐνδύση πολὺ περισσότερον σᾶς, ὀλιγόπιστοι;
μ ον μεριμνήσητε λέγοντες, τ φάγωμεν τ πίωμεν τ περιβαλώμεθα; (Ματθ. 6,31)
Λοιπὸν μὴ κυριευθῆτέ ποτέ ἀπὸ τὴν ἀνήσυχον μέριμναν καὶ μὴ λέγετε συνεχῶς, τὶ θὰ φάγωμεν ἤ τί θὰ πίωμεν ἤ τι θὰ ἐνδυθῶμεν;
πάντα γρ τατα τ θνη πιζητε· οδε γρ πατρ μν οράνιος τι χρζετε τούτων πάντων. (Ματθ. 6,32)  
Διότι οἱ εἰδωλολάτραι (πού δεν γνωρίζουν τὰ αἰώνια ἀγαθὰ καὶ τὴν στοργικὴν πρόνοιαν τοῦ Θεοῦ), ἐπιζητοῦν ἀποκλεστικὰ καὶ μόνον αὐτὰ τὰ φθαρτὰ ἀγαθά. Σεῖς ὅμως μὴν κυριεύεσθε ἀπὸ τέτοιες μέριμνες, διότι ὁ Πατὴρ σας ὁ οὐράνιος γνωρίζει ὅτι ἔχετε ἀνάγκην ἀπὸ ὅλα αὐτά, καὶ σὰν πανάγαθος, ποὺ εἶναι, θὰ σᾶς τὰ δώσῃ.
ζητετε δ πρτον τν βασιλείαν το Θεο κα τν δικαιοσύνην ατο, κα τατα πάντα προστεθήσεται μν. (Ματθ. 6,33)
Ζητεῖτε δὲ κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀρετήν πού θέλει ἀπὸ σᾶς ὁ Θεός, καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπίγεια ἀγαθὰ θὰ σᾶς δοθοῦν μαζί μὲ τὰ ἀνεκτίμητα ἀγαθὰ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν.
Μ ον μεριμνήσητε ες τν αριον· γρ αριον μεριμνήσει τ αυτς· ρκετν τ μέρ κακία ατς. (Ματθ. 6,34)
Λοιπὸν μὴ καταληφθῆτε ποτέ ἀπὸ τὴν ἀνήσυχον μέριμναν διὰ τάς ἀνάγκας τῆς αὐριανῆς ἡμέρας. Διότι ἡ αὔριον θὰ φροντίσῃ δι’ ὅσα θὰ χρειασθῆτε κατ’ αὐτήν. Εἰς κάθε ἡμέραν ἀρκοῦν αἱ ἰδικαὶ της ἀσχολίαι καὶ τὰ ἰδικὰ της βάσανα».
Ἔχουμε ἑπομένως τόν Κύριο πού μᾶς νοιάζεται, μᾶς ἀγαπάει ἄπειρα, μᾶς φροντίζει στοργικά, μᾶς ἀγκαλιάζει πατρικά. Ἔχουμε Πατέρα Πανάγαθο καί Πάνσοφο καί Παντοδύναμο. Αὐτός μᾶς ὑποσχέθηκε: «γώ θά σς τά τακτοποιήσω λα, λες τίς νάγκες σας, τίς πραγματικές. σες μόνο μία ννοια νά χετε: Νά ζηττε μένα, τήν Βασιλεία μου, τήν ρετή ,τό γαθόν πού εμαι γώ. Ατή εναι προδιαγραφή σας. τσι θά ζήσετε ες τόν αἰῶνα. γάπη πρός μένα εναι προδιαγραφή τς ληθινς καί τέλειας καί γεμάτης κάλλος ζως. Εναι κανή καί ναγκαία συνθήκη γιά νά ζήσετε πραγματικά».
Ὅταν δέν ἐμπιστευόμαστε τήν ὑπόστασή μας στόν ἑαυτό μας, στόν λογισμό μας, στίς δυνάμεις μας, στήν ἐξυπνάδα μας, στήν ἐνεργητικότητά μας κ.λ.π, ἀλλά τά ἀναθέτουμε, τά παραθέτουμε ὅλα στόν Χριστό, τότε τηροῦμε τήν λειτουργική προτροπή: «Ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Τότε ξεφεύγουμε ἀπό τό ἄγχος πού πνίγει ὅλα τά ἔθνη,  ὅλους τούς ἀνθρώπους τούς δίχως Θεό καί πίστη σ’ Αὐτόν.
Τό ἄγχος εἶναι πράγματι ἀπιστία ἤ ὀλιγοπιστία. Ἐμπιστευόμαστε τόν ἑαυτό μας καί ὄχι τόν Θεό. Πιστεύουμε μόνο θεωρητικά ὅτι ὑπάρχει Θεός, ἀλλά δέν ἐμπιστευόμαστε τά λόγια Του, δέν ἀκολουθοῦμε τίς συμβουλές του, δέν ἀναζητοῦμε τό θέλημά Του. Ὁ Κύριος μᾶς διαβεβαίωσε ὅτι «Καί οἱ τρίχες σας εἶναι μετρημένες»…
Ποιός ἄραγε ἀπό ἐμᾶς μέτρησε τίς τρίχες του;
Ὁ Θεός τό ἔχει κάνει…
Θέλει νά μᾶς πεῖ μ’ αὐτό ὅτι καί γιά τά ἐλαχιστότατα φροντίζει…Γι’ αὐτά πού ἐμεῖς περιφρονοῦμε καί δέν καταδεχόμαστε νά ἀσχοληθοῦμε μαζί τους. Ἄν λοιπόν μεριμνᾶ γιά τίς τρίχες μας καί γιά τά πουλάκια καί γιά τά κρίνα τοῦ ἀγροῦ, δέν θά μεριμνήσει γιά τίς μεγάλες μας ἀνάγκες τό φαγητό, τή στέγη, τήν διατήρησή μας στή ζωή;
Μέ μία προϋπόθεση: Νά ζητοῦμε Αὐτόν τόν Ἴδιο πού εἶναι ἡ Ζωή καί τήν Βασιλεία Του, δηλ. νά Τόν ἔχουμε Κύριο στή ζωή μας, μέ τό νά τηροῦμε τίς Ἐντολές Του· νά εἶναι Αὐτός ὁ Βασιλιάς μας. Τότε Ἐκεῖνος ἔχει δεσμευθεῖ νά μᾶς ἐξασφαλίσει ὅλα τά βιωτικά ἀναγκαῖα ἀγαθά.
Ὅλα αὐτά γιά νά πραγματοποιηθοῦν προϋποθέτουν ἀπό μέρους μας τήν Πίστη σ’ Αὐτόν. Τότε μέσῳ τῆς ζωντανῆς αὐτῆς πίστεως θά βροῦμε τήν δύναμη νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό τά δεσμά τῆς κοσμικῆς λογικῆς, τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, τοῦ κόσμου καί τοῦ κοσμοκράτορα.
 Ὅταν δέν σκεφτόμαστε μέ τήν ἀνθρώπινη κοσμική λογική καί δέν ἀντιμετωπίζουμε μέ τίς φτωχές καί οὐσιαστικά ἀνύπαρκτες ἀνθρώπινες δυνάμεις τό κάθε μας πρόβλημα, ἀλλά προσευχόμαστε, ἀνοιγόμαστε ἀγαπητικά στόν Θεό καί τηροῦμε τίς ἐντολές Του, τότε ξεφεύγουμε ἀπό τήν ἀγωνιώδη μέριμνα καί φροντίδα, πού πνίγει τήν ψυχή καί τήν κάνει νά νιώθει ἀσφυξία (ἄγχος) καί ἀνασφάλεια.
Ἀκόμη καί ὅταν δέν ἔχουμε κάποιο συγκεκριμένο, ἄμεσο καί πιεστικό πρόβλημα, πάλι δέν  πρέπει νά ξεχνοῦμε τήν πρώτη ἐντολή τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό «ἐξ ὅλης καρδίας καί διανοίας καί δυνάμεως καί ψυχῆς καί ἰσχύος». Θά πρέπει σταθερά πάντα νά ἐμμένουμε στήν προσευχή, στήν ἐμπιστοσύνη στόν Κύριο, στό ἄφημα ὅλης μας τῆς ζωῆς, τοῦ ἑαυτοῦ μας καί ὅλων, σ’ Αὐτόν.
Χωρίς αὐτήν τήν ἄμετρη ἐμπιστοσύνη στόν Θεό, στήν Θεία Πρόνοια, στήν Θεία Ἀγάπη δέν μποροῦμε νά βροῦμε εἰρήνη καί ἀνάπαυση στήν ψυχή μας.
 Ὁ Κύριος μᾶς προτρέπει:  « Δετε πρς μ πάντες ο κοπιντες κα πεφορτισμένοι, κγ ναπαύσω μς. (Ματθ. 11,28)
λτε κοντά μου λοι σοι μοχθτε κα κοπιάζετε κα εσθε φορτωμένοι π τ βάρος τν μαρτιν κα τν θλίψεων κα τν πλανν κα γ θ σς ναπαύσω κα θ σς ξεκουράσω.
ρατε τν ζυγόν μου φ  μς κα μάθετε π  μο, τι πρός εμι κα ταπεινς τ καρδί, κα ερήσετε νάπαυσιν τας ψυχας μν· (Ματθ. 11,29)  
Σηκώσατε πάνω σας τν ζυγν τς πακος σας ες μ κα μάθετε π μ τν διον τι εμαι προς κα ταπεινς κατ τν καρδίαν κα θ ερετε τότε νάπαυσιν κα ερήνην ες τάς ψυχς σας.
γρ ζυγός μου χρηστς κα τ φορτίον μου λαφρόν στιν. (Ματθ. 11,30)
Μ διστάσετε· διότι ζυγός μου εναι καλς κα χρήσιμος κα τ φορτίον τν ποχρεώσεων κα τν καθηκόντων, πο πιβάλλω γώ, εναι λαφρόν”. (γ τ πιβάλλω, λλ κα γ σς βοηθ νά τ σηκώσετε).
Ὁ ἄνθρωπος πού προσεύχεται καί ὑποτάσσεται γενικῶς στό Θεῖο θέλημα, μιμεῖται τόν ταπεινό Χριστό, ὁ Ὁποῖος καί ὡς ἄνθρωπος προσηύχετο ἀδιάλειπτα, κοινωνοῦσε συνεχῶς μέ τόν ἐν Οὐρανοῖς Πατέρα Του καί ὑπέτασσε πάντα τό ἀνθρώπινο θέλημά Του στό Θεῖο, γιά νά μᾶς δώσει τό ἀληθινό πρότυπο ζωῆς.
ταν κανείς ποτάσσει τό θέλημά Του στό θέλημα το Θεο σέ λα, τότε λα το γίνονται πως τά θέλει· διότι λα τά δέχεται ς τό θέλημα το Θεο, φ’ σον συνεχς ατό ζητε μέ τήν διάλειπτη προσευχή, λέγοντας «Κύριε ησο Χριστέ λέησόν με» καί «Γενηθήτω τό θέλημά Σου».
Ὁ Κύριος ἐπίσης μᾶς δίδαξε τήν παραβολή «τῆς χήρας καί τοῦ ἄδικου κριτοῦ» γιά νά μήν ἀποκάμνουμε στήν προσευχή, ἀλλά ἀντίθετα νά προσευχόμαστε συνεχῶς γιά νά ἐκπληρώνουμε τήν πρώτη ἐντολή, πού εἶναι ἡ πρός τόν Θεόν ἀγάπη μέ ὅλη μας τήν ὕπαρξη καί τή δύναμη.
  διάλειπτη προσευχή εναι νας πό τούς τρες δρόμους πού μς δηγον στήν ταπείνωση, ποία φέρνει τήν ληθινή νάπαυση στήν ψυχή μας καί ξοστρακίζει τό γχος. (Οἱ ἄλλοι δύο δρόμοι πού ὁδηγοῦν στήν ταπείνωση εἶναι τό νά ἀγαπήσουμε τόν σωματικό κόπο καί τό νά βάζουμε τόν ἑαυτό μας κάτω ἀπό ὅλους).
Ὁ ἄνθρωπος πού προσεύχεται σωστά, «κρέμεται» κυριολεκτικά ἀπό τόν Θεό. Ἀφήνει τελείως τό θέλημά του καί λέγει: «Κύριε σύ τακτοποίησέ τα λα. γώ τίποτα δέν μπορ νά τακτοποιήσω. ν εναι θέλημα Σου νά γίνουν τσι τά πράγματα ς γίνουν· ν δέν εναι θέλημά Σου ς μήν γίνουν. γώ θά εμαι τό διο χαρούμενος ν γίνουν πως τά σκέπτομαι καί ν δέν γίνουν, διότι θά ξέρω τι ατό εναι τό θέλημά Σου, τό γαθόν καί εάρεστον καί τέλειον».
Αὐτό δέν σημαίνει βέβαια ὅτι δέν θά κάνουμε ἐμεῖς τίποτε. Θά κάνουμε, μετά ἀπό προσευχή, ὅ,τι νομίζουμε καλλίτερο καί σύμφωνο μέ τό θέλημά Του, ἀλλά χωρίς ἄγχος, ἀγωνία καί στενοχώρια.
 Καί μήν ξεχνᾶμε: Ὅταν τελειώνουμε τή προσευχή μας καί τά αἰτήματά μας ἄς προσθέτουμε: «Κύριε ς γίνει τό θέλημά Σου γιά λα. σύ ξέρεις τί εναι τό καλλίτερο γιά μένα καί γιά τούς λλους καί γιά τήν ζωή λων μας».
Μία ἄλλη πηγή ἄγχους ἐκτός ἀπό τήν ἀπιστία-ὀλιγοπιστία στή Θεία Πρόνοια Ἀγάπη εἶναι φιλαργυρία καί φιλοδοξία μας.
Ἴσως σέ κάπως μικρότερο βαθμό πηγή ἄγχους εἶναι καί ἡ φιληδονία μας.
Τά τρία αὐτά πάθη ὅταν καλλιεργοῦνται γεμίζουν τόν ἄνθρωπο μέ ποικίλες: α)μέριμνες, β)ἀγωνίες τοῦ πῶς θά πλουτίσω ἤ πῶς θά γίνω ἀρεστός, ἀγαπητός, ἀποδεκτός κ.λ.π., γ)φροντίδες τοῦ πῶς θά περάσω καλλίτερα κ.λ.π.
Ἡ ζωή γίνεται τότε πολύπλοκη καθώς ἐπιστρατεύεται ἡ τεχνολογία γιά νά βοηθήσει στήν ἐκπλήρωση τῶν πολλῶν αὐτῶν ἐπιθυμιῶν. Ὁ ἄνθρωπος γίνεται δοῦλος τῶν παθῶν καί ἐργάζεται σάν μηχανή γιά νά καλύψει τίς ψεύτικες «ἀνάγκες» καί ἐπιθυμίες του.
Ἡ ἁπλότης στή ζωή, ἡ καταπολέμηση τῶν τριῶν ἄρρωστων «φ» (φιλοδοξία, φιλαργυρία, φιληδονία) διά τῆς ἐγκρατείας, τῆς ὀλιγάρκειας, τῆς ἀφάνειας, τῆς ἀκενοδοξίας, τῆς ἀκτημοσύνης-ὀλιγοκτημοσύνης καί τῆς ἐν Χριστῷ ταπείνωσης-ἀγάπης διώχνει τό ἄγχος, πού τά πάθη αὐτά συσσωρεύουν.
Ἔλεγε ὁ μακαριστός Γέρων Παΐσιος: «πλοποιεστε τή ζωή σας γιά νά φύγει τό γχος»[2]. Τήν ἁπλοποίηση ἀκολουθεῖ ὁ ἐξαγιασμός τῆς ζωῆς, ὁπότε καί ἐξαφανίζεται ἡ δαιμονική ἐπήρεια πού λέγεται ἄγχος.
«σο πομακρύνονται ο νθρωποι», λέγε πάλι π.Παΐσιος «πό τήν φυσική ζωή, τήν πλή, καί προχωρον στήν πολυτέλεια, τόσο αξάνει καί τό νθρώπινο γχος. Καί σο πομακρύνονται πό τόν Θεό, πόμενο εναι νά μή βρίσκουν πουθενά νάπαυση»[3]. Ἑπομένως πίστη-πλῆρες ἄφημα στό Θεό καί ἁπλότητα-ἐξαγιασμός τῆς ζωῆς καί τῆς ὕπαρξής μας εἶναι τά καλλίτερα ἀντίδοτα στό ἄγχος πού μᾶς ἀπειλεῖ καθημερινά.
Νομίζω ὅτι συμπληρώθηκαν οἱ δύο σελίδες πού μοῦ ζητήσατε…Μᾶλλον τίς ὑπερβήκαμε· γιαυτό ζητῶ συγγνώμη…
Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου